Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, ο θαυματουργός

ΕΝ ΚΑΥΧΙΕΤΑΙ μόνο η Νεοκαισάρεια για τον ένδοξο Ιεράρχη της Γρηγόριο το θαυματουργό, αλλά και η αγία Λαύρα των Σπηλαίων για τον ομώνυμό του, θαυματουργό όσιο.

Ο μακάριος Γρηγόριος ήρθε στον όσιο Θεοδόσιο όταν εκείνος έχτιζε το μοναστήρι των Σπηλαίων. Αφού έλαβε το μοναχικό σχήμα, διδάχτηκε από τον όσιο την ακτημοσύνη, την εγκράτεια των παθών, την υπακοή και τις άλλες αρετές. Ο φιλόθεος Γρηγόριος όμως έδειξε ιδιαίτερη κλίση και αγάπη στην καλλιέργεια της προσευχής.

Έτσι, με την ακρίβεια της μοναχικής του βιοτής, τους κόπους και τα πνευματικά παλαίσματα, από πολύ νωρίς στολίστηκε με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και αξιώθηκε να επιτελή ποικίλα θαύματα στο όνομα του Χριστού, χάρη στα οποία αποκλήθηκε θαυματουργός. Ιδιαίτερο χάρισμα του έδωσε ο Θεός εναντίον των πονηρών πνευμάτων, που τα επιτιμούσε και τ’ απομάκρυνε από τους ανθρώπους με προσευχές κι εξορκισμούς. Συχνά του έφερναν δαιμονισμένους για να τους θεραπεύσει. Γνωρίζοντας οι δαίμονες τη δύναμη του Χριστόφορου οσίου, φώναζαν από μακριά:
— Αλίμονο μας, Γρηγόριε! Θα μας διώξεις με την προσευχή σου!

Και πράγματι, σε λίγο εξαφανίζονταν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένοι από τα φλογισμένα βέλη της πύρινης προσευχής του μακαρίου.
Ο επίβουλος διάβολος δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί τους συνεχείς εξευτελισμούς του από τον άνθρωπο του Θεού. Αλλά και δεν μπορούσε να τον βλάψει, γιατί ήταν ασφαλισμένος με τα τείχη της δικής του ταπεινώσεως και της χάριτος του Κυρίου.

Έστειλε τότε εναντίον του δυο κακοποιούς, που βάλθηκαν να ληστέψουν τα λιγοστά υπάρχοντά του.

Αλλά τι είχε ο όσιος στο κελί του; Τίποτε άλλο εκτός από τα βιβλία που μελετούσε νύχτα και μέρα, στα διαστήματα ανάμεσα στις προσευχές του. Οι κακοποιοί θέλησαν να κλέψουν αυτά τα βιβλία και να τα πουλήσουν. Ήρθαν αθόρυβα μια νύχτα, πιστεύοντας πως ο άγιος κοιμάται και κρύφτηκαν μέσα στο σκοτεινό κελί του. Περίμεναν να πάει ο γέροντας στην εκκλησία για τον όρθρο κι έπειτα να γδύσουν το κελί με την ησυχία τους.

Ο όσιος, που ήταν γονατισμένος μες στο σκοτάδι και ξαγρυπνούσε προσευχόμενος, αντιλήφθηκε την παρουσία τους. Ούτε κινήθηκε όμως, ούτε μίλησε. Τους άφησε να «κρυφτούν» και μετά, θέλοντας να τους οδηγήσει σε συναίσθηση και μετάνοια, προσευχήθηκε δυνατά:
— Κύριε μου, κοίμισε τους δούλους σου που ήρθαν μάταια εδώ, κάνοντας το θέλημα του εχθρού σου διαβόλου.

Και τότε, ω του θαύματος! Οι κλέφτες έπεσαν αυτοστιγμεί σε βαθύ ύπνο. Έμειναν εκεί, σε μια γωνιά του κελιού του οσίου Γρηγορίου, κοιμισμένοι για πέντε μέρες! Τότε ο όσιος κάλεσε όλους τους αδελφούς και μπροστά τους απευθύνθηκε στους ληστές:
—Μα καλά, ως πότε θα παραφυλάτε για ν’ αρπάξετε τα πράγματα μου; Άντε, καιρός είναι να πηγαίνετε στα σπίτια σας. Στο όνομα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού ξυπνήστε και φύγετε!

Αμέσως εκείνοι ξύπνησαν. Ήταν ανίκανοι όμως να σηκωθούν. Όχι τόσο από την έκπληξη και το φόβο, όσο από εξάντληση, εξαιτίας της αναγκαστικής πενταήμερης ασιτίας.

Ο όσιος τους έδωσε καλοσυνάτα άφθονη τροφή, τους περιποιήθηκε και τους άφησε να φύγουν.

Το περιστατικό εκείνο έγινε γνωστό και στο Κίεβο. Όταν το πληροφορήθηκε ο ηγεμόνας, έδωσε εντολή να φυλακίσουν τους επίδοξους κλέφτες. Ο φιλάνθρωπος Γρηγόριος πολύ λυπήθηκε γι’ αυτό. Πήγε αμέσως ο ίδιος στον άρχοντα, του δώρισε μερικά από τα βιβλία του και τον παρακάλεσε να ελευθερώσει για χάρη του τους δυο φυλακισμένους. Έτσι κι έγινε. Άλλα και τα υπόλοιπα βιβλία του τα πούλησε ο όσιος και μοίρασε το αντίτιμό τους στους φτωχούς. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα.

—Ο Θεός θα οικονομήσει τη σωτηρία μου και χωρίς τα βιβλία, είπε στους αδελφούς. Τα πούλησα για να μη βάζω τους ανθρώπους
Κατάπληκτοι οι κλέφτες από την αγάπη του οσίου Γρηγορίου και τη θαυματουργική του δύναμη, μετανόησαν κι έμειναν στη μονή των Σπηλαίων, όπου βοηθούσαν τους πατέρες στις αγροτικές εργασίες. Κι εκείνοι τους έδιναν την αμοιβή του τίμιου κόπου τους, με την οποία έτρεφαν από τότε τις οικογένειές τους.

Μετά από καιρό ήρθαν άλλοι κλέφτες, μπήκαν στο μικρό λαχανόκηπο, όπου ο όσιος καλλιεργούσε λαχανικά και οπωρικά και γέμισαν τα σακιά τους με τους καρπούς των κόπων του. Όταν όμως θέλησαν να φύγουν, δεν μπόρεσαν να κουνηθούν από τη θέση τους. Κόλλησαν εκεί, φορτωμένοι με τα σακιά κι έμειναν έτσι δυο μερόνυχτα. Τότε ήρθαν σε μετάνοια κι άρχισαν να θρηνούν και να ικετεύουν:
- Πάτερ Γρηγόριε! Άγιε του Θεού! Ελευθέρωσέ μας, σε παρακαλούμε! Δεν αντέχουμε άλλο! Μετανοούμε για τις αμαρτίες μας! Ποτέ πια δεν θα κλέψουμε!
Τους άκουσαν μερικοί μοναχοί που δούλευαν μακρύτερα κι έτρεξαν κοντά τους. Όσο κι αν προσπάθησαν όμως, δεν μπόρεσαν να τους ξεκολλήσουν από τη γη.
- Πως βρεθήκατε εδώ; ρώτησαν απορημένοι τους κλέφτες.
- Δυο μερόνυχτα είμαστε εδώ πέρα, αποκρίθηκαν εκείνοι.
- Μα εμείς κάθε μέρα ερχόμαστε και καλλιεργούμε αυτή τη γη. Εσάς όμως δεν σας είδαμε.
- Ούτε κι εμείς εσάς. Αν σας βλέπαμε, θα σας παρακαλούσαμε να μεσιτεύσετε στον άγιο γέροντα να μας συγχωρήσει και να μας λυτρώσει απ’ αυτό το μαρτύριο. Έχουμε αποκάμει μέχρι θανάτου.

Τότε φάνηκε να έρχεται ο όσιος Γρηγόριος. Χωρίς περιστροφές είπε αμέσως στους κλέφτες:
- Επειδή είστε τεμπέληδες και ζείτε άκοπα με την κλοπή των ξένων περιουσιών, τώρα θα καταδικασθείτε να μείνετε εδώ αργοί, μέχρι το τέλος της ζωής σας!

Με γοερούς θρήνους απάντησαν οι κλέφτες στην παιδαγωγική απειλή του οσίου.
-Όχι, πάτερ. Λυπήσου μας. Σου δίνουμε την υπόσχεση ότι ποτέ πια δεν θ’ ασχοληθούμε με τέτοιες πονηρές δουλειές.
-Αν αποφασίσατε πράγματι να ζήσετε στο μέλλον από τον κόπο των χεριών σας, θα παρακαλέσω τον Κύριο να σας ελευθερώσει.
-Δίνουμε τώρα όρκο ιερό ενώπιον του Θεού ότι δεν θα σε παρακούσουμε.

Αφού προσευχήθηκε ο όσιος, στράφηκε πάλι στους κλέφτες:
-Ας είναι ευλογητός ο Θεός που σας φώτισε και σας βοήθησε. Από τώρα θα εργάζεστε στους κήπους της μονής μαζί με τους αδελφούς κι απ’ αυτούς θα παίρνετε ό,τι χρειάζεστε για να ζήσετε εσείς και οι οικογένειές σας.

Αμέσως οι κλέφτες ξεκόλλησαν από τη γη κι έπεσαν κάτω, ζητώντας συγγνώμη από τον όσιο και δοξάζοντας το όνομα του μεγαλοδύναμου Θεού.

Μιαν άλλη φορά ήρθαν στο μακάριο Γρηγόριο τρεις άγνωστοι άνθρωποι. Είχαν συνεννοηθεί να τον εξαπατήσουν για να τους δώσει πράγματα αξίας. Έδειχναν λοιπόν οι δύο απ’ αυτούς τον τρίτο κι έλεγαν στον όσιο με υποκριτική απελπισία:
- Πάτερ, ο φίλος μας αυτός καταδικάστηκε σε θάνατο! Δώσ’ του κάτι για να εξαγοράσει την ποινή του.
Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο χάρισμα για ν’ αντιληφθεί κανείς το χονδροειδές ψέμα των κουτοπόνηρων χωρικών. Ο όσιος δάκρυσε και είπε σιγανά:
-Συμφορά στον άνθρωπο αυτό! Έφτασε η μέρα της καταστροφής του…
Οι άλλοι όμως δεν κατάλαβαν το νόημα των λόγων του και επέμειναν:
-Πάτερ, αν εσύ του δώσεις ό,τι έχεις, θα γλιτώσει το θάνατο.
-Και να σας δώσω δεν θα γλιτώσει. Πέστε μου όμως, σε τι θάνατο καταδικάστηκε;
-Θα τον κρεμάσουν από ένα δέντρο.
-Καλά το είπατε, είπε ο προορατικός όσιος. Αύριο θα γίνει αυτό!

Χωρίς να πει άλλο λόγο, κατέβηκε βαθιά στο σπήλαιό του, εκεί όπου συνήθως προσευχόταν και διάβαζε με το κερί. Σε λίγο ανέβηκε κρατώντας λίγα πολύτιμα βιβλία. Ήταν τα τελευταία που του είχαν μείνει. Πάρτε τα, είπε. Κι αν δεν σας χρειαστούν, να μου τα επιστρέψετε.
Τα πήραν και βγήκαν κρυφογελώντας.
-Τι έλεγε ο καλόγερος; Να του τα επιστρέψουμε; Άσ’ τον να περιμένει! Θα πιάσουμε καλά λεφτά σαν τα πουλήσουμε.
Τυφλωμένοι όμως από την απληστία οι τρεις απατεώνες δεν αρκέστηκαν στα βιβλία. Βγαίνοντας είδαν το περιβόλι του οσίου γεμάτο καρπούς.
— Να ‘ρθουμε τη νύχτα να τους κλέψουμε, συμφώνησαν στα γρήγορα, χωρίς πολλή συζήτηση.
Και πράγματι, σαν έπεσε η νύχτα, ήρθαν πάλι. Την ώρα εκείνη ο θεομακάριστος Γρηγόριος ήταν στο βάθος του σπηλαίου και προσευχόταν. Πλησίασαν αθόρυβα κι ασφάλισαν απ’ έξω την πόρτα, φυλακίζοντας τον όσιο μέσα. Ανενόχλητοι κατόπιν ρίχτηκαν στη λεηλασία του κήπου. Οι δύο μάζευαν από κάτω, ενώ ο τρίτος — ο δήθεν καταδικασμένος σε θάνατο — ανέβηκε σ’ ένα ψηλό δέντρο κι έκοβε τους καρπούς του.
Ξάφνου όμως το κλαδί που πατούσε έσπασε. Κι ο κλέφτης, πριν προλάβει να κρατηθεί, έπεσε κατακόρυφα με το κεφάλι. Ο θόρυβος και οι σπαρακτικές φωνές του έκαναν τους άλλους να τρομάξουν και να το βάλουν στα πόδια. Ο ίδιος όμως — αλίμονο! – βρήκε οικτρό τέλος: Καθώς έπεφτε, το κεφάλι του πιάστηκε σε μια διχάλα και πνίγηκε.

Το πρωί οι αδελφοί δεν είδαν τον όσιο Γρηγόριο στην εκκλησία. Παραξενεμένοι πήγαν μετά την ακολουθία στο κελί του για να δουν αν ήταν άρρωστος. Τότε είδαν με φρίκη τον κρεμασμένο πάνω στο δέντρο.

Σε λίγο διαπίστωσαν ότι ή σπηλιά του οσίου ήταν μανταλωμένη απ’ έξω. Άνοιξαν και τον ελευθέρωσαν.

Στο μεταξύ είχαν μαζευτεί εκεί γύρω πολλοί αδελφοί και λαϊκοί, που πληροφορήθηκαν για το φρικτό θάνατο του κρεμασμένου. Ανάμεσά τους ο όσιος Γρηγόριος διέκρινε και τους δύο φίλους του νεκρού, που είχαν επιστρέψει δειλά-δειλά και κοίταζαν από μακριά το αιωρούμενο πτώμα του συντρόφου τους.

- Βλέπετε πως πραγματοποιήθηκε το άθλιο ψέμα σας; τους είπε αυστηρά ο όσιος.

Ο «θεός ου μυκτηρίζεται». Αν δεν με κλειδώνατε μέσα, θα έτρεχα να τον βοηθήσω και θα γλίτωνε. Αλλά ο φίλος σας διάβολος, που σας δίδαξε την απάτη και το ψεύδος, είναι ο αίτιος του πνευματικού και του σωματικού θανάτου. Κι από τότε που υποταχθήκατε σ’ αυτόν, το έλεος του Θεού σας εγκατέλειψε.

Τρέμοντας από το φόβο τους οι δυο χωρικοί έπεσαν στη γη και ζήτησαν με δάκρυα συγχώρηση για την πράξη τους. Και ο όσιος τους πρόσταξε να κερδίζουν στο εξής το ψωμί τους, με τον τίμιο ίδρωτα τους.

Ας έρθουμε τώρα στη μαρτυρική τελείωση του φιλόθεου και θαυματουργού Γρηγορίου.
Κάποτε συνέβη να μολυνθεί το άγιο ποτήριο της εκκλησίας από ακάθαρτο ζώο. Ο όσιος κατέβηκε μέχρι το Δνείπερο ποταμό για να φέρει πεντακάθαρο νερό και να καθαρίσει το Ιερό σκεύος.
Στις όχθες του πόταμου συναντήθηκε με τους πρίγκιπες αδελφούς Ροσπσλάβο και Βλαδίμηρο Β’ Βσεβολόντοβιτς. Κατευθύνονταν προς τη μονή για να προσκυνήσουν και να πάρουν τις ευλογίες των πατέρων, πριν εκστρατεύσουν κατά των επιδρομέων Πολόφτσων.
Μερικοί αδιάντροποι υπηρέτες του Ροσπσλάβου, θέλησαν να διασκεδάσουν με τον άκακο γέροντα. Άρχισαν λοιπόν να γελούν σε βάρος του χλευαστικά και να του πετούν αισχρά υπονοούμενα.
Ο ταπεινός όσιος δεν ταράχτηκε. Τους άκουγε ήρεμος και αμίλητος. Τα προορατικά του μάτια όμως, είδαν τον επικείμενο θάνατο των χλευαστών του.
— Αχ, παιδιά μου! είπε λυπημένα. Γιατί ασεβείτε κατά του Θεού στο πρόσωπο ενός γέρου μοναχού σαν κι εμένα; Εσείς τώρα χρειάζεστε πολλή προσευχή. Κλάψτε για το χαμό σας και μετανοήστε για τις αμαρτίες σας. Για σας θα ‘ρθη πολύ γρήγορα Η κρίση του Κυρίου. Όλοι σας θα πνιγείτε μέσα στο νερό μαζί με τον πρίγκιπά σας!

Ο Ροστισλάβος, ενώ τόση ώρα άκουγε τους υπηρέτες του χωρίς να επεμβαίνει, τώρα έγινε έξω φρενών με τα λόγια του οσίου. Τα πήρε όχι σαν προειδοποίηση, μα σαν κατάρα.

—Έμενα απειλείς, παλιοκαλόγερε; φώναξε στο φιλόχριστο Γρηγόριο κόκκινος από την οργή. Το ξέρεις ότι δεν με φτάνει κανείς στο κολύμπι; Αλλά θα σου δείξω εγώ! Θα χαθείς εσύ μ’ αυτό το θάνατο!

Και αμέσως ο ανόσιος πρίγκιπας, διέταξε να δέσουν τον όσιο χειροπόδαρα, να του κρεμάσουν μια πέτρα στο λαιμό και να τον πετάξουν στο πιο βαθύ σημείο του πόταμου. Η διαταγή του εκτελέστηκε χωρίς αργοπορία. Σε λίγο τα νερά του Δνείπερου κατάπιαν το τίμιο σώμα του θαυματουργού.

Ο θηριώδης Ροσπσλάβος, μετά το φόνο του οσίου, γύρισε κι έφυγε συγχυσμένος και αμετανόητος, χωρίς να πάει στο μοναστήρι. Ο αδελφός του όμως Βλαδίμηρος πήγε εκεί και ζήτησε την ευλογία των πατέρων για την αντιμετώπιση των βαρβάρων Πολόφτσων.
Η μάχη έγινε κοντά στην Τρίπολη, στις όχθες του πόταμου Στούγκνα. Οι Ρώσοι ηττήθηκαν από τους βαρβάρους και ό Ροσπσλάβος πνίγηκε μ’ ολόκληρο σχεδόν το στράτευμά του. Ο Βλαδίμηρος όμως, χάρη στην ευλογία των αγίων της Λαύρας, σώθηκε.

Στο μεταξύ, οι αδελφοί έψαχναν δυο μέρες τον όσιο, μα δεν τον εύρισκαν.

Την τρίτη μέρα μπαίνουν στο κελί του και τι να δουν! Το νεκρό σώμα του βρισκόταν εδώ, με δεμένα τα χέρια και τα πόδια και με την πέτρα στο λαιμό! Το ένδυμα του ήταν μουσκεμένο, ενώ το πρόσωπο φωτεινό και ιλαρό. Το σώμα του ήταν ζεστό και εύκαμπτο, σαν ζωντανό.

Όλοι θαύμασαν για το ολοφάνερο σημείο της αγιότητας του μακαρίου αδελφού τους. Ποτέ δεν έμαθαν πως βρέθηκε το σώμα του μέσα στο κελί.

Δόξασαν το μεγάλο Θεό, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού», σήκωσαν το σεπτό σκήνωμα και το τοποθέτησαν με προσευχές και ψαλμωδίες στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου.

Εκεί παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, κηρύττοντας σιωπηλά στους ανθρώπους τη δύναμη της πίστεως και την παντοδυναμία του Θεού, του «ποιούντος θαυμάσια».

ΟΣΙΟΣ ΕΡΑΣΜΟΣ

Η ΚΑΛΗ διαχείριση του πλούτου είναι θεία επιταγή. Γιατί ο πλούτος «δόξα Θεού εστίν».

Δεν κάνουν όμως όλοι οι άνθρωποι θεάρεστη χρήση των δώρων του Θεού.

Πολλοί καταστράφηκαν εξαιτίας του πλούτου: «Εδόθησαν εις πτώμα χάριν χρυσίου».

Με δυο κυρίως τρόπους μπορεί να επενδυθεί το χρήμα για την ωφέλεια της ψυχής μας: ή με την ελεημοσύνη ή με την ανέγερση και τον ευπρεπισμό ιερών ναών και καθιδρυμάτων.

Ο όσιος Έρασμος διάλεξε το δεύτερο τρόπο. Ενώ ήταν πλούσιος και ένδοξος στον κόσμο, όταν άκουσε τον άγιο Χρυσόστομο να προσεύχεται στη θεία Λειτουργία του για «τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του οίκου» του Κυρίου, διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για το στολισμό και την ευπρέπιση του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων. Έπειτα έγινε κι ο ίδιος μοναχός εκεί, κι άρχισε να στολίζει τον εαυτό του με τις αρετές, σαν ναό του Αγίου Πνεύματος και ζωντανή εικόνα του Θεού.

Ο ψυχοκτόνος διάβολος όμως έστησε μιαν ολέθρια παγίδα στο δούλο του Θεού. Όταν πια όλο το χρυσάφι του είχε χρησιμοποιηθεί για την εκκλησία της Παναγίας, ο μακάριος Έρασμος σκέφτηκε ότι μάταια το ξόδεψε γι’ αυτό το σκοπό. «Αλίμονό μου!», συλλογιζόταν. «Κανένα μισθό δεν θα λάβω. Χαμένα πήγαν τα χρήματα μου. Έπρεπε να τα μοιράσω στους φτωχούς».

Ο όσιος δεν κατάλαβε πως οι λογισμοί αυτοί ήταν πειρασμικοί. Έπεσε σε αθυμία και απόγνωση. Ούτε οι προσπάθειες του ηγουμένου ούτε η συμπαράσταση και οι συμβουλές των αδελφών στάθηκαν ικανές να τον βοηθήσουν και να τον παρηγορήσουν. Άρχισε να ζει απρόσεκτα και αταίριαστα για μοναχό. Σπαταλούσε το χρόνο της ζωής του άσκοπα, χωρίς πνευματικό αγώνα, χωρίς προσευχή, χωρίς υπακοή, βυθισμένος στην ψυχόλεθρη ακηδία και την αμέλεια.

Όταν είδαν οι πατέρες ότι τα λόγια τους όχι μόνο δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον εξερέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πια να του μιλούν και ρίχτηκαν στην προσευχή.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν άφησε να πάνε χαμένοι οι προηγούμενοι κόποι και οι αρετές του δούλου Του. Παραχώρησε λοιπόν να τον βρει μια βαριά αρρώστια.

Ο όσιος έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Για επτά μέρες ήταν αναίσθητος, μη μπορώντας να πάρει τροφή ή να επικοινωνήσει με κανένα.

Την όγδοη μέρα ο ηγούμενος κάλεσε όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του. Βλέποντας οι πατέρες πως δεν έβγαινε η ψυχή του, στέναζαν κι έλεγαν:
- Συμφορά στον αδελφό! Πέρασε τη ζωή του με αμέλεια και ραθυμία. Και τώρα η ψυχή του βασανίζεται και δεν μπορεί να βγει από το σώμα.

Εκείνη τη στιγμή όμως — ω των θαυμάσιων Σου, Χριστέ! — ο ετοιμοθάνατος Έρασμος συνήλθε, ανασηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι.
— Αδελφοί και πατέρες! είπε δυνατά, σαν να μην ήταν άρρωστος. Αλήθεια λέτε! Είμαι αμαρτωλός κι έζησα ράθυμα. Ο θάνατος με βρήκε αμετανόητο. Ενώ όμως ο διάβολος με χαρά περίμενε το τέλος μου, παρουσιάστηκαν οι όσιοι πατέρες μας Αντώνιος και Θεοδόσιος και μου είπαν: «Αδελφέ, προσευχηθήκαμε για σένα στον Κύριο. Κι Εκείνος, σαν πολυεύσπλαχνος, σου χάρισε καιρό μετανοίας». Μετά είδα και την Κυρία Θεοτόκο. «Έρασμε!», μου είπε. «Επειδή στόλισες την εκκλησία μου και την πλούτισες με ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησα για σένα στον Υιό μου. Θα σε αμείψω για την πράξη σου. Γιατί τους φτωχούς πάντοτε τους έχετε κοντά σας και πάντοτε μπορείτε να τους βοηθήσετε. Η εκκλησία μου όμως, μια φορά γίνεται και εξωραΐζεται. Σήκω τώρα, μετανόησε βαθιά για τις αμαρτίες σου και λάβε έπειτα το μεγάλο αγγελικό σχήμα. Σε τρεις ημέρες θα σε πάρω κοντά μου, επειδή αγάπησες την ευπρέπεια του οίκου μου».

Μόλις διηγήθηκε το όραμα του ο μακάριος Έρασμος, άρχισε με κλάματα και συντριβή να εξομολογείται τις αμαρτίες του χωρίς ντροπή μπροστά σ’ ολόκληρη την αδελφότητα. Μετά σηκώθηκε και πήγε στην εκκλησία.

Εκεί ο ηγούμενος τον έκειρε αμέσως, δίνοντάς του το μεγάλο αγγελικό σχήμα.

Τέλος, ο όσιος απομονώθηκε και ρίχτηκε στην προσευχή.
Την τρίτη μέρα, κατά τη διαβεβαίωση της Κυρίας Θεοτόκου, αναχώρησε ειρηνικά για τον ουρανό,

ΟΣΙΟΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ο νηστευτής και μάρτυς

ΟΠΩΣ φανερώνει και το ίδιο του το όνομα, ο μακάριος Ευστράτιος, εστρατεύθη «την καλήν στρατείαν, έχων πίσην και αγαθήν συνείδησιν», πράγμα που φανερώθηκε στη θεοφιλή ζωή και τα μαρτυρικά τέλη του. Μιμητής και γενναίος στρατιώτης του Σωτήρος Χριστού, ο θείος Ευστράτιος υπέμεινε όμοια μ’ Εκείνον πάθη.

Καταγόταν από την πόλη του Κιέβου. Νιώθοντας ισχυρό πόθο να ενδυθεί «την πανοπλίαν του Θεού», το άγιο μοναχικό σχήμα, διέκοψε κάθε δεσμό με τον κόσμο και τις βιοτικές μέριμνες. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, μένοντας ο ίδιος φτωχότερος απ’ όλους και πήγε στη μονή των Σπηλαίων για να κακοπαθήσει «ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού».

Μόλις έγινε μοναχός, άρχισε ν’ αγωνίζεται κατά των σαρκικών παθών και του διαβόλου με «τα όπλα του φωτός», την αγρυπνία, την προσευχή και προπαντός τη χριστομίμητη νηστεία. Με τον αγώνα και τη σκληρή εγκράτεια, ταπείνωνε τους δαίμονες και εξουδετέρωνε τις προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ότι ο Κύριός του, ο Ιησούς Χριστός, με τη σαρανταήμερη νηστεία και την προσευχή του κατέβαλε τον πονηρό. Θυμόταν ακόμη ότι, αντίθετα, ο πρωτόπλαστος Αδάμ από την ακράτειά του έπεσε κι εξορίστηκε από τον παράδεισο. Έτσι ο γενναίος Ευστράτιος έλιωσε πραγματικά το σώμα του με την αυστηρή νηστεία, αλλά μαζί μ’ αυτό έλιωσε και τα πάθη και διέλυσε τις δαιμονικές πλεκτάνες. Γι` αυτό επονομάστηκε νηστευτής.

Τα χρόνια εκείνα, «κρίμασιν οις Κύριος οίδε», ο ανόσιος χάνος Μπονιάκ, ηγέτης των Πολόφτσων, εισέβαλε στη ρωσική γη, τη λεηλάτησε με τις ορδές του κι έσυρε στην αιχμαλωσία πολλούς Ρώσους. Ανάμεσά τους ήταν και ο μακάριος Ευστράτιος, μαζί με άλλους μοναχούς των Σπηλαίων και χριστιανούς της περιοχής του Κιέβου.

Οι Πολόφτσοι πούλησαν τους αιχμαλώτους σε άλλους τόπους. Τον όσιο Ευστράτιο τον πούλησαν στην ελληνική γη της Χερσώνος σε κάποιο πλούσιο Εβραίο έμπορο, μαζί με άλλους χριστιανούς. Πενήντα αιχμαλώτους αγόρασε συνολικά εκείνος ο Εβραίος, τριάντα μοναστηριακούς και είκοσι κατοίκους του Κιέβου.

Από την πρώτη στιγμή ο μισόχριστος εκείνος άνθρωπος άρχισε να πιέζει τους αιχμαλώτους ν’ αρνηθούν το Χριστό. Όταν είδε πως με το μαλακό δεν κατόρθωνε τίποτε, αγρίεψε και δήλωσε ότι όποιος δεν υπέκυπτε, θα πέθαινε στα δεσμά με το αργό μαρτύριο της πείνας και της δίψας.

Όταν έμειναν μόνοι οι αιχμάλωτοι, πήρε το λόγο ο φιλόχριστος Ευστράτιος και είπε:
— Αδελφοί! «Πάντες υιοί Θεού έστε δια της πίστεως εν Χριστώ Ιησού• όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Στο όνομα λοιπόν του Κυρίου σας παρακαλώ: Κανείς ας μην αρνηθεί το Χριστό! Κανείς ας μην καταπατήσει τις ιερές υποσχέσεις που έδωσε στο άγιο βάπτισμα! Ας μιμηθούμε, αδελφοί μου, εκείνον που είπε:
— «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος»!

Μετά τις θεόπνευστες νουθεσίες του μακαρίου Ευστρατίου, όλοι οι αιχμάλωτοι πήραν τη σταθερή απόφαση να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον Κύριο Ιησού. Κι Εκείνος, σαν φιλάνθρωπος, παραχώρησε να παραδώσουν σύντομα την ψυχή τους οι ασθενέστεροι στο φρόνημα, για να μη μπουν σε πειρασμό και να μη διακινδυνέψουν τη σωτηρία της ψυχής τους. Γιατί ο μισόθεος Εβραίος πραγματοποίησε την απειλή του και τους έριξε όλους στα δεσμά, αφήνοντας τους χωρίς τροφή και νερό. Επιπλέον όμως, μανιασμένος για τη γενική άρνησή τους ν’ αλλαξοπιστήσουν, τους παρέδωσε σ’ αιμοβόρους βασανιστές, που τους βασάνισαν αλύπητα με άγριους ξυλοδαρμούς.

Μετά από τρεις ημέρες υπέκυψαν στο θάνατο ορισμένοι χριστιανοί. Άλλοι μετά από τέσσερις, πέντε, επτά, εννιά μέρες. Οι πιο ανθεκτικοί μετά από δεκαήμερα φρικτά βάσανα. Οι σαρανταεννέα από τους πενήντα πέθαναν σαν γενναίοι μάρτυρες, «καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες» από τον αγωνοθέτη Κύριο.

Μόνο ένας έμενε ζωντανός ακόμη: ο ανδρείος Ευστράτιος.

Μαθημένος από τα νεανικά του χρόνια στη σκληρή άσκηση και τη νηστεία, άντεξε δεκατέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα.

Ο Εβραίος ξέχυσε τότε όλο το δηλητήριο του μίσους του για το Χριστό και τους χριστιανούς πάνω στον όσιο, που είχε γίνει ο αίτιος να χάση όλα τα χρήματα της αγοράς των αιχμαλώτων. Και τι έκανε; Σαν έφτασε η μεγάλη μέρα της ενδόξου Αναστάσεως του Χριστού, αυτός και οι φίλοι του άρχισαν να βασανίζουν το μακάριο, όπως ακριβώς οι προπάτορές του βασάνισαν τον Κύριο μας: Τον ράπιζαν, τον χλεύαζαν, τον έφτυναν για πολλή ώρα. Έπειτα τον μαστίγωσαν ανελέητα. Και τέλος — ω στην αθλιότητά τους! — τον κάρφωσαν πάνω σε σταυρό!

Ήταν η δέκατη πέμπτη μέρα του μαρτυρίου του και ζούσε ακόμη.

Οι Εβραίοι ύψωσαν το σταυρό στο ύπαιθρο και άρχισαν να λένε στον εσταυρωμένο μιμητή του Θεανθρώπου:
- Γίνε, ανόητε, Εβραίος και θα σου χαρίσω τη ζωή. Αλλιώς όχι μόνο θα πεθάνεις, αλλά θα πέσει πάνω στο κεφάλι σου και η κατάρα του προφήτη Μωυσή, που γράφει στο Δευτερονόμιο: «Κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου»!
— Μεγάλη η χάρη του Θεού, αποκρίθηκε ο όσιος από το σταυρό, που μ’ αξίωσε να υποφέρω για το πανάγιο όνομά Του, με τον ίδιο τρόπο που υπέφερε κι Εκείνος για τις αμαρτίες μου. Ελπίζω να πει και σε μένα, όπως στο ληστή: «Σήμερον μετ’ εμού εση εν τω παραδείσω». Εβραίος εγώ δεν γίνομαι και τις κατάρες του παλαιού νόμου δεν τις φοβάμαι. Γιατί λέει ο άγιος απόστολος: «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα• γέγραπται γαρ επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου ίνα εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ γένηται εν Χριστώ Ιησού». Αυτός είναι «η ζωή των απάντων», όπως βεβαίωσε προφητικά ο Μωϋσής: «και έσται η ζωή σου κρεμάμενη απέναντι των οφθαλμών σου». Ενώ όμως για την εορτή του Πάσχα ο ψαλμωδός Δαβίδ έλεγε «αυτή η ημέρα, ην εποίησεν ο Κύριος• αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αύτη», εσύ και οι όμοιοί σου, που με σταυρώσατε για την αγία πίστη μου, θα κλάψετε και θα θρηνήσετε. «Τας νουμηνίας υμών και τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή μου», σας λέει ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα. «Όταν έκτεινητε τας χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου… αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις». Έφτασε η ώρα σας! Πλησιάζει ο θάνατος και του προστάτη σας, του αρχηγού της ανομίας!

Άναψε από οργή ο Εβραίος, ακούγοντας τ’ απειλητικά λόγια του θείου Ευστρατίου και βλέποντας τη γενναία αντίστασή του. Άρπαξε έξαλλος ένα ακόντιο και το κάρφωσε με δύναμη στην καρδιά του σταυρωμένου οσίου. Έτσι ο πιστός στρατιώτης του Χριστού βρήκε τέλος αντάξιο των ανδρείων πολεμιστών.

Και να! Μόλις ο θεομακάριστος παρέδωσε την ψυχή του, φάνηκε πύρινη άμαξα, που την παρέλαβε και την ανέβασε στον ουρανό. Την ίδια στιγμή ακούστηκε θεία φωνή να λέει ελληνικά:
- Ιδού ο καλός πολίτης της ουράνιας πολιτείας!

Οι ανόσιοι σταυρωτές κατέβασαν το μαρτυρικό σώμα από το σταυρό και το πέταξαν στη θάλασσα.
Όσο κι αν έψαξαν όμως αργότερα οι χριστιανοί, δεν μπόρεσαν να το βρουν. Η ανεξερεύνητη οικονομία του Θεού μετέφερε το τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση, στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου. Εκεί το βρήκαν με κατάπληξη και δέος οι αδελφοί – εκείνοι που είχαν σωθεί και επιστρέψει στη μονή μετά το πέρασμα των Πολόφτσων — και το κήδεψαν με τιμές και δοξολογίες.

Στον τόπο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, επιτελώντας αναρίθμητα θαύματα στους πιστούς.
Η πρόρρηση του ενδόξου οσιομάρτυρος για την τιμωρία των σταυρωτών του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί.
Σχεδόν αμέσως μετά τη μαρτυρική τελευτή του, ήρθε διαταγή από τον Έλληνα αυτοκράτορα να διωχτούν από τα όρια του κράτους του όλοι οι Εβραίοι, να δημευτούν οι περιουσίες τους και να θανατωθούν οι άρχοντες τους, σαν υπαίτιοι των μαρτυρίων πολλών χριστιανών.

Σύμφωνα με τα τελευταία προφητικά λόγια του οσίου Ευστρατίου, ο έπαρχος της Χερσώνος και κρυφός προστάτης των Εβραίων θανατώθηκε, σαν υποκινητής και πρωτεργάτης των εβραϊκών κακουργημάτων.
Ο έπαρχος αυτός ήταν Εβραίος, κατά το γένος και την πίστη, άνθρωπος ονομαστός και πλούσιος. Κάποτε όμως έδειξε ότι πίστεψε στο Χριστό και ζήτησε να βαπτιστή. Μετά τη βάπτισή του, ο αυτοκράτορας τον τίμησε και τον διόρισε διοικητή της Χερσώνος. Αλλά εκείνος ο άθλιος, ενώ παρίστανε το χριστιανό, παρέμεινε κρυφά Εβραίος και προέτρεπε μυστικά τους ομοπίστους του ν’ αγοράζουν τους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τους εξαναγκάζουν σε άρνηση του Χριστού. Κι αν δεν υποκύπτουν, να τους βασανίζουν μέχρι θανάτου.

Ο δίκαιος Θεός όμως δεν άργησε ν’ αποκάλυψη τη σκοτεινή και σατανική δραστηριότητά του.

Κι έτσι, με βασιλική διαταγή, κηρύχθηκε διωγμός κατά των Εβραίων, ενώ οι ηγέτες τους, όπως είπαμε, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και του οσίου Ευστρατίου ο φονιάς, που κρεμάστηκε σ’ ένα δέντρο από τους στρατιώτες του αυτοκράτορα.

Σαν του Κυρίου μας Ιησού ήταν το ένδοξο τέλος του οσιομάρτυρος Ευστρατίου.

Σαν του Ιούδα ήταν το άδοξο τέλος του αντίχριστου Εβραίου.

Κι ενώ αυτός απήλθε «εις κόλασιν αιώνιον», ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού και αθλοφόρος Ευστράτιος αξιώθηκε ν’ ανέλθει στη βασιλεία των ουρανών και να ψάλλει εκεί μαζί με τα ουράνια στρατεύματα τον επινίκιο ύμνο, δοξολογώντας ακατάπαυστα το Νικητή του θανάτου, Κύριό μας Ιησού Χριστό .

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ

Θεέ μου και Κύριε του κόσμου, Συ ο αγαθότατος πατέρας των ανθρώπων, Σύ που είσαι άναρχος και αιώνιος και αναλλοίωτος και αμετάβλητος, Σύ που η ουσία σου και το μέγεθός σου και η αγαθότητά σου η άπειρη, δεν χωρεί στον μικρό και περιορισμένο νου μας, Σύ που είσαι η πλουσιώτατη πηγή και η απερίγραπτη άβυσσος της δύναμης και της σοφίας, σ΄ευχαριστώ και σε δοξάζω που είδες με συμπάθεια και αγάπη κι εμένα το μικρό και αδύνατο και αμαρτωλό.Σ΄ευχαριστώ που με λύτρωσες από σκέψεις και πράξεις κακές, μοχθηρές και μάταιες και με έσωσες από τις πολλές και διάφορες παγίδες του διαβόλου, που είναι ο άρχοντας του σκότους και της πλάνης.Σ΄ευχαριστώ, Κύριε, και σε δοξολογώ γιατί έδειξες με θαυμαστό τρόπο την αγάπη σου σε μένα και έγινες ο φιλανθρωπότατος τροφοδότης μου σε όλες τις περιπτώσεις, καί κυβερνήτης, καί φύλακας, καί προστάτης, καί καταφύγιο, καί σωτήρας, καί κηδεμόνας της ψυχής και του σώματός μου.Σ΄ευχαριστώ, πού, παρ΄όλη την απροσεξία και την αμέλειά μου, με αρπάζεις και με γλιτώνεις από το κακό, όπως η μητέρα το μικρό της παιδί.Σ΄ευχαριστώ και σε δοξολογώ που βάζεις μέσα μου θέληση μετανοίας για τις αμαρτίες μου και μου χαρίζεις μύριες ευκαιρίες για να επιστρέφω σε Σένα.Σ΄ευχαριστώ και σε δοξολογώ που με δυναμώνεις στις ώρες της αδυναμίας και δεν μ΄αφήνεις να πέσω, αλλά απλώνεις το παντοδύναμο χέρι Σου και με σηκώνεις και με φέρνεις κοντά Σου.Τί να ανταποδώσω, Πανάγαθε Θεέ μου, για όλες τις ευεργεσίες που μου έκανες και εξακολουθείς να μου κάνεις; Ποιες ευχαριστίες να σου πώ; Γι΄αυτό σαν το γλυκόλαλο αηδόνι θα σε υμνώ και θα σε δοξολογώ.Και όλες τις ημέρες της ζωής μου θα ευλογώ το Άγιο Όνομα Σου, Δημιουργέ και Ευεργέτη και Προστάτη μου άγρυπνε, μολονότι δεν είμαι άξιος να μιλώ μαζί Σου στις προσευχές. Η δική σου όμως αγάπη για μένα και η μακροθυμία Σου, μου δίνει το θάρρος να σου μιλώ, να σ΄ευχαριστώ και να σε δοξολογώ.Και θα το κάνω πάντοτε, γιατί μου κάνει πολύ καλό.Μέγας Βασίλειος
 

Προφητείες του Αγίου Νήφωνος σε όραμα.

Μια βραδιά, αφού τελείωσε την καθιερωμένη νυχτερινή του προσευχή, ξάπλωσε να κοιμηθεί πάνω στις πέτρες του, όπως πάντα. Ήταν μεσάνυχτα και αγρυπνούσε ακόμη κοιτάζοντας το φεγγάρι και τα αστέρια στον ουρανό.
Μόνος καθώς ήταν, αναλογίσθηκε τις αμαρτίες του και θρηνούσε γοερά, γιατί έφερνε στον νου του τη φοβερά ώρα της Κρίσεως. Έξαφνα βλέπει να αποτραβιέται το στερέωμα του ουρανού σαν σεντόνι. Και να παρουσιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός σε πελώριες διαστάσεις. Στεκόταν στους αιθέρες περικυκλωμένος απ’ όλες τις ουράνιες στρατιές: άγγελοι, αρχάγγελοι, τάγματα φοβερά και εξαίσια, παραταγμένα με κάθε συστολή.
Ο Κύριος ένευσε στον στρατηγό του ενός τάγματος και εκείνος πλησίασε λαμπρός, φοβερός, μα και συνεσταλμένος:
«Μιχαήλ, Μιχαήλ, άρχοντα της διαθήκης, παράλαβε με το τάγμα σου τον πυρίμορφο θρόνο της δόξης μου και πήγαινε στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Εκεί θα τον εγκαταστήσεις σαν πρώτο σημάδι της παρουσίας μου. Γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λάβει καθένας κατά τα έργα του. Κάνε γρήγορα, έφτασε η στιγμή. Θα δικάσω αυτούς που προσκύνησαν τα είδωλα κι αρνήθηκαν Εμένα τον δημιουργό τους. Αυτούς που λάτρεψαν τις πέτρες και τα ξύλα που τους έδωσα για τις ανάγκες τους. Όλοι τους θα συντριβούν ως σκεύη κεραμέως. Καθώς και οι εχθροί μου οι αιρετικοί που τόλμησαν να με χωρίσουν από τον Πατέρα μου. Που τόλμησαν να υποβιβάσουν σε κτίσμα το Παράκλητον Πνεύμα. Αλλοίμονό τους, ποια κόλαση τους περιμένει!.
Τώρα θα εμφανισθώ και στους Ιουδαίους που με σταύρωσαν και δεν πίστεψαν στην θεότητά μου. Mου δόθηκε κάθε εξουσία, τιμή και δύναμη. Είμαι δικαιοκριτής. Τότε που ήμουνα πάνω στον Σταυρό έλεγαν: Ουά! Ο καταλύων τον ναόν… σώσον σεαυτόν. Τώρα, εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω. Εγώ θα κρίνω, θα ελέγξω και θα τιμωρήσω σκληρά το πονηρό και διεστραμμένο γένος, γιατί δεν μετάνοιωσε. Τους έδωσα ευκαιρίες να μετανοήσουν, αλλά τις περιφρόνησαν. Θα λάβω λοιπόν τώρα την εκδίκηση.
Το ίδιο θα κάνω και στους Σοδομίτες, που βρώμισαν τη γη και τον αέρα με την δυσωδία τους. Τους έκαψα τότε. Και πάλι θα τους ξανακάψω, γιατί μίσησαν την ηδονή του Αγίου Πνεύματος και αγάπησαν την ηδονή του διαβόλου.
Θα τιμωρήσω και τους μοναχούς, τους άφρονες και σκοτισμένους, που μοιάζουν σαν θηλυμανή άλογα. Δεν αρκέσθηκαν στη νόμιμη συζυγία τους, αλλά στράφηκαν ανόητα στην μοιχεία και ο σατανάς τους έριξε δεμένους στην άβυσσο του πυρός. Δεν άκουσαν ότι φοβερό το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος; Δεν φοβούνται το εγώ το εμβρίμημά μου αποτελέσω εις αυτούς; Τους κάλεσα να μετανοιώσουν κι όμως δεν μετάνοιωσαν.
Θα καταδικάσω και τους κλέφτες που έκαναν ένα σωρό κακά, ακόμη και φόνους! Και όλους όσοι έπραξαν πλήθος αμαρτιών. Εγώ τους χάρισα ευκαιρίες για να αλλάξουν αλλά δεν έδωσαν καμιά σημασία. Που είναι τα καλά τους έργα; Τους έδειξα τον άσωτο σαν τύπο και υπογραμμό – και πολλούς άλλους – για να μην αποθαρρύνονται στις αμαρτίες τους. Αλλ’ αυτοί καταφρόνησαν τις εντολές μου και με αρνήθηκαν. Αποστράφηκαν Εμένα και υποδουλώθηκαν στην αμαρτία. Ας πορευθούν λοιπόν στη φλόγα που οι ίδιοι άναψαν.
Αλλά κι όσους πέθαναν μνησίκακοι, θα τους παραδώσω σε φοβερό κλύδωνα. Γιατί δεν πόθησαν την ειρήνη μου, αλλά στάθηκαν στη ζωή τους θυμώδεις, πικρόχολοι και οργίλοι.
Τους πλεονέκτες, τους τοκογλύφους και τους φιλάργυρους θα τους εξολοθρεύσω και θα ξεχύσω πάνω τους όλη μου την οργή, γιατί στήριξαν την ελπίδα τους στο χρυσάφι κι Εμένα με αγνόησαν σαν να μη φρόντιζα γι’ αυτούς.
Κι εκείνους τους ψευτοχριστιανούς, που ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών ή ότι γίνεται μετεμψύχωση, θα τους λειώσω στη γεέννα σαν το κερί. Τότε θα πεισθούν για την ανάσταση των νεκρών.
Οι δηλητηριαστές, οι μάγοι κι όλοι οι όμοιοί τους θα βασανιστούν ανελέητα.
Αλλοίμονο και σ’ αυτούς που μεθάνε, γλεντοκοπάνε με κιθάρες και τύμπανα, που τραγουδάνε, χορεύουν, αισχρολογούν και φαντάζονται πονηρά. Τους κάλεσα και δεν με άκουσαν, αλλά με καταγελούσαν. Τώρα το σκουλήκι θα τους κατατρώει την καρδιά. Σ’ όλους χάρισα έλεος και μετάνοια, μα κανένας δεν έδινε τότε προσοχή.
Θα βυθίσω στο σκοτάδι κι όσους περιφρόνησαν τις Αγίες Γραφές, που τις έγραψε το Πνεύμα μου δια μέσου των αγίων.
Θα κρίνω ακόμη κι αυτούς που ασχολούνται με προλήψεις και δεισιδαιμονίες και στηρίζουν τις ελπίδες τους σε μαχαίρια, αξίνες, δρεπάνια κι άλλα παρόμοια. Τότε θα μάθουν ότι έπρεπε να ελπίζουν στον Θεό κι όχι στα δημιουργήματά Του. Θα ταράζονται και θ’ αντιλέγουν τότε, μα δεν θα έχουν πια καμιά δύναμη, γιατί εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω.
Θα τιμωρήσω και τους βασιλείς και τους άρχοντες που με πίκραιναν αδιάκοπα με τις αδικίες τους. Έκριναν άδικα και περήφανα περιφρονώντας τους ανθρώπους. Και αυτοί μεν πληρώνονταν. Η δική μου όμως εξουσία δεν δέχεται δωροδοκίες. Για την αδικία τους θα τους αφανίσω. Τότε θα καταλάβουν ότι εγώ είμαι ο φοβερός που αφαιρώ τις εξουσίες των αρχόντων. Θα καταλάβουν ότι είμαι φοβερότερος απ’ όλους τους βασιλείς της γης. Ουαί σ’ αυτούς! Τι κόλαση τους περιμένει! Γιατί έτριξαν τα δόντια τους κι έχυσαν αθώο αίμα, το αίμα των παιδιών τους και των θυγατέρων τους.
Αλλά σε ποιαν οργή θα παραδώσω τους μισθωτούς, που δεν ήταν γνήσιοι ποιμένες; Που ρήμαξαν τον αμπελώνα μου και σκόρπισαν τα πρόβατά μου; Που ποίμαιναν χρυσάφι κι ασήμι – όχι ψυχές – και ζήτησαν την ιεροσύνη από συμφέρον; Πόση θα είναι η τιμωρία τους; Πόσος ο οδυρμός; Θα ξεχύσω πάνω τους όλο το θυμό και την οργή μου και θα τους συντρίψω. Πρόβατα και βόδια φθαρτά φρόντισαν ν’ αποκτήσουν, μα τα δικά μου λογικά πρόβατα δεν τα νοιάσθηκαν. Θα τιμωρήσω με ράβδο τις ανομίες τους και με μαστίγιο τις αδικίες τους.
Αλλά και τους ιερείς που γελούν η φιλονικούν μέσα στις αγίες εκκλησίες μου, τι θα τους κάνω; Θα τους συμμορφώσω στο πυρ και στον τάρταρο.
Ήρθα κι έρχομαι. Όποιος έχει τη δύναμη ας με αντιμετωπίσει. Αλλά ουαί κι αλλοίμονο σ’ αυτόν που όντας αμαρτωλός θα πέσει στα χέρια μου! Γιατί καθένας θα εμφανισθεί ενώπιόν μου γυμνός και τετραχηλισμένος. Πού θα τολμήσει να φανερωθεί τότε η αναίδεια των αμαρτωλών; Πώς θ’ αντικρίσουν το πρόσωπό μου; Πού θα βάλουν τη ντροπή τους; Θα καταισχυνθούν μπροστά στις άχραντες Δυνάμεις μου.
Θα κατακρίνω όμως κι όσους μοναχούς αμέλησαν τα καθήκοντά τους και πρόδωσαν τις υποσχέσεις που έδωσαν ενώπιον Θεού, αγγέλων και ανθρώπων. Αλλά υποσχέθηκαν κι άλλα έπραξαν. Απ’ το ύψος των νεφελών θα τους γκρεμίσω στην άβυσσο. Δεν τους έφτανε η δική τους απώλεια, αλλά προξένησαν ολέθριο σκάνδαλο και σ’ άλλους. Ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να μην απαρνηθούν τον κόσμο παρά που τον απαρνήθηκαν κι έζησαν αισχρά, ανακατεμένοι με την ασωτία. Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω σ’ όσους δεν θέλησαν να μετανοιώσουν. Εγώ θα τους κρίνω σαν δίκαιος Κριτής!...»
Τα λόγια αυτά που βροντοφώνησε ο Κύριος στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ, γέμισαν δέος τις αναρίθμητες Δυνάμεις των αγγέλων.
Έπειτα πρόσταξε να του φέρουν τους Επτά Αιώνες της συστάσεως του κόσμου. Ο Μιχαήλ ανέλαβε την εκτέλεση κι αυτής της προσταγής. Γι’ αυτό πήγε αμέσως στο οίκο της διαθήκης και τους έφερε. Ήταν σαν μεγάλα βιβλία και τα τοποθέτησε μπροστά στον Κριτή. Έπειτα στάθηκε παράμερα παρατηρώντας με ευλάβεια πως ξεφυλλίζει ο Κύριος την ιστορία των αιώνων.
Πήρε Εκείνος τον πρώτο Αιώνα, τον άνοιξε και διάβασε:
«Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, ένας Θεός σε τρία πρόσωπα. Από τον Πατέρα γεννήθηκε ο Υιός και δημιουργός των αιώνων. Διότι με τον Λόγο του Πατρός, τον Υιό, έγιναν οι Αιώνες, δημιουργήθηκαν οι ασώματες Δυνάμεις και στερεώθηκαν οι ουρανοί, η γη, τα καταχθόνια, η θάλασσα, οι ποταμοί και πάντα τα εν αυτοίς.»
Έπειτα διάβασε λίγο παρακάτω:
«Εικόνα του αόρατου Θεού είναι ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, με τη γυναίκα του, την Εύα. Στον Αδάμ δόθηκε μια εντολή από τον παντοκράτορα Θεό και δημιουργό όλων των ορατών και αοράτων. Είναι ένας νόμος που πρέπει να τηρηθεί με κάθε ασφάλεια και ακρίβεια, ώστε να θυμάται τον δημιουργό του, και να μην ξεχνάει ότι υπάρχει Θεός από πάνω του».
Πάλι προχώρησε λίγο:
«Παράβαση στην οποία υπέπεσε η εικόνα του Θεού από απάτη η μάλλον από απροσεξία και αμέλεια. Αμάρτησε ο άνθρωπος και διώχθηκε απ’ τον παράδεισο με δίκαιη κρίση και απόφαση του Θεού. Δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα σε τόσα αγαθά ο αχρείος παραβάτης!».
Πιο κάτω διάβασε:
«Ο Κάιν ρίχθηκε στον Άβελ και τον σκότωσε, κατά την βουλή του διαβόλου. Οφείλει να καεί στη φωτιά της γεέννας, γιατί έμεινε αμετανόητος. Ενώ ο Άβελ θα ζήσει αιώνια».
Κατά τον ίδιο τρόπο ξεφύλλισε τα έξι βιβλία των Αιώνων. Πήρε τέλος το έβδομο και διάβασε:
«Η αρχή του εβδόμου Αιώνα σημαίνει το τέλος των αιώνων. Αρχίζει να γενικεύεται η κακία, η πονηρία κι η ασπλαχνία. Οι άνθρωποι του έβδομου Αιώνα είναι πονηροί, φθονεροί, ψεύτες, με υποκριτικήν αγάπη, φίλαρχοι, υποδουλωμένοι στις σοδομίτικες αμαρτίες».
Προχώρησε λίγο, κάτι διάβασε κι έστρεψε αμέσως θλιμμένο το βλέμμα του ψηλά, στήριξε το ένα χέρι στο γόνατο, με το άλλο σκέπασε το πρόσωπο και τα μάτια κι έμεινε συλλογισμένος σ’ αυτή τη στάση ώρα πολλή. Σε λίγο ψιθύρισε:
«Αλήθεια τούτος ο έβδομος Αιώνας ξεπέρασε στην αδικία και την πονηρία όλους τους προηγούμενους».
Διάβασε παρακάτω:
«Οι Έλληνες και τα είδωλά τους γκρεμίσθηκαν με το ξύλο, την λόγχη και τα καρφιά που έμπηξαν οι σταυρωτές στο ζωηφόρο Σώμα μου».
Σώπασε μερικές στιγμές και πάλι έσκυψε στο βιβλίο.
«Δώδεκα άρχοντες του Μεγάλου Βασιλέως, λευκοί σαν το φως, συντάραξαν τη θάλασσα, στόμωσαν θηρία, έπνιξαν τους νοητούς δράκοντες, φώτισαν τυφλούς, χόρτασαν πεινασμένους και φτώχεψαν πλουσίους. Ψάρεψαν πολλές νεκρωμένες ψυχές ξαναδίνοντάς τους ζωή. Μεγάλος ο μισθός τους!...».
κι έπειτα από λίγο:
«Εγώ ο Αγαπητός διάλεξα και μάρτυρες αθλοφόρους για χάρη μου. Η φιλία τους έφτασε ως τον ουρανό και η αγάπη τους ως τον θρόνο μου! Ο πόθος τους ως την καρδιά μου και η λατρεία τους με φλογίζει δυνατά. Η δόξα και το κράτος μου είναι μαζί τους!...».
Αφού γύρισε αρκετά φύλλα, ψιθύρισε μ’ ένα χαμόγελο ικανοποιήσεως:
«Ω πανέμορφη και πολύτιμη Νύμφη! Πόσοι αισχροί πάσχισαν να σε μολύνουν! Μα δεν πρόδωσες Εμένα το Νυμφίο σου!... Αμέτρητες αιρέσεις σε απείλησαν, αλλά η πέτρα που πάνω της είσαι θεμελιωμένη δεν σαλεύθηκε, γιατί πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».
Πιο κάτω ήταν γραμμένες όλες οι αμαρτίες των ανθρώπων, όσες βρήκε ο θάνατος να μην έχουν ξεπλυθεί στη μετάνοια.
Κι ήταν τόσες πολλές, σαν την άμμο της θάλασσας!... Τις διάβασε ο Κύριος δυσαρεστημένος και κουνούσε το κεφάλι του αναστενάζοντας.
Το αμέτρητο πλήθος των αγγέλων στεκόταν περίτρομο από το φόβο της δίκαιης οργής του Κριτού.
Όταν ο Κύριος έφτασε στη μέση του Αιώνα αυτού, παρατήρησε:
«Τούτο το έσχατο βιβλίο είναι γεμάτο από τη δυσωδία των αμαρτιών, από τ’ ανθρώπινα έργα, που είναι όλα ψεύτικα και βρωμερά: Φθόνοι, φόνοι, ψεύδη, έχθρες, μνησικακίες. Φθάνει πια! Θα το σταματήσω στη μέση. Να πάψει η κυριαρχία της αμαρτίας.
Και λέγοντας αυτά τα οργισμένα λόγια ο Κύριος έδωσε στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ το σύνθημα για την Κρίση. Αυτοστιγμεί εκείνος με το τάγμα του πήραν τον υπέρλαμπρο και απερίγραπτο θρόνο κι έφυγαν. Ήταν το τάγμα τόσο πολυπληθές, ώστε η γη δεν το χωρούσε. Φεύγοντας βροντοφωνούσαν:
«Άγιος, άγιος, άγιος, φοβερός και μέγας, υψηλός, θαυμαστός και δεδοξασμένος ο Κύριος στους αιώνες των αιώνων.»
Έπειτα αποχώρησε ο Γαβριήλ με το τάγμα του ψάλλοντας:
«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού»!
Και απ’ αυτούς τους φοβερούς όρκους συγκλονίζονταν ο ουρανός και η γη. Ακολούθησε ο τρίτος μέγας αρχιστράτηγος, ο Ραφαήλ, με το τάγμα του αναπέμποντας τον ύμνο:
«Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν.»
Τέλος ξεκίνησε και η τέταρτη παράταξη. Ο άρχοντάς της ήταν λευκός και λαμπερός σαν το χιόνι, με όψη γλυκειά. Φεύγοντας άρχισε κι αυτός να ψάλλει δυνατά:
«Θεός θεών Κύριος ελάλησε και εκάλεσε την γην από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών. Εκ Σιών η ευπρέπεια τη ωραιότητος αυτού. Ο Θεός εμφανώς ήξει, ο Θεός ημών και ου παρασιωπήσεται. Πυρ ενώπιον αυτού προπορεύσεται και κύκλω αυτού καταιγίς σφόδρα.»
Και συνέχεια τον υπόλοιπο ψαλμό. Ενώ οι αξιωματούχοι του αποκρίνονταν:
«Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.»
Ο αρχηγός αυτού του τάγματος ονομαζόταν Ουριήλ.
Σε λίγο έφεραν ενώπιον του Κυρίου τον δοξασμένο Σταυρό του, που έλαμπε σαν φοβερή αστραπή και σκόρπιζε άρρητη ευωδία. Τον συνόδευαν με εξαιρετικές τιμές δύο τάγματα Εξουσιών και Δυνάμεων. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικά μεγαλόπρεπο. Οι πολυάριθμες δυνάμεις έψαλαν αρμονικά.
Άλλοι έλεγαν με μεγάλο δέος:
«Υψώσω σε ο Θεός μου ο Βασιλεύς μου και ευλογήσω ο όνομά σου εις τον αιώνα».
Άλλοι έλεγαν:
«Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού, ότι άγιος εστί. Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια!».
Έπειτα δόθηκε θεία διαταγή να έρθει πάλι ο κραταιός άρχοντας Μιχαήλ για να παρουσιαστεί δίπλα στον θρόνο του Κυρίου. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάσθηκε ένας άγγελος που κρατούσε μία βροντερή σάλπιγγα. Την πήρε ο Κριτής στα χέρια του, σάλπισε τρεις φορές κι είπε τρεις λόγους. Μετά την παρέδωσε στον Μιχαήλ:
«Σε προστάζω να πάρεις το θείο σου τάγμα και να σκορπισθήτε σ’ όλο τον κόσμο, για να μεταφέρετε πάνω σε νεφέλες τους αγίους, απ’ την ανατολή και τη δύση, τον βορρά και τον νότο. Θα τους συγκεντρώσεις όλους για να υποδεχθούν την παρουσία μου, μόλις ηχήσει η σάλπιγγα».
Ύστερα απ’ όλα αυτά έρριξε ένα βλέμμα στη γη ο δίκαιος Κριτής και είδε… Ομίχλη και σκοτεινά, θρήνος και ουαί και κοπετός πολύς. Φοβερή η τυραννία του σατανά! Μανίαζε και φρίαττε ο δράκοντας, κατέστρεψε τα πάντα συντρίβοντάς τα σαν χορτάρι, γιατί έβλεπε τους αγγέλους του Θεού να του ετοιμάζουν το αιώνιο πυρ.
Μόλις τα είδε ολ’ αυτά ο Κύριος, κάλεσε ένα πύρινο άγγελο με αυστηρή και φοβερή όψη, χωρίς λύπηση – ήταν αρχηγός των αγγέλων που επιβλέπουν το πυρ της κολάσεως – και του είπε:
«Πάρε μαζί σου τη ράβδο μου που δένει και συντρίβει. Πάρε κι αμέτρητους αγγέλους απ’ το τάγμα σου, τους πιο φοβερούς, που τάχθηκαν τιμωροί των κολασμένων. Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, για να βρείτε τα ίχνη του ζοφερού άρχοντα. Άρπαξέ τον με ισχύ και κραταιότητα και χτύπα τον αλύπητα με τη ράβδο μου ώσπου να παραδώσει το τάγμα των πονηρών πνευμάτων. Κι αφού τους δέσεις όλους γερά με την ισχύ της ράβδου, κατά τη διαταγή μου, θα του ρίξεις στις πιο άσπλαχνες και άγριες κολάσεις!...
Και τότε πια, όταν όλα ήταν έτοιμα, έγινε νεύμα στον αρχάγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα να σαλπίσει ηχηρά. Αμέσως απλώθηκε απότομα νεκρική σιγή, σαν να ηρέμησαν τα σύμπαντα.
Με το πρώτο σάλπισμα συναρμολογήθηκαν όλα τα σώματα των νεκρών.
Με το δεύτερο, Πνεύμα Κυρίου επανέφερε τις ψυχές μέσα στα νεκρά σώματα.
Δέος και φρίκη κατέλαβε τα σύμπαντα.
Τα ουράνια και τα επίγεια έτρεμαν.
Και τότε αντήχησε το τρίτο και φοβερότερο σάλπισμα, που συγκλόνισε όλο τον κόσμο. Οι νεκροί αναστήθηκαν από τα μνήματα εν ριπή οφθαλμού. Φοβερό θέαμα! Ξεπερνούσαν σε αριθμό και την άμμο της θάλασσας. Συγχρόνως σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν απ’ τα ουράνια προς τον θρόνο της ετοιμασίας τ’ αγγελικά τάγματα βροντοφωνώντας:
«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη φόβου και τρόμου».
Στεκόταν όλος ο λαός και το αναρίθμητο σύνταγμα των αγγέλων περιμένοντας. Έτρεμαν και φρικιούσαν μπροστά στη φοβερή θεία εξουσία που κατέβαινε στη γη. Ενώ όμως όλοι κοίταζαν ψηλά, ξαφνικά άρχισαν να γίνονται σεισμοί, βροντές και αστραπές στην κοιλάδα της Δίκης και στον αιθέρα, ώστε κατατρόμαξαν όλοι. Τότε αποσύρθηκε σαν βιβλίο το στερέωμα του ουρανού και φάνηκε ο Τίμιος Σταυρός να λάμπει σαν το ήλιο και να σκορπίζει θείες μαρμαρυγές. Τον κρατούσαν οι άγγελοι μπροστά από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και Κριτή της οικουμένης, που ερχόταν.
Σε λίγο ακούγεται ένας ύμνος, ένα τραγούδι πρωτάκουστο: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Θεός Κύριος, κριτής εξουσιαστής, άρχων ειρήνης».
Μόλις τελείωσε η βροντερή τούτη δοξολογία, εμφανίζεται ο Κριτής επί των νεφελών, καθισμένος σε θρόνο πύρινο. Με την πολλή του καθάρια λαμπρότητα πυρπολούσε τον ουρανό και την γη.
Έξαφνα, μεσ’ απ’ το πλήθος των αναστημένων νεκρών άρχισαν μερικοί ν’ αστράφτουν σαν ήλιοι! Αμέσως αρπάζοταν από τις νεφέλες στον αέρα για να συναντήσουν τον Κύριό τους. Οι περισσότεροι όμως απόμειναν κάτω. Κανείς δεν τους πήρε στον ουρανό!... θρηνούσαν πικρά που δεν αξιώθηκαν ν’ αρπαχθούν κι αυτοί από τις νεφέλες κι ήταν φαρμάκι η λύπη και η οδύνη στις ψυχές τους. Έπεσαν όλοι γονατιστοί μπροστά στον Κριτή και πάλι σηκώθηκαν.
Είχε πια καθήσει στον θρόνο «θρόνος της ετοιμασίας» ο φοβερός Κριτής και μαζεύτηκαν γύρω του όλες οι δυνάμεις των ουρανών με φόβο και τρόμο. Όσοι είχαν αρπαχθεί απ’ τα σύννεφα προς απάντησή του, τοποθετήθηκαν στα δεξιά του. Οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν στ’ αριστερά του Κριτού. Ήταν Ιουδαίοι, άρχοντες, αρχιερείς, ιερείς, βασιλείς και πολύ πλήθος μοναχών και λαϊκών. Στέκονταν καταντροπιασμένοι, ελεεινολογώντας τον εαυτό τους και θρηνώντας την απώλειά τους. Τα πρόσωπά τους ήταν εξαθλιωμένα και αναστέναζαν βαθιά συντριμμένοι.
Σ’ όλους είχε απλωθεί νεκρικό πένθος. Και πουθενά δεν φαινόταν καμμιά παρηγοριά.
Όσοι όμως στέκοταν στα δεξιά του Κριτού ήταν όλοι φαιδροί, φωτεινοί σαν ήλιοι, σεμνοί, δοξασμένοι, λευκοί σαν το φως, πυρπολημένοι, λες, από μία θεόφωτη αστραπή. Έμοιαζαν – αν δεν είναι τολμηρό να το πει κανείς – σαν τον Κύριο και Θεό τους.
Παρευθύς έρριξε το βλέμμα του και απ’ τη μία και απ’ την άλλη μεριά ο φοβερός Κριτής. Στα δεξιά κοίταξε ευχαριστημένος και χαμογέλασε. Όταν όμως γύρισε στ’ αριστερά του, ταράχθηκε, οργίσθηκε πολύ και απέστρεψε αμέσως το πρόσωπό του.
Τότε με δυνατή και επίσημη φωνή λέει στους «εκ δεξιών» του:
«Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με.»
Παραξενεύτηκαν εκείνοι και ρώτησαν!
«Κύριε πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε;
Αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε.»
Στρέφεται τότε προς τους «εξ ευωνύμων» και τους λέει με δριμύτητα:
«Πορεύεσθαι απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατε με, ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με.»
«Κύριε», τον ρώτησαν κι αυτοί απορημένοι, «πότε σε είδομεν και εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;
«Αμήν λέγω υμίν», τους απάντησε ο Κύριος, «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Χαθείτε απ’ τα μάτια μου, καταραμένοι της γης! Στον τάρταρο, στον βρυγμό των οδόντων! Εκεί θα 'ναι ο θρήνος και ο οδυρμός, ο ατελείωτος.
Μόλις έβγαλε αυτή την απόφαση ο Κριτής, αμέσως ξεχύθηκε απ’ την ανατολή ένας τεράστιος πύρινος ποταμός, που κυλούσε ορμητικά προς την δύση. Ήταν πλατύς σαν μεγάλη θάλασσα. Οι αμαρτωλοί απ’ τ’ αριστερά βλέποντάς τον κατατρόμαξαν κι άρχισαν να τρέμουν φρικτά απ’ την απελπισία τους. Μα ο αδέκαστος Κριτής πρόσταξε να περάσουν όλοι – δίκαιοι και άδικοι – μέσ’ απ’ τον φλεγόμενο ποταμό, για να τους δοκιμάσει το πυρ.
Άρχισαν πρώτα οι «εκ δεξιών», που πέρασαν όλοι και βγήκαν λαμπεροί σαν ατόφιο χρυσάφι. Τα έργα τους δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο φωτεινά και διαυγή με τη δοκιμασία. Γι’ αυτό γέμισαν αγαλλίαση.
Έπειτα απ’ αυτούς ήρθαν και οι «εξ ευωνύμων» να περάσουν μέσ’ απ’ τη φωτιά, για να δοκιμασθούν τα έργα τους. Αλλά, επειδή ήταν αμαρτωλοί, η φλόγα άρχισε να τους καίει και τους κράτησε μέσα στη μέση του ποταμού. Και τα μεν έργα τους κατακάηκαν σαν άχυρα, ενώ τα σώματά τους έμειναν σώα να φλέγονται επί χρόνια και αιώνες ατέλειωτους μαζί με τον διάβολο και τους δαίμονες. Κανένας δεν κατόρθωσε να βγει από κείνο το πύρινο ποτάμι! Όλους τους αιχμαλώτισε η φωτιά, γιατί ήταν άξιοι καταδίκης και τιμωρίας.
Αφού παραδόθηκαν στην κόλαση οι αμαρτωλοί, σηκώθηκε απ’ το θρόνο του ο φοβερός Κριτής και ξεκίνησε για το θεϊκό ανάκτορο μ’ όλους τους αγίους του. Τον περικύκλωναν, πάντα με πολύ φόβο και τρόμο, όλες οι ουράνιες δυνάμεις ψάλλοντας:
«Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης, ο Κύριος και Θεός των θεών μαζί μ’ όλους τους αγίους του, που θ’ απολαύσουν αιώνια κληρονομιά».
Άλλο τάγμα απαντούσε και έλεγε:
«Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου μ’ όσους αξίωσε η χάρη του να ονομασθούν υιοί Θεού, Θεός Κύριος, μαζί με τους υιούς της Νέας Σιών, και επέφανεν ημίν».
και οι αρχάγγελοι, που προπορεύονταν απ’ τον Κύριο, τον δοξολογούσαν ψάλλοντας ένα ουράνιο μέλος αντιφωνικά:
«Δεύτε αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω, αλαλάξωμεν τω Θεώ τω Σωτήρι ημών. Προφθάσωμεν το πρόσωπον αυτού εν εξομολογήσει και εν ψαλμοίς αλαλάξωμεν αυτώ».
Ενώ άλλο τάγμα αντιφωνούσε μελωδικά:
«Ότι Θεός μέγας Κύριος και Βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην. Ότι εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης και τα ύψη των ορέων αυτού εισίν!»
Αυτά και άλλα πολλά παναρμόνια μέλη έψαλλαν οι άγιοι άγγελοι, ώστε να ευφραίνονται απερίγραπτα όσοι τ’ άκουγαν. Έτσι ψάλλοντας μπήκαν οι άγιοι με τον Κύριο Ιησού Χριστό στον επουράνιο θάλαμο του θεϊκού παλατίου με καρδιές που σκιρτούσαν από χαρά. Και αμέσως κλείσθηκαν οι πύλες του νυμφώνα.
Τότε κάλεσε ο ουράνιος Βασιλεύς τους κορυφαίους αγγέλους. Πρώτοι παρουσιάσθηκαν ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Ραφαήλ, ο Ουριήλ και οι άρχοντες των ταγμάτων.
Ακολούθησαν οι δώδεκα φωστήρες του κόσμου, οι απόστολοι. Τους έδωσε ο Κύριος δόξα αστραφτερή και δώδεκα πυρίμορφους θρόνους για να καθίσουν κοντά στον διδάσκαλό τους Χριστό με μεγαλειώδεις τιμές. Η όψη τους ακτινοβολούσε ένα απερίγραπτο αιώνιο φως και τα ενδύματά τους ήταν λαμπερά και διάφανα σαν το κεχριμπάρι. Ακόμη κι οι άρχοντες των αγγέλων τους θαύμαζαν. Τέλος τους έδωσε και δώδεκα υπέροχα κριστάλλινα στεφάνια διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους, που έλαμπαν εκτυφλωτικά, καθώς τα κρατούσαν πάνω από τα κεφάλια τους ένδοξοι άγγελοι.
Έπειτα οδηγήθηκαν ενώπιον του Κυρίου οι εβδομήκοντα απόστολοι. Έλαβαν κι αυτοί όμοιες τιμές και δόξες, μόνο που τα στεφάνια των δώδεκα ήταν πιο θαυμαστά.
Και τώρα ήρθε η σειρά των μαρτύρων. Αυτοί πήραν τη θέση και τη δόξα της μεγάλης αγγελικής στρατιάς, που γκρεμίσθηκε απ’ τον ουρανό μαζί με τον Εωσφόρο. Έγιναν δηλαδή οι μάρτυρες άγγελοι και άρχοντες των ουρανίων ταγμάτων. Τους έφεραν αμέσως πλήθος στεφάνια και τα τοποθέτησαν στα αγιασμένα κεφάλια τους. Όσο λάμπει ο ήλιος, τόσο έλαμπαν κι αυτά. Έτσι οι άγιοι μάρτυρες θεώμενοι ευφραίνονταν και αγάλλονταν ανέκφραστα.
Μετά μπήκε ο θείος χορός των ιεραρχών, ιερέων, διακόνων και λοιπών κληρικών. Στεφανώθηκαν κι αυτοί μ’ αιώνια κι αμαράντινα στεφάνια, ανάλογα με τον ζήλο, την υπομονή και την ποιμαντική τους δράση. Στεφάνι από στεφάνι ήταν διαφορετικό κατά τη δόξα, όπως αστέρι από αστέρι. Έτσι πολλοί ιερείς και διάκονοι ήταν ενδοξότεροι και λαμπρότεροι από πολλούς αρχιερείς.
Τους έδωσαν ακόμη και από ένα ναό, για να προσφέρουν στο νοερό θυσιαστήριο αγία θυσία και τέλεια, ευάρεστη στο Θεό.
Έπειτα μπήκε ο όσιος χορός των μοναχών. Η όψη τους ξέχυνε μυστικήν ευωδία και σαν ήλιοι σκόρπιζαν θείες μαρμαρυγές. Ο Κύριος τους στόλισε με έξι φτερούγες και έγιναν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος σαν τα φρικτά Χερουβίμ και Σεραφίμ. Άρχισαν τότε να βροντοφωνούν.
«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού. Ήταν η δόξα τους μεγάλη, αφάνταστη και το στεφάνι τους ποικιλοστόλιστο και λαμπερό. Ανάλογα με του αγώνες και τους ιδρώτες τους απολάμβαναν και τις τιμές.
Ακολούθησε ο χορός των προφητών. Τους δώρησε ο Βασιλεύς το άσμα των ασμάτων, το ψαλτήρι του Δαβίδ, τύμπανα και χορούς, άυλο φως αστραφτερό, άφραστη αγαλλίαση και τη δοξολογία του Αγίου Πνεύματος.
Τότε τους ζήτησε ο Δεσπότης του θεϊκού νυμφώνα να ψάλλουν κάτι. Και έψαλλαν ένα τόσο μελωδικό ύμνο, ώστε σκίρτησαν όλοι από ευφροσύνη.
Αφού έλαβαν αυτά τα δώρα οι άγιοι απ’ τα άχραντα χέρια του Σωτήρος, περίμεναν ακόμη εκείνα, α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη.
Τότε μπήκε όλος ο χορός των ανθρώπων, που σώθηκαν μέσα στον κόσμο: Φτωχοί και άρχοντες, βασιλείς και ιδιώτες, δούλοι και ελεύθεροι. Στάθηκαν όλοι ενώπιον του Κυρίου κι εκείνος ξεχώρισε απ’ ανάμεσά τους τους ελεήμονες και τους αγνούς και τους έδωσε την τρυφή του παραδείσου της Εδέμ, παλάτια ουράνια και φωτεινά, στεφάνια πολυτελή, αγιασμό και αγαλλίαση, θρόνους και σκήπτρα και αγγέλους να τους υπηρετούν.
Μετά ήρθαν όσοι έγιναν δια την αγάπη του Χριστού «πτωχοί τω πνεύματι». Τώρα υψώθηκαν πάρα πολύ. Τους δόθηκε απ’ το χέρι του Κυρίου στεφάνι περίλαμπρο και κληρονόμησαν τη βασιλεία των ουρανών.
Έπειτα «οι πενθούντες» τις αμαρτίες τους, που έλαβαν τη μεγάλη παρηγοριά της Αγίας Τριάδος.
Έπειτα «οι πραείς» και άκακοι, που κληρονόμησαν την ουράνια γη, όπου αποστάζει γλυκασμό και ευωδία το Πνεύμα του Θεού. Και αυτοί δοκίμασαν ανέκφραστη τέρψη και ηδονή βλέποντας να τους χαρίζεται η μακάρια γη. Τα στεφάνια τους ροδόμορφα σκόρπιζαν μαρμαρυγές.
Ακολούθησαν «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην». Τους δόθηκε ο μισθός της δικαιοσύνης, για να χορτάσουν. Και η αγαθή τους πρόθεση ευφράνθηκε βλέποντας τον Βασιλέα Χριστό να υψώνεται και να υπερδοξάζεται απ’ τους αγίους αγγέλους.
Έπειτα «οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης». Τους χαρίσθηκε θεία δοξολογία και πολυθαύμαστη ζωή.
Στήθηκε μάλιστα για χάρη τους και άφραστος θρόνος για να καθίσουν στη βασιλεία των ουρανών. Τα στεφάνια τους ήταν από θείο κι άυλο χρυσάφι που τόσο έλαμπε, ώστε απ’ την δόξα τους να χαίρονται οι χοροί των αγγέλων.
Μετά μπήκε ο χορός «των ονειδισθέντων» για τον Χριστό, τον μεγάλο Θεό και σωτήρα των ψυχών μας.
Τους ανέβασαν σε θρόνους χρυσοποίκιλτους και απολάμβαναν τον έπαινο του Θεού.
Μετά απ’ αυτούς μπήκε πολύ πλήθος ειδωλολατρών, που δεν γνώρισαν τον νόμο του Χριστού, αλλά εκ φύσεως τον τήρησαν υπακούοντας στη συνείδησή τους. Πολλοί σαν ήλιοι απ’ την αγνότητα και την καθαρότητά τους. Και ο Κύριος τους χάρισε τον παράδεισο και φαιδρά στεφάνια πλεγμένα με ρόδα και κρίνα. Επειδή όμως είχαν στερηθεί το άγιο βάπτισμα, ήταν τυφλοί. Δεν έβλεπαν καθόλου τη δόξα του Θεού. Γιατί το άγιο βάπτισμα είναι φως και μάτι της ψυχής. Γι’ αυτό όποιος δεν το λάβει κι αν άπειρα καλά εργασθεί, κληρονομεί βέβαια την παραδείσιαν άνεση και κάτι δοκιμάζει από την ευωδία και τη γλυκύτητα της αλλά δεν βλέπει τίποτε.
Έπειτα και από αυτούς βλέπει ο δίκαιος Νήφων ένα τάγμα αγίων που ήταν τα παιδιά των χριστιανών. Όλοι τους έμοιαζαν να είναι περίπου τριάντα ετών. Τους κοίταξε με βλέμμα ιλαρό ο Νυμφίος και είπε:
«Ο μεν χιτώνας του βαπτίσματός σαν άσπιλος, έργα όμως πουθενά! Τι να σας κάνω λοιπόν εσάς;»
Τότε με θάρρος του απάντησαν κι αυτοί:
«Κύριε, μας στέρησες τα επίγεια αγαθά σου, τουλάχιστον μη μας στερήσεις τα επουράνια».
Χαμογέλασε ο Νυμφίος και τους χάρισε τα ουράνια αγαθά. Πήραν και τα στεφάνια της αγνότητος, της ακακίας και όλες οι άυλες στρατιές τους θαύμαζαν.
Ήταν θαύμα ν’ ακούει κανείς τους αγίους αγγέλους που, κατευχαριστημένοι καθώς έβλεπαν τα τάγματα όλων των αγίων, τραγουδούσαν άσματα γλυκά.
Ύστερα απ’ όλα αυτά βλέπει ο Νήφων να έρχεται μπροστά στον Νυμφίο μια θεόφωτη Νύμφη. Γύρω της σκόρπιζε ουράνιες ευωδίες και θεϊκά μύρα. Στο πανέμορφο κεφάλι της φορούσε ασύγκριτο βασιλικό στέμμα, που ακτινοβολούσε. Οι άγγελοι την ατένιζαν κατάπληκτοι κι οι άγιοι θαμπωμένοι. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος συγκρατούσε πάνω στην άχραντη κορυφή το ουράνιο εκείνο διάδημα.
Μπαίνοντας στον θείο νυμφώνα την ακολουθούσε αναρίθμητο πλήθος παρθένων που υμνούσαν με δοξολογίες και άσματα τα μεγαλεία του Θεού.
Όταν έφτασε κοντά στον Νυμφίο η μεγάλη βασίλισσα, προσκύνησε τρεις φορές μαζί με όλες τις αγίες παρθένες. Τότε ο «ωραίος κάλλει» την είδε και ευφράνθηκε. Έσκυψε το κεφάλι του και την τίμησε σαν άχραντη Μητέρα του. Εκείνη πλησίασε με πολλήν ευλάβεια και χάρη και ασπάσθηκε τα αθάνατα και ακοίμητα μάτια του, καθώς και σπλαχνικά του χέρια.
Μετά το θείο φίλημα ο Κύριος χάρισε στις παρθένες αστραφτερά φορέματα και πάμφωτα φορέματα και πάμφωτα στεφάνια. Κι έπειτα ήρθαν όλες οι νοερές δυνάμεις υμνώντας, μακαρίζοντας και δοξάζοντάς την.
Τότε σηκώθηκε απ’ τον θρόνο του ο Νυμφίος και έχοντας στα δεξιά τη Μητέρα του και στ’ αριστερά τον μέγιστο και πολυθαύμαστο προφήτη και Πρόδρομό του, βγήκε απ’ τον νυμφώνα και πήγε στον θεϊκό θάλαμο, όπου βρίσκονται τα αγαθά «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» ετοιμασμένα για όσους αγάπησαν τον Θεό. Ακολουθούσαν και όλοι οι άγιοι. Μόλις είδαν τ’ αγαθά, πλημμύρισαν από άφατη αγαλλίαση και άρχισαν να κυκλοφορούν πανηγυρίζοντας μέσα στον έκπαγλο θάλαμο.
Αλλ’ αυτά δεν μπόρεσε ο δούλος του Θεού Νήφων να μου περιγράψει, αν και πολλές φορές τον πίεσα, δεν μου είπε το παραμικρό.
«Δεν μπορώ παιδί μου», έλεγε αναστενάζοντας, «ν’ απεικονίσω με την γλώσσα μου ή να παρομοιάσω με οποιοδήποτε επίγειο πράγμα τα εκεί. Ήταν πέρα από κάθε σκέψη και φαντασία, πέρα απ’ όλα τα βλεπόμενα και μη βλεπόμενα.
Όταν λοιπόν μοίρασε ο Κύριος στους αγίους του όλα τα άφραστα και ανήκουστα αγαθά, πρόσταξε τα Χερουβίμ να κυκλώσουν τον αιώνιο θάλαμο. Πρόσταξε έπειτα τα Σεραφίμ να κυκλώσουν τα Χερουβίμ, οι Θρόνοι τα Σεραφίμ, οι Κυριότητες τους Θρόνους, οι Αρχές τις Κυριότητες, οι Εξουσίες τις Αρχές και τέλος οι Δυνάμεις των ουρανών τις Εξουσίες. Όπως το τείχος κυκλώνει μία πόλη έτσι τα ουράνια τάγματα κυκλώνουν το ένα το άλλο.
Δεξιά απ’ τον θάλαμο των αιώνων στάθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια ο Μιχαήλ με το τάγμα του. Αριστερά ο Γαβριήλ με το δικό του. Ο Ουριήλ εγκαταστάθηκε στα δυτικά και ο Ραφαήλ στα ανατολικά.
Ήταν οι τέσσερις αυτές παρατάξεις πολύ μεγάλες. Και μαζί με τα τάγματα των αχράντων δυνάμεων έζωναν τον θάλαμο του Θεού με πολλή λαμπρότητα.
Ολ’ αυτά έγιναν με το πρόσταγμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, του μεγάλου Θεού και Σωτήρος όλων των αγίων.
Στο τέλος όλων των μυστηρίων που είδε ο άγιος Νήφων, είδε και την πιο φοβερή αποκάλυψη: «Ο ίδιος ο Πατέρας του μονογενούς Υιού, ο Γεννήτωρ, το φως το απρόσιτο και ακατάληπτο, ανέτειλε ξαφνικά λάμποντας «συν τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι» πάνω από κείνο τον απέραντο θάλαμο, πάνω από τις άχραντες δυνάμεις, πάνω απ’ όλους τους κύκλους και τις παρατάξεις τους. Φώτιζε του καθαρότατο θάλαμο, όπως φωτίζει ο ήλιος τον κόσμο. Έτσι έλαμπε ο Πατέρας των οικτιρμών. Και όπως το σφουγγάρι ρουφάει και συγκρατεί το κρασί, έτσι κι’ οι άγιοι πλημμύριζαν απ’ το άρρητο τρισήλιο φως της θεότητας και βασίλευαν αδιάκοπα μαζί της στους αιώνες.
Από τότε πια δεν υπήρχε γι’ αυτούς ούτε νύχτα ούτε μέρα. Μόνο υπήρχε ο Θεός Πατέρας, Υιός και Πνεύμα – φως και τρυφή, ζωή και φέγγος, τέρψη και ηδονή.
Έπειτα έγινε βαθειά σιγή. Σε λίγο το πρώτο τάγμα, το θείο και φοβερό που κύκλωνε τον θάλαμο, δόθηκε σαν συνεχής και ατέλειωτη κληρονομιά. Ευφρόσυνο άσμα κι ανέκφραστη δοξολογία, ασύγκριτα και υπέρκαλλη ήταν η ηδονή τους. Οι καρδιές των αγίων σκιρτούσαν απ’ τη χαρά και την απόλαυση.
Απ’ το πρώτο τάγμα μεταδόθηκε ο υπέροχος δοξολογικός ύμνος στο δεύτερο τάγμα των Σεραφίμ. Άρχισαν τότε εκείνο να ψάλλει ύμνο περίτεχνο και ακατάληπτο. Σαν εφτάγλυκο μέλι ηχούσε η δοξολογία του στ’ αυτιά των αγίων που ευφραίνονταν απέραντα μ’ όλες τους τις αισθήσεις: «Τα μάτια τους έβλεπαν το απρόσιτο φως. Η όσφρησή τους οσφραινόταν την ευωδία της θεότητος. Τ’ αυτιά τους άκουγαν τον θείον ύμνο των αχράντων δυνάμεων. Το στόμα τους γευόταν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, καινούριο στη βασιλεία των ουρανών. Τα χέρια τους ψηλαφούσαν τα αιώνια αγαθά και τα πόδια τους χόρευαν στον θάλαμο. Έτσι λοιπόν μ’ όλες τους τις αισθήσεις χόρταιναν την άφατη αγαλλίαση.
Σε λίγο μεταδόθηκε ο θείος εκείνος ύμνος απ’ το δεύτερο τάγμα στο τρίτο και απ’ το δεύτερο τάγμα στο τρίτο και απ’ το τρίτο και απ’ το τέταρτο, ως το τελευταίο προκαλώντας με το γλυκύτερο απ’ το μέλι μέλος του, τέρψη και ηδονή στις καρδιές των αγίων. Και ήταν υπέροχο ότι δεν ψαλλόνταν ένας ύμνος συνεχώς από τα τάγματα αλλά υπήρχε απερίγραπτη ποικιλία και πρωτοτυπία στην ωδή που έψαλλαν.
Όταν οι εφτά κύκλοι των ταγμάτων ολοκλήρωσαν την καθαρή τους δοξολογία, τότε άρχισαν και τα τάγματα των αρχαγγέλων τον τρισάγιο ύμνο: Έψαλλε ο Μιχαήλ και αντιφωνούσε ο Γαβριήλ. Και πάλι υμνούσε ο Ραφαήλ και συμπλήρωνε ο Ουριήλ. Άκουγε κανείς πρωτάκουστες αρμονίες. Οι τέσσερις πύρινοι στύλοι, οι αρχάγγελοι, ξεχώριζαν και ήταν ο ύμνος τους φοβερός και βροντερός.
Παρακινούμενοι απ’ την άπειρη εκείνη τρυφή άρχισαν τότε και οι άγιοι Πάντες μεσ’ απ’ τον ουράνιο θάλαμο να ψάλουν τα μεγαλεία του Θεού.
Έτσι μέσα αντηχούσε ύμνος, ύμνος κι έξω, ύμνος και παντού. Άσματα πανίερα. Που φλόγιζαν τις αγίες καρδιές με μακάρια ηδονή στους ατελεύτητους αιώνες.
Όταν τα είχε δει πια όλα αυτά ο τρισμακάριος Νήφων και ενώ βρισκόταν σε μεγάλη έκσταση και θεωρία, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει:
«Νήφων, Νήφων, ωραία ήταν ο προφητική σου οπτασία. Όλ’ αυτά λοιπόν που είδες και άκουσες γράψε τα με κάθε λεπτομέρεια, γιατί έτσι και θα γίνουν. Τα φανέρωσα σε σένα, γιατί είσαι πιστός φίλος, αγαπητό μου παιδί και κληρονόμος της βασιλείας μου. Βεβαιώσου λοιπόν, τώρα που σε αξίωσα να γίνεις αυτόπτης των φρικτών μυστηρίων, για τη μεγάλη μου φιλανθρωπία προς όλους εκείνους που προσκυνούν με ταπείνωση τη βασιλεία και την εξουσία μου. Γιατί Εγώ ευφραίνομαι να επιβλέπω επί τον πράον και ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους.»
Αφού του είπε αυτά ο Κύριος, τον απέλυσε από τη φοβερή και πολυθαύμαστη οπτασία, που επί δύο εβδομάδες τον είχε απορροφήσει.
Όταν πια ήρθε στον εαυτό του, καθόταν τρομοκρατημένος και θρηνούσε και οδυρόταν. Τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάμι κι έλεγε:
«Αλλοίμονο σε μένα τον άσωτο! Τι περιμένει την άθλια ψυχή μου! Αλλοίμονο μου του ελεεινού! Σε ποια κατάσταση άραγε θα βρεθώ εκεί εγώ ο αμαρτωλός! Τι θ’ απολογηθώ προς τον Κριτή; Τι λόγο θα δώσω για τις αμαρτίες μου; Και που θα κρύψω το πλήθος των ανομιών μου; Αχ, ο βέβηλος και άθλιος!... Στεναγμό δεν έχω ούτε δάκρυα. Αλλά και μετάνοια δεν μου βρίσκεται. Ελεημοσύνη καθόλου! Προσευχή τίποτα! Αγάπη μηδέν! Η ακακία κι η πραότητα στέκουν πολύ μακριά μου! Αλλοίμονο! Τι να κάνω ο ελεεινός και ρυπωμένος; Από που ν’ αρπαχθώ για να σωθεί η ψυχή μου τη βύθισα στον βούρκο. Τον νου μου τον σκότισα, τη ζωή μου την επιβάρυνα με κραιπάλη και μέθη. Αχ! Ο αμαρτωλός δεν ξέρω τι να κάνω! Τα μάτια μου βλέπουν τα αίσχη. Το πρόσωπο μου είναι καταντροπιασμένο. Τ’ αυτιά μου ηδύνονται σε δαιμονικά τραγούδια. Η όσφρησή μου ζητάει ευωδίες. Το στόμα μου ρέπει στην πολυφαγία. Αλλοίμονο μου του ταλαίπωρου! Τα χέρια μου τέρπονται στην αμαρτία. Το σώμα μου ποθεί να κυλισθεί στον βόρβορο της ανηθικότητας και κυνηγάει τα μαλακά κρεβάτια και την καλοφαγία…
Ωχ, ο παράνομος και σκοτεινιασμένος και ρυπαρός! Που να πάω δεν ξέρω. Ποιος θα με γλυτώσει απ’ το σκότος το εξώτερο του φρικτού ταρτάρου; Ποιος θα μ’ απαλλάξει από τον βρυγμό των οδόντων; Αλλοίμονο, μου του σιχαμερού, του παράνομου! Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί!... Αχ, τι δόξα πρόκειται να στερηθώ ο μαύρος! Τι τιμή, τι στεφάνια, πόση χαρά, πόση φαιδρότητα θα χάσω, επειδή υποδουλώθηκα στην αμαρτία! Ταλαίπωρη ψυχή! Που είναι λοιπόν η κατάνυξή σου; Που είναι οι αγώνες σου; Που είναι οι αρετές σου; Αλλοίμονό σου βέβηλη και θλιβερή! Που θα είναι η θέση σου την ημέρα εκείνη; Έπραξες κανένα καλό που ν’ αρέσει στον Θεό; Θα μπεις στο καμίνι. Πως όμως θ’ αντέξεις το ουαί και τον οδυρμό; Ω ρυπαρή ψυχή, που ποθούσες πάντα να κυλιέσαι στη σαπίλα, που αδιάκοπα υπηρετούσες το στομάχι!...
Άνομη και διεφθαρμένη, τι ντροπή θα δοκιμάσεις στο βλέμμα του Ιησού! Με ποια μάτια θ’ ατενίσεις το γλυκύτατό του πρόσωπο; Πες μου, πες μου! Τα είδες εκείνα τα θαυμάσια, που ο Κύριος θα πραγματοποιήσει κάποτε. Πες μου λοιπόν ψυχή, έχεις έργα αντάξια για κείνη τη δόξα; Πως θα εισέλθεις εκεί, αφού μίανες το θείο βάπτισμα; Αλλοίμονό σου τότε, μολυσμένη ψυχή μου! Σου μέλλει να κληρονομήσεις το αιώνιο πυρ, και που θα είναι τότε η αμαρτία και ο πατέρας της για να σε σώσουν;
Κύριέ μου, Κύριε,
σώσε με από τη φωτιά,
από τον βρυγμό των οδόντων,
κι από τον τάρταρο…»
Μ’ αυτά τα λόγια έλεγχε τον εαυτό του ο μακάριος προσευχόμενος. Τις κατοπινές μέρες τον έβλεπες να περπατάει σέρνοντας τα βήματά του με πικρούς στεναγμούς, θρήνους και δάκρυα. Αναλογιζόταν τα θαυμάσια που είδε, κι έκανε ό,τι μπορούσε για να τα κατακτήσει. Συχνά – όταν στοχαζόταν πιο βαθιά και πιο καθαρά το όραμά του – γινόταν εκτός εαυτού. Φλεγόταν απ’ την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και αναφωνούσε:
«Ω τι χαρά, τι δόξα, τι λαμπρότητα περιμένει τους αγίους στους ουρανούς! Πόσο φοβάμαι μήπως στερηθώ!»
Αναστέναζε βαθιά και πρόσθετε:
«Κύριε, βοήθησε και σώσε τη σκοτισμένη ψυχή μου.

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΓΙΟΙ

Ὁ Ἅγιος Βατᾶς ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Βατᾶς καταγόταν ἀπὸ τὴν Περσία καὶ γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς Χριστιανοὺς κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν, ἀφοῦ ἄφησε τοὺς γονεῖς, τὰ τέκνα καὶ τὴν γυναῖκα του, ἀπῆλθε σὲ μοναστῆρι καὶ ἔγινε μοναχὸς ποθώντας τὴ ζωὴ τῶν Μαρτύρων. Ἔτσι, ὅταν ἔγινε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν στὴν Περσία, οἱ μὲν ἄλλοι συμμοναστές του ἔφυγαν ἐγκαταλείποντας τὸ μοναστῆρι, αὐτὸς δέ, ἀφοῦ ἔμεινε, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ παραδόθηκε στὸν ἄρχοντα Νισίβεως Ἰασδήχ, ἀδελφὸ τοῦ Βαρζαβανᾶ, ὁ ὁποῖος τὸν διέταξε νὰ προσκυνήσει τὸν ἥλιο. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε καὶ ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Τότε ὑπέστη φοβερὸ μαρτύριο. Τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ τέντωσαν τόσο πολύ, ὥστε ἐξαρθρώθηκαν οἱ ὦμοι του. Στὴν συνέχεια τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔσυραν, τὸν κατέκοψαν μὲ μάχαιρα καὶ τέλος ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλή του.



Ὁ Ἅγιος Φιλόσοφος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φιλόσοφος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Βίο του ἀφηγήθηκε ὁ Μέγας Ἀντώνιος.
Ὁ Ἅγιος ἦταν κήρυκας τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία διέδιδε μὲ πολλὴ εὐγλωττία καὶ θερμότητα, ὑποστηρίζοντας καὶ ἀναπτύσσοντας αὐτὴν πειστικὰ καὶ ἀκαταμάχητα ἐνώπιον εἰδωλολατρῶν καὶ Ἰουδαίων. Καὶ ἀκολουθώντας τὰ διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου, ζοῦσε μὲ τρόπο σεμνὸ καὶ ἄμεμπτο, ἐντελῶς ξένο πρὸς τὰ πάθη, μὲ νεκρὴ τὴ σάρκα του.
Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Σταυροῦ, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν νικήσουν διὰ λόγου, πολλὲς φορὲς ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν παγιδεύσουν μὲ δολερὰ δίχτυα. Τοῦ πρόσφεραν πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ αὐτὸς τὰ περιφρόνησε. Τοῦ ὑποσχέθηκαν ἀξιώματα, ἀλλὰ αὐτὸς ἐπέδειξε τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸν κάλεσαν σὲ πολυτελῆ συμπόσια, ἀλλὰ ὁ Φιλόσοφος ἢ δὲν προσῆλθε ἢ περιορίστηκε στὸ μέτρο τῆς ἐγκράτειας. Τότε ὁ ἄρχοντας τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ οἱ ἐχθροί του, θέλοντας νὰ καταισχύνουν καὶ νὰ σπιλώσουν τὸν σώφρονα βίο τοῦ Μάρτυρα, μηχανεύθηκαν τὸ ἑξῆς: τὸν συνέλαβαν καὶ ἀντὶ ἄλλης τιμωρίας τὸν ἔδεσαν πάνω σὲ ἕνα κρεβάτι. Στὴ συνέχεια ἔστειλαν πρὸς αὐτὸν γυναῖκα ἐλαφρῶν ἠθῶν, ἡ ὁποία μὲ κάθε τρόπο τὸν δελέαζε καὶ τὸν παρακινοῦσε πρὸς μείξη ἀκόλαστη. Ὁ Μάρτυρας, μὴ δυνάμενος νὰ κινηθεῖ, ἔκλεισε τὰ μάτια του καὶ ἀψηφώντας τὴ δριμύτητα τοῦ πόνου δάγκωσε τὴν γλῶσσα του μέχρις αἵματος καὶ ἀποκοπῆς της. Τὸ αἷμα ποὺ ἔτρεξε κατέβρεξε τὴ μορφὴ καὶ τὰ ἐνδύματα τῆς πόρνης, ἡ ὁποία παρέλυσε καὶ ταράχθηκε ἀπὸ τὸν φόβο. Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Μάρτυρα Φιλοσόφου ἐξεπλάγησαν, ἀλλὰ δὲν μετανόησαν. Ἀφοῦ ἀπέτυχαν νὰ τὸν παρασύρουν στὴν ἀκολασία, ἀποφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν. Ἔτσι τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ὁ Μάρτυρας ἔλαβε τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.



Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σάββας τελειώθηκε ἀφοῦ τὸν κρέμασαν ἐπάνω σὲ ἕνα δένδρο.



Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Ἀκάκιος ἢ Ἄσιος ἦταν διάκονος καὶ μαρτύρησε στὴ Γαλλία τὸ 303 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.).


Ὁ Ἅγιος Ἄκελος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Ἄκελος ἦταν ὑποδιάκονος καὶ μαρτύρησε στὴ Γαλλία τὸ 303 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.), μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Ἀκάκιο ἢ Ἄσιο.
  

Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα ἡ διὰ Χριστὸν σαλὴ


Ἀναφέρεται στὰ Γεροντικὰ ὅτι ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν (τιμᾶται 29 Νοεμβρίου) πληροφορήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἀρετὴ τῆς Ὁσίας Ἰσιδώρας καὶ ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τὴ μονὴ αὐτῆς ζήτησε νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλες οἱ μοναχές. Ὅταν ᾖλθαν αὐτές, ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν δὲν διέκρινε σὲ καμία φωτοστέφανο, ὅπως εἶχε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐπιβεβαιωθεῖ ὅτι θὰ ἔχει ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα. Τότε ζήτησε νὰ πληροφορηθεῖ ἐὰν ὑπῆρχε ἄλλη μοναχὴ στὴ μονή. Ἀναφέρθηκε λοιπὸν στὸν Ἅγιο ὅτι ὑπῆρχε μία σαλή. Ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν παρακάλεσε νὰ κληθεῖ καὶ ἡ σαλή. Κατὰ τὴν εἴσοδο τῆς Ὁσίας Ἰσιδώρας, ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν διέκρινε τὸ φωτοστέφανο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς καὶ ἔτσι ἀποκαλύφθηκε ὅτι ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα ὑποκρινόταν τὴν σαλὴ καὶ τοῦτο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς σὲ μονὴ τῆς Αἰγύπτου, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 365 μ.Χ.

 

Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ ὁ Θαυματουργὸς

Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ εἶναι ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ στὰ Μηναῖα. Ἀκολουθία ἀφιερωμένη σὲ αὐτὸν ὑπάρχει, κατὰ τὴν 1η Μαΐου, στὸν Παρισινὸ Κώδικα, ὅπου ἐξυμνοῦνται οἱ ἀσκητικές του ἀρετὲς καὶ ἡ θαυματουργικὴ χάρη ποὺ ἀνέβλυζε ἀπὸ τὸν τάφο του.

 


Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς Ἐπίσκοπος Ὠξέρρης

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Γαλλία καὶ ἔζησε μεταξὺ τοῦ 4ου καὶ 5ου αἰῶνα μ.Χ. Μετὰ ἀπὸ ἐπιμονὴ τῶν γονέων του νυμφεύθηκε τὴ Μάρθα, ἀλλὰ μετὰ τὸν γάμο τους συμφώνησαν νὰ ζήσουν μὲ ἁγνότητα καὶ παρθενία. Ἡ Μάρθα ἔγινε μοναχὴ καὶ ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς μοναχός. Τὸ 388 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ὠξέρρης καὶ ποίμανε τὴν ἐπισκοπή του θεοφιλῶς. Γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του ὁ Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 418 μ.Χ.
 
Ὁ Ἅγιος Ἀσάφιος Ἐπίσκοπος Οὐαλίας

Ὁ Ἅγιος Ἀσάφιος ἔζησε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος Οὐαλίας. Ἀσκήτεψε σὲ μονὴ ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ἔλγουι τῆς βόρειας Οὐαλίας, ἡ ὁποία καὶ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κεντιγκέρνο, Ἐπίσκοπο Γλασκώβης (τιμᾶται 13 Ἰανουαρίου). Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Ὁ Ἅγιος συνέγραψε μοναχικοὺς κανόνες, τυπικὲς διατάξεις γιὰ τὴν Ἐκκλησία του καὶ ἄλλα ἔργα καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

 
Μνήμη ἐγκαινίων τῆς Νέας Ἐκκλησίας

Τὸ ναὸ αὐτόν, ἀφιερωμένο στὸν Σωτῆρα Χριστό, τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ καὶ τὸν Προφήτη Ἠλία, ἔκτισε στὰ ἀνάκτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος ὁ Β’ κατὰ τὸ ἔνατο ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ (876 μ.Χ.), ἀφοῦ περισυνέλεξε μάρμαρα, κίονες καὶ ψηφῖδες ἀπὸ ἐρειπωμένους ναούς. Τὰ ἐγκαίνια τῆς Νέας Ἐκκλησίας ἔγιναν τὴν 1η Μαΐου τοῦ 881 μ.Χ. ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Φώτιο.
Στὴν ἑορτὴ τοῦ ναοῦ κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ. συνηθιζόταν ἡ προσέλευση τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ δὲ Πατριάρχης ἀνέβαινε στὸ παλάτι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κατέβαινε στὴ Νέα Ἐκκλησία, γιὰ νὰ λειτουργήσει.



Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Πεντάγλωσσος ὁ Σιναΐτης

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ πεντάγλωσσος ἦταν Ἕλληνας ἀπὸ τὴ Σικελία. Σπούδασε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Παλαιστίνη, ὅπου μόνασε σὲ διάφορα μοναστήρια. Κατόπιν ᾖλθε στὴ μονὴ Σινὰ καὶ ἀσκήτεψε ἐκεῖ. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μετέφερε περὶ τὸ 1026 λείψανα τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης στὶς πόλεις Τρὲβς καὶ Ρουένη τῆς Γαλλίας, στὴν ὁποία ἵδρυσε καὶ μονὴ ἀφιερωμένη στὴν Ἁγία Αἰκατερίνη. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1035.


Ἀνάμνηση τοῦ φοβεροῦ σεισμοῦ στὴ μονὴ Σινὰ

Σήμερα εἶναι ἡ ἀνάμνηση τοῦ φοβεροῦ καὶ μετὰ φιλανθρωπίας γενομένου σεισμοῦ ἐν τὴ ἱερὰ μονὴ Σινά. Τὸ γεγονὸς τοῦ σεισμοῦ αὐτοῦ, ἀπαντᾷ σὲ Σιναϊτικοὺς Κώδικες καὶ συνέβη τὸ 1201 στὴ μονὴ Σινά.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.



Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἡ βασίλισσα


Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἡ Μεγάλη, βασίλισσα τῆς Γεωργίας, γεννήθηκε περὶ τὸ 1165 καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν ἀρχαία γεωργιανὴ δυναστεία τῶν Μπαγκραντίντ. Τὸ 1178 συνεβασίλευσε μὲ τὸν πατέρα της Γεώργιο τὸν Γ’. Ἡ βασιλεία τῆς Ταμάρας ἔμεινε γνωστὴ στὴ Γεωργιανὴ Ἱστορία ὡς Χρυσὴ Ἐποχή. Ἡ Ἁγία διακρινόταν γιὰ τὴν μεγάλη εὐλάβειά της καὶ τὸ ἱεραποστολικό της ἔργο.  Συνεχίζοντας τὸ ἔργο τοῦ παπποῦ της,  Ἁγίου Δαβὶδ (τιμᾶται 26 Ἰανουαρίου), διέδωσε τὸν Χριστιανισμὸ σὲ ὅλη τὴν Γεωργία καὶ ἀνήγειρε ναοὺς καὶ μονές. Τὸ 1204, ὁ κυβερνήτης τοῦ σουλτανάτου Ρούμα, ὁ Ρουκν-ἐν-Ντίν, ἔστειλε μία διαταγὴ στὴ βασίλισσα Ταμάρα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Γεωργία ἔπρεπε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὸν Μουσουλμανισμό.
Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἀρνήθηκε καὶ σὲ μία ἱστορικὴ μάχη, κοντὰ στὴ Βασιανή, ὁ γεωργιανὸς στρατὸς νίκησε τοὺς Μουσουλμάνους. Ἡ σοφὴ καὶ δίκαιη βασιλεία τῆς Ἁγίας Ταμάρας τῆς χάρισε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ της. Ἡ Ἁγία διῆλθε τὰ τελευταία χρόνια τοῦ βίου της στὸ μοναστῆρι τῶν Σπηλαίων τῆς Μπάρζια. Τὸ κελί της συνδεόταν μὲ τὴν ἐκκλησία μὲ ἕνα παράθυρο, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου μποροῦσε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1213 καὶ συγκαταριθμήθηκε στὴ χορεία τῶν Ἁγίων.
Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Ταμάρας τιμᾶται, ἐπίσης, καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων.


Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Νικήτας τοῦ Μπορὸβκ ἔζησε κατὰ τὸν 14ο καὶ 15ο αἰῶνα μ.Χ. στὴ Ρωσία, ὅπου ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ τὸν Ἅγιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ. Οἱ μελετητὲς τῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς ἱστορίας τῶν ρωσικῶν μοναστηριῶν ὑπέθεσαν διάφορα γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Νικήτα, τὰ ὁποία μποροῦν νὰ ὁμαδοποιηθοῦν σὲ τρεῖς κατηγορίες.
1. Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἦταν διάδοχος τοῦ Ἀθανασίου Β’ τοῦ Νέου, στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῆς μονῆς τοῦ Βυσόσκιϋ στὸ Σεπρούχωβ, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Σεργίου, τὸν Ἀθανάσιο τὸν Πρεσβύτερο, κατὰ τὰ ἔτη 1373-1374. Ὁ Ὅσιος θὰ πρέπει νὰ διετέλεσε ἡγούμενος ἀπὸ τὸ 1395 μέχρι τὸ 1444.
2. Μερικοὶ ἱστορικοὶ ταυτίζουν τὸν Ὅσιο Νικήτα μὲ τὸ Νικηφόρο, ἡγούμενο καὶ ἱδρυτή, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τῆς μονῆς τῆς Προστασίας τῆς Θεοτόκου στὸ Μπορόβκ. Ὁ Ὅσιος Νικήτας πρέπει νὰ ἐγκαταβίωσε σὲ αὐτὸν τὸν τόπο ἤδη ἡλικιωμένος, ἀφοῦ εἶχε πρὶν διατελέσει Ἡγούμενος στὸ Σεπρούχωβ.
3. Μία τελευταία ὑπόθεση, ταυτίζει τὸν Ὅσιο Νικήτα τοῦ Μπορὸβκ μὲ τὸν Ὅσιο Νικήτα τῆς Κοστρόμα.
Ὁ Ὅσιος Νικήτας κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται, ἐπίσης, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ραντονὲζ (τιμᾶται 6 Ἰουλίου).


Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ὁ Θαυματουργὸς


Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος τοῦ Μπορόβκ, κατὰ κόσμον Παρθένιος, ἔζησε κατὰ τὸν 13ο καὶ 14ο αἰῶνα μ.Χ. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης. Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ὁ Παρθένιος ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ κατέφυγε σὲ μοναστῆρι. Τὸ 1414 κείρεται μοναχὸς στὴ μονὴ Ποκρόβσκι Βισότσκι τῆς πόλεως Μπορὸβκ καὶ ὀνομάζεται Παφνούτιος. Ὅταν πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος ἐξελέγη στὴ θέση του. Τὸ 1426 χειροτονεῖται πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιέβου Φώτιο. Σὲ ἡλικία πενήντα ἐνὸς ἐτῶν ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἀσθένησε βαριὰ καὶ ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν ἡγουμενία, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ μέγα ἀγγελικὸ σχῆμα.
Μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, στὶς 23 Ἀπριλίου τοῦ 1444, ἐγκαταλείπει τὸ μοναστῆρι καὶ καταφεύγει γιὰ ἄσκηση καὶ ἡσυχία στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Πρότβα. Σὲ λίγο τὸν ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ καὶ ἔτσι δημιουργεῖται μία νέα μονή. Πρώτιστο μέλημα τοῦ Ὁσίου ἦταν ἡ ἀνοικοδόμηση ἐνὸς νέου πέτρινου ναοῦ ἀφιερωμένου στὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου.
Ὁ Ὅσιος ἀποτελοῦσε παράδειγμα ἁπλότητας καὶ ἐγκράτειας. Εἶχε τὸ πιὸ φτωχὸ κελλὶ καὶ ἡ τροφή του ἦταν πολὺ ἁπλὴ καὶ ἐλάχιστη. Ἀπὸ τὰ διακονήματα τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος διάλεγε τὰ πιὸ βαριά: ἔκοβε καὶ μετέφερε ξύλα, ἔσκαβε καὶ πότιζε τὸν κῆπο. Αὐτὸ ὅμως ποὺ τὸν διέκρινε ἦταν ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸ λειτουργικὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς Ἀκολουθίες.
Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος προέβλεψε τὸ θάνατό του. Προσευχήθηκε γιὰ τελευταία φορά, εὐλόγησε τοὺς ἀδελφούς του καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1477.

 

Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Ἱερομάρτυρας Μητροπολίτης Κιέβου

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Μακάριος, Μητροπολίτης Κιέβου, ἦταν ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος Βιλένκ. Τὸ 1495, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου, Ἰωνὰ (1488-1494), ὁ Ἅγιος Μακάριος ἐξελέγη Μητροπολίτης Κιέβου. Μαρτύρησε τὸ 1497, στὸ χωριὸ Στριγκόλοβο, στὸν ποταμὸ Βζχιζά, ὅταν οἱ Τάταροι μπῆκαν στὴ Ρωσία.
Τὰ ἄφθαρτα ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Μακαρίου φυλάσσονται στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Βλαδίμηρου τοῦ Κιέβου.


Ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς ἔζησε κατὰ τὸν 14ο καὶ 15ο αἰῶνα μ.Χ. στὴν Γεωργία καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Κουμοῦρντο. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.


Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος τοῦ Μπολτίνκ, κατὰ κόσμο Γρηγόριος, γεννήθηκε τὸ 1490 στὸ Πέρεσλαβ-Ζάλεσκ τῆς Ρωσίας. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία διακρινόταν γιὰ τὸ φιλακόλουθο τοῦ χαρακτῆρα του καὶ τὴν εὐσέβειά του. Εἶχε ὡς πρότυπό του τὸν Ὅσιο Δανιὴλ τοῦ Περεγιασλάβλ (τιμᾶται 7 Ἀπριλίου) καὶ γι’ αὐτὸ ἀκολούθησε νωρὶς τὸν μοναχικὸ βίο. Μετὰ ἀπὸ ἕνα σύντομο χρονικὸ διάστημα δοκιμασίας, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Γεράσιμος.
Ὁ νέος μοναχὸς μὲ μεγάλο ζῆλο ἐκπλήρωσε τὶς ἀρετὲς τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ σύντομα ἔγινε γνωστὸς στὴ Μόσχα γιὰ τὴν πνευματικότητα καὶ τὸ αὐστηρὸ τοῦ βίου του. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο κλήθηκε στὴ Μόσχα, ὅπου γνώρισε τὸν τσάρο.
Ἡ μεγάλη φήμη του στὴ χώρα, ἦταν ἕνα βάρος γιὰ τὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἕξι χρόνια κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Δανιήλ, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἔλαβε τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντός του γιὰ τὸν ἡσυχαστικὸ βίο. Ἐγκαταστάθηκε κοντὰ στὴν πόλη Ντορογκομπούζα, στὴ χώρα τῶν Σμόλενκ, σὲ ἕνα ἄγριο δάσος, στὸ ὁποῖο κατοικοῦσαν μόνο φίδια καὶ ἄγρια ζῷα. Συχνὰ ὁ Ὅσιος δεχόταν ἐπιθέσεις λῃστῶν, ἀλλὰ τὶς ὑπέμενε μὲ ἠρεμία καὶ ἡσυχία προσευχόμενος γιὰ ἐκείνους ποὺ βρίσκονταν μακριὰ ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐξαιτίας ἐνὸς συγκεκριμένου ὁράματος, πῆγε στὸ βουνὸ Μπολντίνα, ὅπου σὲ μία πηγὴ βρισκόταν μία τεράστια βελανιδιά. Οἱ γηγενεῖς τὸν κτύπησαν μὲ ρόπαλα καὶ ἤθελαν νὰ τὸν πνίξουν, ἀλλὰ ἐπειδὴ φοβήθηκαν, τὸν παρέδωσαν στὸν κυβερνήτη τῆς Ντορογκοπούζα, ὁ ὁποῖος τὸν ἔριξε στὴ φυλακή, ἐπειδὴ ἦταν ἄστεγος. Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος μὲ ὑπομονὴ ἄντεξε τὸν ἐξευτελισμό, ἔμεινε σιωπηλὸς καὶ προσευχόταν.
Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου, ἕνας αὐτοκρατορικὸς ἀντιπρόσωπος ᾖλθε στὴ Μόσχα στὸν κυβερνήτη. Βλέποντας τὸν Ὅσιο Γεράσιμο, ὑποκλίθηκε σὲ αὐτὸν καὶ ζήτησε τὴν εὐλογία του. Παλαιότερα εἶχε δεῖ τὸν Ὅσιο Γεράσιμο μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Δανιὴλ ἐνώπιον τοῦ τσάρου. Ὁ κυβερνήτης τρομοκρατήθηκε καὶ ἀμέσως ἱκέτευσε γιὰ τὴ συγχώρηση τοῦ Ὁσίου καὶ ὑποσχέθηκε νὰ κτίσει ἕνα οἴκημα, γιὰ νά τὸν προστατεύει ἀπὸ τοὺς λῃστές. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν περίοδο, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἄρχισε νὰ δέχεται αὐτοὺς ποὺ διακατέχονταν ἀπὸ τὸν πόθο γιὰ τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὴ Μόσχα, γιὰ νὰ κτίσει ἕνα μοναστῆρι. Τὸ 1530 ἔκτισε μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ οἰκοδόμησε κελλιὰ γιὰ τοὺς μοναχούς.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μοναστῆρι στὴ Μπολντίνα, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἵδρυσε ἀκόμη ἕνα μοναστῆρι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν πόλη τῆς Βιάζμα καὶ ἀργότερα στὸ δάσος Βράιανκ, στὸν ποταμὸ Ζίζντρα, ἕνα μοναστῆρι ἀφιερωμένο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Ὁ Πέτρος Κοροστέλεβ, ἕνας μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Γερασίμου, ἔγινε ἡγούμενος σὲ αὐτὸ τὸ μοναστῆρι.
Ἀρκετοὶ ἀσκητὲς ἦταν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ὁσίου Γερασίμου: ὁ ἡγούμενος Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε Ἐπίσκοπος Βολόγκντα (τιμᾶται 26 Ὀκτωβρίου) καὶ ὁ Ἀρκάδιος, ὁ ὁποῖος ἀσκήτεψε ὡς ἐρημίτης καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ μοναστῆρι τῆς Μπολντίνα.
Πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κάλεσε ὅλους τοὺς ἡγουμένους καὶ τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὰ μοναστήρια ποὺ εἶχε ἱδρύσει, τοὺς εἶπε γιὰ τὸν βίο του καὶ τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες πνευματικὲς ὑποθῆκες, ποὺ καταγράφηκαν στὸ βιβλίο «Ζωή», τὸ ὁποῖο ἔγραψε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος κατ’ ἀπαίτηση τῶν γερόντων.
Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1554.



Ὁ Ἅγιος Πανάρετος Ἐπίσκοπος Πάφου


Ὁ Ἅγιος Πανάρετος γεννήθηκε στὴν Κύπρο καὶ συγκεκριμένα στὴν Περιστερωνοπηγὴ Ἀμμοχώστου, περὶ τὸ 1710.ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν δύσκολη. Τὸ πολύσκλαβο μαρτυρικὸ νησὶ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ τῶν Τούρκων. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι εὐλαβεῖς καὶ εὔποροι. Ὁ Ἅγιος ἔμαθε τὰ πρῶτα γράμματα ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καὶ μετὰ συνέχισε τὶς σπουδές του στὸ Ἑλληνικὸ σχολεῖο στὴ Λευκωσία. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἐπέστρεψε καὶ ἐγκαταβίωσε στὸ ἐρειπωμένο μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου, ποὺ βρισκόταν στὸ χωριό του.
Ἀργότερα χειροτονήθηκε ἱερέας καὶ διετέλεσε ἡγούμενος γιὰ πολλὰ χρόνια στὸ μοναστῆρι τῆς Θεοτόκου στὴν Παλλουριώτισσα Λευκωσίας. Ἡ περίοδος τῆς ἡγουμενίας του στὸ μοναστῆρι ὑπῆρξε μία περίοδος ἐθνικῶν δοκιμασιῶν καὶ διωγμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου. Ἕνας Τοῦρκος ἐπαναστάτης, ὀνόματι Χαλήλης, μὲ δυὸ χιλιάδες περίπου ὁμοεθνεῖς του, θέλησε νὰ καταλάβει τὴν Λευκωσία. Ἡ κατάσταση ἦταν μαρτυρική. Μὲ κίνδυνο τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς του ὁ Ἅγιος Πανάρετος, στὶς δύσκολες ἐκεῖνες στιγμές, ἔγινε ὁ παρήγορος ἄγγελος τῶν πονεμένων καὶ ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ προστάτης τῶν καταδιωγμένων. Ἡ ζωντανὴ καὶ οὐσιαστικὴ συμπαράστασή του στὸν πόνο τοῦ λαοῦ ἐκτιμήθηκε τόσο, ὥστε κλῆρος καὶ λαὸς συνῆλθε καὶ τὸν ἐξέλεξε Μητροπολίτη Πάφου τὸ 1767.
Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξει ὅλα τὰ κρυμμένα χαρίσματά του καὶ ἔγινε τὰ σκοτεινὰ ἐκεῖνα χρόνια γιὰ τοὺς σκλαβωμένους βακτηρία καὶ στήριγμα καὶ φάρος φωτεινός. Ποίμανε τὸ ποίμνιό του μὲ αὐταπάρνηση. Μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραδέχονταν μὲ εἰλικρίνεια τὰ λάθη τους καὶ ἀγωνίζονταν νὰ διορθωθοῦν, ἦταν ἐπιεικής. Τοὺς πονηροὺς καὶ ἀδιόρθωτους τοὺς ἀντιμετώπιζε μὲ τὴν ἁρμόζουσα σὲ κάθε περίπτωση αὐστηρότητα, προκειμένου νὰ ἀφυπνίσει συνειδήσεις καὶ νὰ προκαλέσει τὴ μετάνοια καὶ τὴ διόρθωση.
Κάποιος ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ἁγίου καταλήφθηκε ἀπὸ τὸ πάθος τῆς αἰσχροκέρδειας, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ ἐνορῖτες του νὰ ὑποφέρουν καὶ νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ τὸν καταγγείλουν στὸν Ἐπίσκοπο. Αὐτὸς κάλεσε τὸν ἱερέα, τοῦ ἔκανε τὶς σχετικὲς παρατηρήσεις, τὸν συμβούλευσε κατάλληλα καὶ ἐκεῖνος ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ προσπαθήσει νὰ διορθωθεῖ. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ἔκανε καμία προσπάθεια, ἀντίθετα μάλιστα τὰ πράγματα χειροτέρεψαν καὶ οἱ ἐνορῖτες ζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσή του. Ὁ Ἐπίσκοπος τὸν συμβούλεψε καὶ γιὰ δεύτερη καὶ γιὰ τρίτη φορά. Ὅταν ὅμως βεβαιώθηκε γιὰ τὴν ἀμετανοησία του καὶ γιὰ τὴν προσπάθειά του νὰ παραπλανήσει τὸν Ἐπίσκοπο μὲ ψεύτικους ὅρκους, τὸν τιμώρησε μὲ ἕναν πρωτότυπο καὶ ἀσυνήθιστο τρόπο. Τὴν ὥρα ποὺ μιλοῦσε μὲ θράσος καὶ ἔλεγε ψέματα, τοῦ εἶπε μὲ αὐστηρότητα: «νὰ κλείσεις τὸ στόμα σου καὶ νὰ μὴν ὁμιλεῖς, ἀφοῦ καταδέχεσαι νὰ ψεύδεσαι καὶ νὰ ὁρκίζεσαι χωρὶς φόβο». Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔμεινε ἄλαλος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα καὶ ἀφοῦ ὁ ἱερέας ἀρρώστησε βαριά, ζήτησε νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο καὶ μὲ νεύματα νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ἐκεῖνος ἔτρεξε κοντά του καί, ὅταν διέγνωσε τὴν ἀληθινή του μετάνοια, τὸν συγχώρεσε, τὸν εὐλόγησε καὶ τότε λύθηκε ἡ γλῶσσα του. Ἐξομολογήθηκε, κοινώνησε καὶ ἀπῆλθε τοῦ κόσμου τούτου μὲ μετάνοια.
Τὸν Ἅγιο Πανάρετο ἀπασχολοῦσε ἔντονα τὸ θέμα τῆς σωτηρίας του. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ προετοιμαζόταν γιὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου του. Εἶχε τὸ χάρισμα τῆς μνήμης τοῦ θανάτου καὶ ἐπιθυμοῦσε τὰ τέλη τῆς ζωῆς του νὰ εἶναι χριστιανᾶ, ἀνεπαίσχυντα καὶ εἰρηνικά. Ἀξιώθηκε δὲ νὰ προγνώσει τὴν ὥρα τῆς κοιμήσεώς του καὶ φρόντισε νὰ εἶναι πανέτοιμος. Λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του εἶπε στὸν πρωτοσύγκελό του ὅτι θὰ ἔλθει ὁ φίλος του Ἐπίσκοπος πρώην Καρπάθου Παρθένιος, γιὰ νὰ τὸν ἐξομολογήσει. Ὁ πρωτοσύγκελος νόμισε ὅτι ὁ Ἅγιος παραμιλοῦσε λόγω τῆς ἀρρώστιας του καὶ παράκουσε. Στὴν συνέχεια ὅμως, μετὰ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Ἁγίου, ὑπάκουσε καὶ πραγματικὰ βρῆκε στὴν προκυμαία ἕνα πλοῖο, τὸ ὁποῖο λόγω τῶν ἰσχυρῶν ἀνέμων ποὺ ἔπνεαν, προσάραξε στὴν Πάφο. Μέσα σὲ αὐτὸ βρισκόταν ὁ Ἐπίσκοπος Παρθένιος, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε, γεμάτος συγκίνηση καὶ θαυμασμό, νὰ συναντήσει τὸν Ἅγιο. Ἀφοῦ τὸν ἐξομολόγησε, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα λειτούργησε καὶ τὸν κοινώνησε. Ὁ Ἅγιος Πανάρετος τὸν παρακάλεσε νὰ παραμείνει ἄλλη μία ἡμέρα, γιὰ νὰ τελέσει καὶ τὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία του. Ἐκεῖνος παρέμεινε καὶ κήδευσε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, τὸ ὁποῖο εὐωδίαζε καὶ μάλιστα θεράπευσε καὶ πολλοὺς ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλέσθηκαν τὶς πρεσβεῖες του.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τῆς Πάφου Ποιμένα θεῖον Πανάρετον, ὡς Ἱεράρχην Κυρίου ἀνευφημήσωμεν, ὅτι ἐργάτης συνετὸς ὄντως καὶ ἄριστος, ποσῶν τῶν θείων ἀρετῶν, καὶ Ἁγίοις θαυμαστὸς ἐγένετο ἐπ' ἐσχάτων, καὶ πάντων προστάτης καὶ φύλαξ, τῶν ἀνυμνοῦν τῶν αὐτοῦ τὴν κοίμησιν.


 

Οἱ Ἅγιοι Εὐθύμιος καὶ Ἰγνάτιος ὁ Νέος οἱ Ὁσιομάρτυρες

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη τοῦ Ὁσιομάρτυρα Εὐθυμίου (22 Μαρτίου) καὶ τοῦ Ὁσιομάρτυρα Ἰγνατίου τοῦ Νέου (8 Ὀκτωβρίου), συναθλητῶν τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, καὶ τὴν σημερινὴ ἡμέρα. Περισσότερες λεπτομέρειες, στοὺς βίους τῶν Ἁγίων κατὰ τὴν ἡμερομηνία τῆς ἑορτῆς τους.


Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Ἀκάκιος, κατὰ κόσμον Ἀθανάσιος, καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώρι, σημερινὸ Ἀσβεστοχώρι Θεσσαλονίκης καὶ γεννήθηκε τὸ 1792. Οἱ γονεῖς του εἶχαν ἀναγκασθεῖ γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους νὰ μετακομίσουν τὸ 1805 στὶς Σέρρες, ὅπου παρέδωσαν τὸν ἐννιάχρονο Ἀθανάσιο σὲ κάποιον ὑποδηματοποιό, γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὴν τέχνη του. Ὅμως ἡ σκληρὴ συμπεριφορά του καὶ ἡ κακομεταχείριση, ἐξώθησαν τὸν Ἀθανάσιο σὲ ἄρνηση τῆς πίστης του, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ βάσανα. Στὴν πράξη του αὐτὴ τὸν προέτρεψαν καὶ δυὸ Ὀθωμανές, οἱ ὁποῖες παρακολουθοῦσαν τὴν ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ ὑποσχόμενες μία καλύτερη ζωὴ στὸν μικρὸ Ἀθανάσιο, τὸν ἔπεισαν τὴν ἡμέρα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανός, πλέον, ὁ Ἀθανάσιος δέχθηκε τὴν πονηρὴ ἐπίθεση τῆς μητριᾶς του, ἡ ὁποία, καθὼς ἔβλεπε τὸν Ἀθανάσιο νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ ἀνδρώνεται, τὸν ἐρωτεύθηκε, ὅπως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐρωτεύθηκε τὸν Ἰωσὴφ ἡ γυναῖκα τοῦ Πετεφρῆ. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς δὲν ὑποχώρησε καὶ δὲν ὑπέκυψε στὸ πάθος τῆς μητριᾶς του, συκοφαντήθηκε ἀπὸ αὐτὴν στὸν θετὸ πατέρα του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ αὐτόν. Ἐκμεταλλευόμενος αὐτὴν τὴν εὐκαιρία κατέφυγε στὴν Θεσσαλονίκη κοντὰ στοὺς γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὶς Σέρρες, μόλις πληροφορήθηκαν τὴν ἀρνησιθρησκεία του.
Στὴν συνέχεια, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τῶν γονέων του, μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ ἀρκετὲς μονές, κατέληξε τελικὰ στὴν Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴν συνοδεία τοῦ Γέροντα Νικηφόρου, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδωσε ὡς ὑποτακτικὸ στὸν Γέροντα Ἀκάκιο, γιὰ νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ τὸ μαρτύριο, ὅπως εἶχε κάνει καὶ προηγουμένως μὲ τοὺς Ὁσιομάρτυρες Εὐθύμιο καὶ Ἰγνάτιο.
Μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα συνεχοῦς ἀσκήσεως καὶ ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ὁ Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ἐκάρη μοναχὸς καὶ μετονομάσθηκε Ἀκάκιος, ἔχοντας τὶς εὐλογίες τῶν λοιπῶν γερόντων ξεκίνησε, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν μοναχὸ Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος εἶχε συνοδεύσει νωρίτερα καὶ τοὺς δυὸ παραπάνω Ὁσιομάρτυρες, γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 10 Ἀπριλίου. Ὁ Ἅγιος βάδιζε μὲ χαρὰ πρὸς τὸ μαρτύριο.
Λίγο πρὶν τὴν ἀναχώρησή του, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ἔγραψε τὴν ἀκόλουθη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν γέροντα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς μοναχούς:
«Πανοσιώτατε μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.
 Τὸ παρόν μου ταπεινὸ γράμμα δὲν εἰν’ εἰς ἄλλο τί εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατεβώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τὴ 24η τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰ ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου Βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβη τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.
Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴν μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσα καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι’ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾶς ἀντιβραβεύση ἐν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς ἀξιώση ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμού. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸν μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιον βασιλέα μου.
Ἀκόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾶς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα Ὀνούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, Ἀκάκιον, Ἰάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπὰ Ἀγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπὰ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδία του. Ἀσπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ καὶ τὴν συνοδίαν του. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 Ἀπριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἀμήν».
Ὁ πλοίαρχος, ἄνθρωπος εὐλαβής, ὅταν ἔμαθε τὸν σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ τοῦ Ἀκακίου, ὑποσχέθηκε στὸν Γρηγόριο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τοῦ λειψάνου του μετὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος καὶ νὰ τὸ ἐπανακομίσει ὁ ἴδιος στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὕστερα ἀπὸ δεκατρεῖς ἡμέρες ἔφθασαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φιλοξενήθηκαν ἀπὸ κάποιον παντοπώλη, γνώριμο τοῦ Γρηγορίου. Τὸ Σάββατο 29 Ἀπριλίου, ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος, ἀφοῦ προετοιμάσθηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἐνδύθηκε μὲ ροῦχα τουρκικὰ καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ καπετάνιου ἔφθασε στὸ κριτήριο, ὅπου ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τῶν παρισταμένων τὴν ἐπάνοδό του στὴν πατρῴα πίστη. Ἐξαιτίας αὐτῆς του τῆς ὁμολογίας κλείσθηκε φυλακή. Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς φυλακίσεώς του προσπάθησαν ἐπανειλημμένα εἴτε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, εἴτε μὲ βασανιστήρια καὶ ἐκφοβισμοὺς νὰ τὸν μεταπείσουν. Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ τὸν κλονίσουν. Ἰδιαίτερα μάλιστα ἐνισχύθηκε καὶ προετοιμάσθηκε γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μαρτύριο, ὅταν ἔλαβε τὴ Θεία Κοινωνία ποὺ τοῦ μετέφερε κρυφὰ στὴν φυλακὴ ὁ ἀδελφὸς τοῦ καπετάνιου μὲ τὴν εὐλογία τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Καταφιανῆς. Οἱ Τοῦρκοι προύχοντες, βλέποντας τὸ σταθερὸ φρόνημα τοῦ Ἀκακίου, κατάλαβαν πὼς μάταια κοπιάζουν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισαν τὴν θανάτωσή του.
Ἔτσι, «εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν», ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Ἀκάκιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του διὰ τοῦ ξίφους τὸ 1816. Τὴν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα συνήθεια, ὁ μοναχὸς Γρηγόριος ἐξαγόρασε τὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρος μὲ χρήματα ποὺ συγκέντρωσε ἀπὸ τοὺς παντοπῶλες τοῦ Γαλατὰ καὶ τὸ μετέφερε στὴ νῆσο Πρίγκηπο, ὅπου ἐπιβιβάστηκαν στὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν ἔλθει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ προορισμὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὶς 9 Μαΐου ἀποβιβάσθηκαν στὸ λιμενίσκο τῆς μονῆς Ἰβήρων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέφεραν τὸ τίμιο λείψανο στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπου τὸ ἐνταφίασαν στὸ παρεκκλῆσι τῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου καὶ Ἰγνατίου μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ὁσιομάρτυρα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Λυχνία τρίφωτος, κόσμω ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες, Χριστοῦ τρισάριθμοι, τὴν Ἐκκλησίαν τοὶς αὐγαὶς πυρσεύοντες τῶν ἀγώνων, ἔνδοξε Εὐθύμιε, ἀφθαρσίας τὸ στέλεχος, ἱερὲ Ἰγνάτιε, ἐγκράτειας τὸ ἔσοπτρον, καὶ ρόδον ἀκακίας Ἀκάκιε, ὅθεν ὑμᾶς ὑμνολογοῦμεν.

 
Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ἐκ Χίου

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος γεννήθηκε στὰ Καρδάμυλα τῆς Χίου τὸ 1750 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος. Σὲ νεαρὴ ἡλικία οἱ γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ τὸν σώσουν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ λοιμοῦ. Στὴν συνέχεια εἰσῆλθε στὴ Νέα Μονή, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικηφόρος. Διακρίθηκε γιὰ τοὺς μοναχικούς του ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴ φιλομάθειά του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, οἱ πατέρες τῆς Μονῆς τὸν ἔστειλαν στὴ Χώρα, γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη καὶ χειραγωγία τοῦ περίφημου διδασκάλου Νεοφύτου τοῦ Καυσοκαλυβίτου. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν του δίδαξε ὡς δάσκαλος στὴ σχολή, ὅταν σχολάρχης ἦταν ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος. Ἐκεῖ δίδαξε μέχρι τὸ 1802, ὁπότε ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς καὶ συνέγραψε τὴν ἱστορία της. Λόγω τῆς ἀκαταστασίας στὴ μονὴ καὶ τῶν ποικίλων ἀντιδράσεων ὁρισμένων πατέρων, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτὴν καὶ κατέφυγε στὸ Μεστά, στὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου μόναζε καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ Ἄγραφα.
Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ 1821.
 

Ἡ Ἁγία Κόρη

Ἡ Ἁγία Κόρη, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῶν Χριστιανῶν τῆς περιοχῆς Βροντοῦ Πιερίας, καταγόταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῶν Ἰωαννίνων. Τὸ ὄνομά της εἶναι ἄγνωστο, γι’ αὐτὸ οἱ πιστοὶ τὴν ὀνόμασαν Ἁγία Κόρη.
Ἡ Ἁγία ἔζησε τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ μάλιστα τὴν ἐποχὴ τοῦ τυράννου τῆς Ἠπείρου Ἀλῆ Πασᾶ (1788-1822). Ἡ σωματική της ὡραιότητα συμβάδιζε μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς της, ἀφοῦ ἦταν κοσμημένη μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς σεμνότητας, τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἐγκράτειας. Κατὰ τὴν παράδοση, κάποιος ἄνθρωπος τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ὡραιότητά της καὶ τὴν πρόδωσε σὲ αὐτόν. Ὁ Πασὰς διέταξε ἀμέσως νὰ τὴν συλλάβουν καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσουν σὲ ἐκεῖνον. Ὅμως, κάποιος ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ποὺ ἦταν Ἕλληνας, εἰδοποίησε τὴν Ἁγία, ἡ ὁποία πῆρε μαζί της τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Θεοτόκου καὶ ἔφυγε. Ἡ Ἁγία βρῆκε καταφύγιο στὸν Ὄλυμπο, στὴν περιοχὴ τῆς παλαιᾶς Βροντοῦ, ποὺ βρισκόταν στοὺς πρόποδες τοῦ Ὀλύμπου καὶ κοντὰ στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅταν πληροφορήθηκε ὁ Ἀλὴ Πασὰς ὅτι ἡ Ἁγία Κόρη ἦταν κρυμμένη στὴ Βροντοῦ, ἔστειλε Τούρκους νὰ τὴν συλλάβουν. Τότε αὐτὴ κυνηγημένη ἔφυγε στὸ τελευταῖο καταφύγιο, σὲ βαθιὰ χαράδρα, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὶς στερήσεις. Οἱ Χριστιανοὶ τὴν ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ στὸν τόπο, ὅπου σήμερα εἶναι τὸ παρεκκλῆσι καὶ τὸ ἁγίασμά της. Ἀπὸ τότε ἄρχισαν νὰ ἐπισκέπτονται τὸ προσκυνητάριό της καὶ νὰ ἀνάβουν κεριά. Μὲ τὸν καιρὸ αὐτὸ ἔγινε προσκύνημα  καὶ ἡ Ἁγία Κόρη καθιερώθηκε ὡς Ἁγία καὶ στὴν συνείδηση τῶν Χριστιανῶν. Τὸ νερό, ποὺ ἀναβλύζει κάτω ἀπὸ τὸ ἁγίασμά της, ἔγινε ἁγίασμα θεραπευτικὸ γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ στὴν Ἁγία ἀποδίδεται πλῆθος θαυμάτων.
  
Ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Νεομάρτυρας

Ἡ καλλιπάρθενος Νεομάρτυς τῆς πίστεως Μαρία, ἡ ἐπονομαζόμενη Μεθυμοπούλα, γεννήθηκε στὴν Κάτω Φουρνὴ Μεραμβέλλου Κρήτης ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους. Τὴν Ἁγία ἀγάπησε ἕνας Τουρκαλβανὸς χωροφύλακας, ὁ ὁποῖος κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ τὴν προσελκύσει στὸ μιαρὸ ἔρωτά του. Ὅσο ὅμως αὐτὸς προσπαθοῦσε, τόσο ἡ μακαρία Μαρία τὸν ἀποστρεφόταν. Ἔτσι ὁ ἀσεβὴς αὐτὸς ἄνδρας ἀποφάσισε νὰ φονεύσει τὴν Ἁγία. Ἀφοῦ τὴν βρῆκε μία ἡμέρα νὰ συλλέγει φύλλα γιὰ τὴν διατροφὴ τῶν μεταξοσκωλήκων, ἐπιτέθηκε ἐναντίον της καὶ τὴν ἔπληξε θανάσιμα στὴν καρδιά. Ἔτσι ἔλαβε ἡ πάγκαλος νύμφη τοῦ Κυρίου τὸ στέφανο τῆς ἀθλήσεως.
Ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Μαρία φέρεται ὅτι μαρτύρησε κατὰ τὸ 1826.
 
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ἀνδρονίκου ἐν Ρωσίᾳ


Τὸ γεγονὸς ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἑορτάζεται τὴν 22α Ὀκτωβρίου.
 


Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Ἀπροσδοκήτου Χαρᾶς ἐν Ρωσίᾳ

Τὸ γεγονὸς ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἑορτάζεται τὴν 9η Δεκεμβρίου.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Τσαρεβοκοκσάισκ Ρωσίας

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Τσαρεβοκοκσάισκ, ἡ Μυροβλύζουσα, ἐμφανίσθηκε στὸν χωρικὸ Ἀνδρέα Ἰβάνοφ, τὴν 1η Μαΐου τοῦ 1647 κοντὰ στὴν Μπολσάγια Κουζνέτσα, δεκαπέντε χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν πόλη Τσαρεβοκοκσάισκ στὴν περιοχὴ τοῦ Καζᾶν. Δουλεύοντας στὸ χωράφι, ὁ Ἀνδρέας βρῆκε μία εἰκόνα πεσμένη στὸ ἔδαφος καὶ προσπάθησε νὰ τὴν σηκώσει. Ἡ εἰκόνα ἐξαφανίσθηκε. Ὁ ἔκπληκτος χωρικός, κοιτάζοντας γύρω του παρατήρησε ὅτι ἡ εἰκόνα μὲ μία ἀόρατη δύναμη εἶχε τοποθετηθεῖ πάνω σὲ ἕνα δένδρο. Προσευχήθηκε καὶ πῆρε τὴν εἰκόνα στὸ σπίτι του, ὅπου δοξάσθηκε μὲ θαύματα.
Προσκυνητὲς μαζεύτηκαν στὸ σπίτι ἀπὸ τὰ γύρω χωριά. Μετέφεραν ἀντίγραφο

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Επιστήμονες ανακάλυψαν την Κιβωτό του Νώε;


 

Δημοσιευμένη  εικόνα

Δημοσιευμένη  εικόνα


Οι επιστήμονες από τη βάση Μακ Μούρντο στην Ανταρκτική ισχυρίζονται ότι έχουν ανακαλύψει τη Κιβωτό του Νώε βαθιά σε μια κρηπίδα πάγου της Ανταρκτικής, με ό,τι υπάρχει στο κατάστρωμα, ακόμα, μαζί με δύο είδη από κάθε ζώο, όπου όλα είναι σε τέλεια κατάσταση και κατεψυγμένα!



Η αξιοσημείωτη αυτή ανακάλυψη έγινε στις 8 Φεβρουαρίου 2012 (αλλά τους τελευταίους μήνες έγινε γνωστό) από το σουηδικό ερευνητικό σκάφος Aventyr (Άβεντιρ).

Οι επιστήμονες μελετούν τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη, έτσι βρισκόμενοι στο σημείο όπου είχαν αρχίσει και έλιωναν οι πάγοι, είδαν το σκάφος κιβωτό περίπου το ένα τρίτο του να εξέχει από τους πάγους!

“Αυτό είναι πολύ, πολύ, πιο πέρα από την απλή λογική, γιατί μπλέκεται η Αγία Γραφή με το μυστήριο όλων των εποχών”, δηλώνει η βιβλικός αρχαιολόγος David H. Tootenhaur ( Ντάβιντ Χ Τουτενχάουρ) και πρόσθεσε

“Αποδεικνύεται ότι είναι σαν να γνωρίζουμε την Αγία Γραφή ανάποδα”!

“Μπορούμε μόνο να πούμε ότι το πλοίο είναι κατασκευασμένο από κέδρο, γνωστή στην αρχαιότητα ως ξύλο Γκόφερ, ακριβώς όπως περιγράφεται στη Βίβλο”, λέει ο επικεφαλής ερευνητής Δρ. Alrik Olofson (Άρλικ Όλοφσον).

“Είναι 450 μέτρα, ακριβώς με την αρχαία μονάδα μέτρησης 300 πήχεις! Έχει 75 πόδια ή 50 πήχεις πλάτος, και έχει ύψος 45 μέτρα, ή 30 πήχεις! Αυτές είναι ακριβώς οι προδιαγραφές που ο Θεός έδωσε όταν διέταξε τον Νώε να κατασκευάσει την Κιβωτό”, σύμφωνα με το Βιβλίο της Γένεσης.


Δημοσιευμένη  εικόνα


Το πλοίο βρέθηκε στην Wendell (Γουέντελ) Θάλασσα, όταν ένα μακρύ τμήμα της υφαλοκρηπίδας Larson C πάγου κατέρρευσε. Η ανακάλυψη φαίνεται να είναι τεραστίας αξίας από πλευρά ιστορίας, δεδομένου ότι ολόκληρη η ανθρώπινη φυλή πιστεύεται ότι είναι απόγονοι των επιζώντων του Κατακλυσμού του Νώε.

Ακόμα και οι μελετητές της Αγία Γραφής ομολογούν ότι είναι σαστισμένοι, και οι εκθέσεις ειδήσεων έχουν τροφοδοτήσει το θέμα πάνω σε πολύ άγρια κερδοσκοπία. Κάποιοι πιστεύουν ότι δεν είναι τίποτα άλλο από μια επιμελημένη απάτη φτιαγμένη από σατανιστές αποφασισμένοι να επιτεθούν στον Χριστιανισμό. Ορισμένοι ηγέτες της εκκλησίας φοβούνται ότι αν το αίνιγμα έχει λυθεί – και γρήγορα – θα μπορούσε να οδηγήσει σε θρησκευτικές συγκρούσεις και την κοινωνική αναταραχή.

“Είμαστε υπόμνημα με τις εκκλησίες μας και να παραμείνουν όλοι ήρεμοι”, λέει από Φλόριντα ο ειδικός κληρικός αναθ. Αλέξανδρος Π. Γουίντμπουθ συνεχίζοντας.
“Χριστιανοί! Πρέπει να έχουμε την πίστη ότι όλα αυτά είναι μέρος, του σχεδίου του Θεού”!

Φοβούμενοι εκτεταμένη αναταραχή, πολλές κυβερνήσεις έχουν κατασταλεί την είδηση για την ανακάλυψη. Ακόμη και στις ΗΠΑ, αρκετοί ιεροκήρυκες αρνούνται πεισματικά να συζητήσουν για το συγκεκριμένο πλοίο.

Ο θεωρητικός φυσικός Δρ. Jeremy Blinkley ( Τζέρεμυ Μπλίνκλει), όπου γενικά θεωρείται ότι είναι ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά του κόσμου πιστεύει ότι μπορεί να έχει μια εξήγηση για την παράξενη αυτή ανακάλυψη.


Δημοσιευμένη  εικόνα







ΠΗΓΗ:koolnews.gr

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Όταν η Παναγιά συνάντησε τη μάνα του Ιούδα


Δημοσιευμένη  εικόνα

 


Με αργό το βήμα η Παναγιά, με αμέτρητο τον πόνο, την νύχτα από τον Γολγοθά κατέβαινε με μόνο, τον Ιωάννη πλάι της μες στο σκοτάδι εκείνο και οι πέτρες ανατρίχιαζαν στον μυστικό της θρήνο.



Γύρω, τριγύρω σιγαλιά, βουβός είναι ο δρόμος, θαρρείς τον κόσμο νέκρωσε κάποιος μεγάλος τρόμος. Και όσο βαδίζουν σαν σκιές στα άχαρα εκείνα μέρη, και μοιρολόγια η Παναγιά τα πιο όμορφα που ξέρει τα λέει και ο αντίλαλος από όπου και αν διαβαίνει κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται μαραίνει. Πώς να μην κλάψει που 'γινε για αυτήν σκοτάδι η μέρα; Κι αν είναι Αυτός θεάνθρωπος, εκείνη είναι μητέρα. Και να που ακόμη μια φωνή την ερημιά ταράζει. Αχ,τι φωνή λυπητερή. Ποιος και γιατί στενάζει;Ποιος σαν Αυτή άλλος πονεί και μοιρολόγια λέγει, μη του παιδιού της το χαμό και άλλη μανούλα κλαίει;

Ναι, κάποια μάνα είναι αυτή, που μονάχη στην άκρη απαρηγόρητα θρηνεί και χύνει μαύρο δάκρυ. Και τούτη σαν τη Μαριάμ, τον γιό της έχει χάσει και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει. Η Μαριάμ τον Ιησού τον είδε σταυρωμένο και τούτη είδε τον γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο. Και κλαίει, μα το κλάμα της δεν συγκινεί κανέναν, νιώθει όμως τον πόνο της η Παναγιά η Παρθένα, που την ακούει τραβά και πάει να την γνωρίσει λόγια αγάπης να της πεί, να την παρηγορήσει. Με ένα γλυκό χαμόγελο συμπόνοια γεμάτο μάνα της κράζει, δύστυχη μη σέρνεται εδώ κάτω. Δεν είσαι μόνη που έχασες το φώς των ματιών σου, είμαι κ'εγώ, μην δέρνεσαι ποιος ήταν πες μου ο γιός σου; Και αυτή δειλά, σαν ένοχος της απαντά :αδελφή μου, Ιούδας ονομάζεται το σπλάχνο το παιδί μου.

Μόνο μια μανα μόνο αυτή, σε όλο τον κόσμο ξέρει ποιο κοφτερό νιώθει βαθιά στα σπλάχνα της μαχαίρι. Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα, παιδί μου σαν ζητιάνα. Αχ κάλλιο να μην έσωνα Θεέ να γίνω μάνα. Η Παναγιά κατάλαβε, τον γιό της τον γνωρίζει μα σαν μητέρα του Χριστού, δεν φεύγει, δεν γογγύζει.Τον δικό της τον καϋμό ξεχνά την ώρα εκείνη και για τη μάνα τώρα αυτή τα δάκρυά της χύνει. Σκύβει και την ασπάζεται, χαϊδεύει τα μαλλιά της, και την κρατάει με στοργή πιστά στην αγκαλιά της. Της λέει λόγια της καρδιάς και την γλυκομερώνει, της δίνει θάρρος, δύναμη και απάνω την σηκώνει. Έλα και μείνε σπίτι μου την νύχτα να περάσεις, εκεί και οι δυό τον πόνο μας, τον μητρικό να πούμε, το δάκρυ μας να σμίξουμε και να προσευχηθούμε.

Η μια στης άλλης το πλευρό σκυφτές συλλογισμένες, οι δυό μανάδες περπατούν αδελφαγκαλιασμένες. Ο Ιησούς που στον Γολγοθά κρεμάται έδωσε τέτοια εντολή: Αλλήλους ν' αγαπάτε!

agioritikovima