Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Το τυπικό της προσευχής του Γέροντα Παϊσίου Αγιορείτου

Ό Γέροντας, αφού έκανε πολλές δοκιμές στον εαυτό του, προσπαθώντας να εφαρμόσει ότι γράφουν τα ασκητικά βιβλία και συμβουλευόμενος έμπειρους Γέροντες, κατέληξε σε ένα τυπικό. Ανάλογα με τις δυνάμεις, την ηλικία, τον χρόνο πού είχε, τον τόπο που έκανε την άσκηση του, ρύθμιζε και το τυπικό του. Έλεγε ότι «ό μοναχός πρέπει να μπει σ' ένα μοναχικό τυπικό. Κάθε δέκα χρόνια πρέπει να κάνη αναθεώρηση των δυνάμεων του και να κανονίσει στον εαυτό του την κατάλληλη άσκηση. Όταν κανείς είναι νέος, έχει περισσότερη ανάγκη από ύπνο και λιγότερη από ξεκούραση. Όταν γεράσει, του χρειάζεται περισσότερη ξεκούραση και λιγότερος ύπνος. Μεγάλη δύναμη έχει ή συνήθεια. Κάτι πού το συνηθίζει ό οργανισμός και χωρίς να το έχει ανάγκη, όταν έρθει ή ώρα θα το ζητήσει». Το τυπικό του ήταν περίπου το εξής: Στις 3 μ.μ. (9η βυζαντινή) έκανε Ένατη και Εσπερινό και μετά έτρωγε κάτι. Ύστερα έκανε το Απόδειπνο και μερικές ώρες κομποσχοίνι. Πριν από τα μεσάνυχτα ξυπνούσε και άρχιζε τον κανόνα και εν συνεχεία την Ακολουθία του με κομποσχοίνι. Όταν τελείωνε, ξεκουραζόταν λίγο και με το φώτισμα άρχιζε πάλι τα πνευματικά. Όταν ήταν απερίσπαστος από τον κόσμο, έκανε την κάθε Ώρα στην ώρα της και ενδιάμεσα εργοχειρούσε λέγοντας την ευχή. Για ένα διάστημα ξεκουραζόταν αμέσως μετά την δύση του ηλίου, όλη τη νύχτα αγρυπνούσε και υστέρα ξεκουραζόταν λίγο το πρωί. Το μεσημέρι δεν αναπαυόταν. Δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για τυπικό του Γέροντα όταν έκανε άσκηση νεώτερος στην έρημο του Σινά, διότι «ό πας δρόμος αυτού ην προσευχή αέναος και έρως προς Θεόν ανείκαστος», και πολλές ώρες εργόχειρο χωρίς να τον κουράζει. Τότε δεν έβλεπε ανθρώπους, ήταν τελείως αμέριμνος και απερίσπαστος. Όταν ήταν στον "Τίμιο Σταυρό" διάβαζε μόνο τον εξάψαλμο, τον κανόνα του Μηναίου και το απόγευμα το Θεοτοκάριο του αγίου Νικόδημου. Τα υπόλοιπα τα έκανε με κομποσχοίνι. Στην "Παναγούδα" έκανε τρία κομποσχοίνια (3ΟΟάρια) στον Χριστό, ένα στην Παναγία, ένα στον Τίμιο Πρόδρομο, ένα στον Άγιο της ημέρας και ένα στον Άγιό του. Μετά τα επαναλάμβανε για τους ζώντες και πάλι τρίτη φορά για τους κεκοιμημένους, και ευχόταν για ειδικές περιπτώσεις. Στα τελευταία του, παρά τον κόσμο πού τον απασχολούσε όλη την ημέρα, έκανε πάνω από 40 κομποσχοίνια τρακοσάρια μετρητά, εκτός από τον κανόνα και την ακολουθία του. Το Ψαλτήρι το χώριζε σε τρία μέρη και το τελείωνε σε τρεις ήμερες. Σε κάθε ψαλμό προσευχόταν για την αντίστοιχη κατηγορία ανθρώπων, σύμφωνα με τις περιπτώσεις πού ό όσιος Αρσένιος είχε χωρίσει τους ψαλμούς και μνημόνευε ονόματα. Με αυτόν τον τρόπο δεν κουραζόταν να διαβάζει ακόμη και 6-7 καθίσματα συνεχόμενα. Την Μεγάλη Εβδομάδα κάθε χρόνο, για να συμμετέχει περισσότερο στα Πάθη του Χριστού, διάβαζε τα Ευαγγέλια των Παθών. Από την σύλληψη του Χριστού ως την Αποκαθήλωση, δηλαδή από την Μ. Πέμπτη την νύχτα ως την Μ. Παρασκευή εσπέρας, ούτε καθόταν, ούτε κοιμόταν, ούτε έτρωγε. Μάλιστα έλεγε ότι αξίζει περισσότερο να βιάσουμε τον εαυτό μας σε ασιτία αυτό το διήμερο (Μ. Παρασκευής, Μ. Σαββάτου) παρά το τριήμερο (της Καθαράς Εβδομάδος). Μόνο έπινε λίγο ξύδι, για να θυμηθεί το Δεσποτικό όξος. Αυτές τις μέρες δεν άνοιγε σε κανέναν. Έμενε κλεισμένος στο Κελί του και ούτε του έκανε καρδιά να ψάλει. «Πρώτη φορά ένιωσα μια τέτοια κατάσταση», είπε τελευταία στην "Παναγούδα". Ό Γέροντας δεν παρέβαινε χωρίς λόγο το τυπικό του. Το τηρούσε με ζήλο. Ήταν ακριβής μοναχός. «Τέσσερις να με κρατάνε, τον κανόνα μου δεν τον αφήνω», έλεγε. Δηλαδή και όταν ήταν πολύ άρρωστος, ώστε να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του, πάλι τον κανόνα του δεν τον άφηνε. Θεωρούσε μεγάλη ζημία πνευματική να αφήσει χρέη και να μην εκτέλεση τα μοναχικά του καθήκοντα. «Την ημέρα εκείνη είμαι...» (κουνούσε το κεφάλι του εννοώντας όχι καλά). Στα τελευταία χρόνια πού είχαν αυξηθεί οι επισκέπτες και δεν τον άφηναν να κάνη στην ώρα του τον Εσπερινό, έλεγε, «για να μην χάσω την ακολουθία κάνω τον Εσπερινό με κομποσχοινί το πρωί και λέω το "Φως ίλαρόν" την ώρα πού ανατέλλει ό ήλιος». Συνάμα ήταν τελείως ελεύθερος. Ενίοτε, όταν υπήρχε ανάγκη, τα θυσίαζε όλα χάριν της αγάπης. Έκανε την αγρυπνία του όχι προσευχόμενος, αλλά συμπάσχοντας και παρηγορώντας ταλαίπωρη ψυχή, γιατί ό Θεός «έλεον θέλει και ου θυσίαν». Από το παρακάτω απόσπασμα επιστολής του σε πνευματικό του τέκνο, φαίνεται εν μέρει και το τυπικό του Γέροντα: «Δια το πρόγραμμα που μου γράφετε, εάν έχετε ευκαιρία, δοκιμάσετε ένα διάστημα μικρό, το εξής: Με την ανατολή του ηλίου να αρχίζετε την Πρώτη Ώρα. Ένα τέταρτο ή Ώρα, ένα τέταρτο μετάνοιες και κομποσχοίνι για τα παιδάκια –«πάντα άνθρωπον ερχόμενων εις τον κόσμο»- να φυλαχτούν αγνά στον κόσμο, και για όσους παρθενεύουν. Συμπεριλαμβάνεται και ό εαυτός μας μέσα. Μετά καθήμενος, την ευχή άλλη μισή ώρα και έτσι συμπληρώνεται μία ώρα μετά την ανατολή, (και τελειώνει) ή Πρώτη Ώρα. Δύο ώρες ελεύθερες με πνευματική αξιοποίηση, μελέτη, προσευχή, εάν υπάρχει διάθεση, ή ψαλμωδία. Εννοώ ελεύθερα, άνετα να κινείται ή ψυχή σε ότι θέλει το πνευματικό ή καμιά δουλειά που έχει (εργόχειρο). Μετά να αρχίζετε την Τρίτη Ώρα, επίσης όπως την Πρώτη, με τη διαφορά (ότι είναι) αφιερωμένη στον κλήρο, και εις τα έθνη να έλθουν εις επίγνωσιν αληθείας. Νομίζω δεν είναι αμαρτία να λέγει κανείς, "Κύριε, ό το πανάγιόν Σου Πνεύμα εν τη τρίτη ώρα...". Το ίδιο μετά από την Τρίτη Ώρα άλλες δύο ώρες ελεύθερες με πνευματική αξιοποίηση ή άλλη απαραίτητη εργασία, και μετά το ίδιο την Έκτη Ώρα, με την διαφορά (ότι είναι) αφιερωμένη εις τον κόσμον, να δίδει μετάνοια ό καλός Θεός. Μετά δύο ώρες το ίδιο ή ξεκούραση μέχρι την Ένατη, και μετά (κάνετε) την Ένατη με τον ίδιο τρόπο αφιερωμένη στους κεκοιμημένους, και μετά Εσπερινό. »Διά δε φαγητό δεν αναφέρω, διότι αυτό θα το ρυθμίσετε ανάλογα με την αντοχή σας. Το μόνο θα πρέπει να μη φθάνει κανείς σε σημείο ζάλης, όταν δεν υπάρχει πόλεμος, για να έχει διαύγεια να πολεμά καλύτερα, διότι ή πάλη γίνεται με λογισμούς και χρειάζεται ό νους να βοηθιέται στις αρχές της πνευματικής ζωής, δια να βρούμε την αλήθεια. Όταν όμως ό άνθρωπος βρει την αλήθεια, τον Χριστό, ή λογική δεν του χρειάζεται πλέον. Το ίδιο και όταν ό άνθρωπος προχώρηση, δεν του χρειάζεται τέτοια διαύγεια πού αναφέρω να επιδιώκετε, διότι βγαίνει πλέον από τον εαυτό του και κινείται έξω από την έλξη της γης και φωτίζεται όχι από τον αισθητόν ήλιον, από δημιούργημα, αλλά από τον Δημιουργό. Μετά τον Εσπερινό και το Απόδειπνο, να επιδιώκεις τρεις ώρες μετά την δύση του ηλίου προσευχή. Η μαζί με το Απόδειπνο και τον κανόνα σου να συμπληρώνεις τις τρεις ώρες. Είναι οι καλύτερες ώρες για προσευχή. Μετά να κοιμάστε έξι ώρες και μετά Μεσονυκτικό και Όρθρο. Μπορείτε να διαβάζετε ορισμένα και μετά να λέτε την ευχή. Δια να μην έχετε την αγωνία (ή να κοιτάζετε την ώρα) ή να προσέχετε στα κομποσχοίνια, βάζετε το ξυπνητήρι να χτυπά μετά από όσες ώρες θέλετε να προσευχηθείτε. Προσπαθήστε να κάμετε έστω και το 1/5 απ' ότι σας γράφω, προκειμένου να μη σας δημιουργηθεί άγχος δια να μην πάθετε όπως τα κακόμοιρα νέα μοσχαράκια, πού εάν τα δυσκολέψουν στις αρχές στο ζυγό, μόλις δουν το ζυγό και καταλάβουν ότι θέλουν να τα ζέψουν στο χωράφι, φεύγουν». Από αυτό το τυπικό βλέπομε ότι το πνεύμα του Γέροντα ήταν ή πολύ πνευματική απασχόληση αλλά με άνεση και διάθεση. Σε άλλον μαθητή του, πού και αυτός έκανε άσκηση μόνος του, έδωσε το εξής τυπικό, οπού φαίνονται και άλλες λεπτομέρειες για τον μοναχικό κανόνα και την ιδιαίτερη αγρυπνία: 1. Μοναχικό τυπικό "Όταν έχουμε ισημερία (Μάρτιο, Σεπτέμβριο). "Ώρα 3 μ.μ.: (9η βυζαντινή) Ένατη και Εσπερινός. "Ώρα 4μ.μ.: Δείπνο, εκτός Δευτέρας, Τετάρτης, και Παρασκευής. Απόδειπνο με το ηλιοβασίλεμα. "Ώρα 3π.μ.: Έγερσης. "Ώρα 3-4 π.μ.: Κανόνας. "Ώρα 4π.μ.: Ακολουθία. "Ώρα 11 π.μ.: Γεύμα (όταν έχει μία τράπεζα). "Ώρα 11-3 μ.μ.: Διακόνημα-Εργόχειρο. 2. Μοναχικός κανόνας Ένα 300άρι κομποσχοίνι για τον Κύριο με σταυρούς και μικρές μετάνοιες, μέχρι να ακουμπά το χέρι στο γόνατο. Δεν βλάπτει, αν λυγίζουν λίγο τα γόνατα. Βοήθα να μην κουράζονται τα γόνατα, και δίνει μια κατάνυξη, γιατί με την γονυκλισία δείχνουμε τη λατρεία μας προς τον Θεό. Ένα ΙΟΟάρι για την Παναγία «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσόν με», με μικρές μετάνοιες και σταυρούς, όπως και προηγουμένως. «Δόξα... και νυν... [Αλληλούια (γ') Δόξα σοι ό Θεός»] (τρις), με τρεις μεγάλες μετάνοιες. Τον Ν' ψαλμό («Ελέησον με ό Θεός...») με χαμηλή φωνή και μεγάλες μετάνοιες, όσες χρειασθούν μέχρι να τελείωση ό ψαλμός. 5. Τροπάρια προς την Παναγία: «Πάντων προστατεύεις Αγαθή...», «Την πάσαν ελπίδα μου...» κ.α. με μεγάλες μετάνοιες. 6. «Σοι δόξα πρέπει, Κύριε ό Θεός ημών...». Δοξολογία, χαμηλοφώνως με μεγάλες μετάνοιες. «Άξιον εστί...» με μεγάλες μετάνοιες. «Δόξα... και νυν... [Αλληλούια (γ') Δόξα σοι ό Θεός»] (τρις), με τρεις μεγάλες μετάνοιες. Οι μετάνοιες μπορεί να είναι πυκνές ή αραιές, ανάλογα με την διάθεση του καθενός. Αυτή είναι ή πρώτη φάση για τον εαυτό μας. Τα ίδια επαναλαμβάναμε λέγοντας, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Ελέησον τους δούλους σου» και «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον τους δούλους σου». Προσευχή για τον κόσμο. Μπορούμε να μνημονεύουμε και ονόματα πού έχουν ανάγκη. Τα ίδια πάλι για τρίτη φορά λέγοντας: «Ανάπαυσον Κύριε τας ψυχάς των δούλων σου». «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησαν τους δούλους σου». Στο τέλος κάνουμε ένα ΙΟΟάρι για τον Άγιο της Μονής. Ύστερα διαβάζουμε την ακολουθία και μετά ξεκουραζόμαστε λίγο. Προτού να κοιμηθεί ό μοναχός, να σταύρωση τα χέρια του στο στήθος και να λέγει νεκρώσιμα τροπάρια, για να θυμάται τον θάνατο. Ό κανόνας του μεγαλόσχημου είναι 300 μετάνοιες και 12 κομποσχοίνια (εκατοστάρια), του ρασοφόρου (μικρόσχημου) 150 μετάνοιες και 12 κομποσχοίνια και του δοκίμου 60 μετάνοιες και 6 κομποσχοίνια. 3. Τυπικό αγρυπνίας με κομποσχοίνι Δόξα σοι ό Θεός... 300άρια κομποσχοίνια (3)κομποσχοίνια Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε... (1) Κύριε Ίησοϋ Χριστέ Ελέησον με (3) Υπεραγία Θεοτόκε.. (1) Κύριε Ιησού Χριστέ... (δια τους πατέρας)(3) Υπεραγία Θεοτόκε... (δια τους πατέρας) (1) Σταυρέ του Χριστού... (3) Κύριε Ιησού Χριστέ... (υπέρ των κεκοιμημένων) (3) Υπεραγία Θεοτόκε... (υπέρ των κεκοιμημένων)(1) Παράκλησις-Ανάγνωσης. 6. Κύριε Ιησού Χριστέ... (δια τους ευεργέτες) (3) Υπεραγία Θεοτόκε.. (δια τους ευεργέτες) (1) 7. Κύριε Ιησού Χριστέ…(δια το κόσμο) (3) Υπεραγία Θεοτόκε.. …(δια το κόσμο) (1) 8. Κύριε Ιησού Χριστέ.. (δια τους ασθενείς) (3) Υπεραγία Θεοτόκε.. .. (δια τους ασθενείς) (1) 9. Κύριε Ιησού Χριστέ.. ..(δια την αδελφότητα) (3) Υπεραγία Θεοτόκε.. ..(δια την αδελφότητα) (1) Δια τους νεκρούς, εις Αγίους πού τους ευλαβούμαστε ιδιαιτέρως. Από τα παραπάνω φαίνεται ή ελευθερία του Γέροντα, πού δεν δεσμεύεται από τυπικά και κανόνες. Έδωσε ένα μέτρο για να βοηθήσει τον μοναχό, αλλά το θέμα του ύπνου και του φαγητού δεν το καθόρισε λεπτομερώς. Άφησε να το ρύθμιση ό ίδιος ανάλογα με τίς δυνάμεις και την αγωνιστικότητα του. Την δική του υψηλή ζωή, δεν την επέβαλε σε κανένα. Όλοι οι άνθρωποι δεν χωράνε στο ίδιο καλούπι. Άνετα μπορεί να διακρίνει κανείς μερικά στοιχεία, όπως την μετάνοια, την δοξολογία, και την προσευχή για ζώντες και κεκοιμημένους. Τέλος παραθέταμε τυπικό αγρυπνίας πού έδωσε σε γυναικείο Μοναστήρι για την κατ' ιδίαν αγρυπνία στο Κελί. Είναι από τα τελευταία έτη της ζωής του. Σε αυτό κυριαρχεί ή προσευχή για τον κόσμο. 4. Σειρά αγρυπνίας Τον κανόνα τον κάνουμε στην αρχή ή στο τέλος της αγρυπνίας, όπως προτίμα ό καθένας. Αρχίζομε με λίγη μελέτη. Μετά κάνουμε τα εξής κομποσχοίνια λέγοντας: 1 300άρι: Δόξα Σοι ό Θεός ημών, δόξα Σοι. 1 ΙΟΟάρι: Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε. Μετά, Δόξα και νυν. Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια• δόξα σοι, ό Θεός (εκ γ'.) Κύριε, ελέησόν γ'. Δόξα και νυν. Ό Ν' Ψαλμός. «Υπό την σήν εύσπλαγχνίαν...». Δοξολογία και «Άξιον εστίν». Όλα αυτά γίνονται με μετάνοιες. Μετά συνεχίζομε ως έξης: 1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. 1 ΙΟΟάρι: Υπεραγία Θεοτόκε, σώσόν με. Μετά κάνομε την Παράκληση (προαιρετικά). 1 ΙΟΟάρι: Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει σου. 1 ΙΟΟάρι: Βαπτιστά του Χριστού, πρέσβευε υπέρ εμού (για την μετάνοια). 1 ΙΟΟάρι: Άγιε (Απόστολε) του Χριστού, πρέσβευε υπέρ εμού (στον άγιο Ιωάννη Θεολόγο για την αγάπη). 1 ΙΟΟάρι: Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ εμού (στον άγιο Αρσένιο για την υγεία). Μετά τα εξής αιτήματα: Για τους Γεροντάδες: 1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τους δούλους σου. 1 ΙΟΟάρι: Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον τους δούλους σου. Για την αδελφότητα: 1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς. 1 ΙΟΟάρι: Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς. Για τους κεκοιμημένους: 1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, ανάπαυσαν τους δούλους σου. 1 ΙΟΟάρι: Υπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσαν τους δούλους σου. Για τους ευεργέτες: 1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, Ελέησον τους δούλους σου. 1 ΙΟΟάρι: Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον τους δούλους σου Τρία κομποσχοινια 300άρια με γενικό αίτημα ως εξής. -Θεέ μου, μην εγκαταλείπεις τους δούλους Σου πού ζουν μακριά από την Εκκλησία, ή αγάπη Σου να ενεργήσει και να τους φέρει όλους κοντά Σου. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού υποφέρουν από τον καρκίνο. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού υποφέρουν από μικρά ή μεγάλα νοσήματα. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού υποφέρουν από σωματικές αναπηρίες. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού υποφέρουν από ψυχικές αναπηρίες. -Μνήσθητι Κύριε τους άρχοντες (προέδρους, υπουργούς...) και βοήθησαν αυτούς να κυβερνούν χριστιανικά. -Μνήσθητι Κύριε τα παιδιά πού προέρχονται από προβληματικές οικογένειες. -Μνήσθητι Κύριε τις προβληματικές οικογένειες και τους διαζευγμένους. -Μνήσθητι Κύριε τα ορφανά όλου του κόσμου, όλους τους πονεμένους και τους αδικημένους στην ζωή, τους χήρους και τις χήρες. -Μνήσθητι Κύριε όλους τους φυλακισμένους, τους αναρχικούς, τους ναρκομανείς, τους Φονείς, τους κακοποιούς, τους κλέφτες, φώτισον και βοήθησον αυτούς να διορθωθούν. -Μνήσθητι Κύριε όλους τους ξενιτεμένους. -Μνήσθητι Κύριε όλους όσους ταξιδεύουν στην θάλασσα, στην ξηρά, στον αέρα και φύλαξον αυτούς. -Μνήσθητι Κύριε την Εκκλησία μας, τους πατέρες (κληρικούς) της Εκκλησίας και τους πιστούς. -Μνήσθητι Κύριε όλες τις μοναστικές αδελφότητες, ανδρικές και γυναικείες, τους γέροντες και τις γερόντισσες και όλες τις αδελφότητες και τους αγιορείτες πατέρες. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού είναι σε καιρό πολέμου. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού καταδιώκονται στα βουνά και στους κάμπους. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού είναι σαν κυνηγημένα πουλάκια. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού άφησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ταλαιπωρούνται. -Μνήσθητι Κύριε τους φτωχούς, άστεγους και πρόσφυγες. -Μνήσθητι Κύριε όλα τα έθνη, να τα έχεις στην αγκαλιά σου, να τα σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να τα φυλάγεις από κάθε κακό και από τον πόλεμο. Και την αγαπημένη μας Ελλάδα μέρα και νύκτα να την έχεις στην αγκαλιά σου, να την σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να την φυλάγεις από κάθε κακό και από τον πόλεμο. -Μνήσθητι Κύριε τις ταλαιπωρημένες, εγκαταλελειμμένες, αδικημένες, δοκιμασμένες οικογένειες και δώσε πλούσια τα ελέη σου σ' αυτές. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους σου πού υποφέρουν από ψυχικά και σωματικά προβλήματα πάσης φύσεως. -Μνήσθητι Κύριε τους δούλους σου πού ζήτησαν τις προσευχές μας. Οι κεκοιμημένοι να βοηθηθούν μόνοι τους δεν μπορούν και περιμένουν από εμάς να τους βοηθήσουμε, όπως περιμένουν οι φυλακισμένοι μια πορτοκαλάδα. Διάλειμμα στην αγρυπνία δεν υπάρχει• όποιος θέλει, ας κάνη. Ό Γέροντας επιθυμούσε ό μοναχός πού ασκείται μόνος να έχει τυπικό, για να τον βοηθά στον αγώνα του. Συμβούλευε: «Να προετοιμάζεσαι από το κελί με προσευχή για το διακόνημα και από το διακόνημα για το κελί. Έτσι θα είσαι πάντα ήρεμος και χαρούμενος. Όταν είναι κανείς αφηρημένος, το μυαλό του γυρνάει. Βοηθά να έχει κανείς ένα πρόγραμμα από το πρωί, για να μη δημιουργείται σύγχυση από τους λογισμούς». Σε όσους δεν είχε ευθύνη πνευματική και δεν μπορούσε να τους παρακολούθηση δεν έδινε τυπικό. Φοιτητής του ζήτησε κάποτε να του δώσει ένα τυπικό, ό Γέροντας του απάντησε: «Δεν μπορώ, διότι ό γιατρός, όταν δώσει μια συνταγή στον άρρωστο, πρέπει να είναι κοντά του για να τον παρακολουθεί». Περιορίσθηκε να του δώσει μόνο μερικές ωφέλιμες συμβουλές για την πνευματική ζωή. Σεβόταν απεριόριστα ότι είχαν ορίσει οί άγιοι Πατέρες. Σε κάποιον πού αυθαιρετούσε χωρίς λόγο στο τυπικό της ακολουθίας του έκανε την εξής παρατήρηση: «Εντάξει, δεν χάλασε ο κόσμος, αν αλλάξουμε κάτι, αλλά έτσι βάζουμε τον εαυτό μας πάνω από τους αγίους Πατέρες». Ό Γέροντας τήρησε με σεβασμό και ευλάβεια τα τυπικά της Εκκλησίας και βοηθήθηκε απ' αυτά να φθάσει σ' ένα πνευματικό τυπικό και να βρει το πιο ουσιαστικό την διαμονή της αδιάλειπτου προσευχής, ή οποία μας ενώνει με τον Θεό. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΙΣΑΑΚ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Για την προσευχή Επισκέφθηκαν κάποτε τον αββά Λούκιο, που έμενε στο Ένατο , κάποιοι μοναχοί που ανήκαν στους λεγόμενους «Ευχίτες». Κι ο Γέροντας τους ρώτησε: - Ποιο είναι το εργόχειρό σας; - Εμείς δεν αγγίζουμε κανένα εργόχειρο , απάντησαν εκείνοι, σύμφωνα με το λόγο του απόστολου Παύλου, που είπε να προσευχόμαστε αδιαλείπτως, συνέχεια. - Καλά, δεν τρώτε; τους ρωτάει ο Γέροντας. - Τρώμε, απαντούν. - Κι όταν τρώτε, τους ξαναρωτά, ποιος προσεύχεται για σας; Εκείνοι σιωπούν. Τους ρωτάει πάλι: - Δεν κοιμάστε; - Ναι, απαντούν. - Κι όταν, λοιπόν, κοιμάστε, ποιος προσεύχεται για σας; Κ’ εκείνοι κοιταζόντουσαν με απορία, μην έχοντας τι ν’ απαντήσουν. Και τότε τους λέει ο Γέροντας: - Συγχωρήστε με, αλλά απ’ ό,τι λέτε , φαίνεται καθαρά πως δεν πράττετε όπως διδάσκετε. Να σας πω, λοιπόν, κ’ εγώ το εργόχειρό μου, για να ιδήτε, πως και το εργόχειρό μου δεν αφήνω, και η προσευχή μου είναι αδιάλειπτη , χωρίς καμία διακοπή. Έτσι, κάθομαι μπροστά στο Θεό, αφού έχω βρέξει τα βλαστάρια από τα φύλλα των φοινίκων, και πλέκοντας μ’ αυτά το σχοινί, λέω το «Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και καλά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου». Αυτό δεν είναι προσευχή; - Ναι, απάντησαν εκείνοι. Και συνεχίζει ο Γέροντας: - Όταν , λοιπόν, δουλέψω σ’ αυτή την εργασία όλη τη μέρα, βγάζω ένα μεροκάματο γύρω στα δεκάξι νουμία. Απ’ αυτά προσφέρω α δυο σ’ όποιον έρθει στη θύρα μου και τα ‘χει ανάγκη , και τα υπόλοιπα κρατώ εγώ για τη δική μου διατροφή. Και μ’ αυτό τον τρόπο, όταν εγώ τρώγω ή κοιμούμαι, προσεύχεται για μένα εκείνος, που πήρε μερίδιο από τα δύο νουμία. Έτσι, με τη χάρη του Θεού, σ’ εμένα εφαρμόζεται ο λόγος του Αποστόλου, δηλαδή το «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι» . Από το βιβλίο: «Π.Β. ΠΑΣΧΟΥ ΤΟ ΕΑΡ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΜΙΚΡΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ Α΄» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΊΤΑΣ Περί προσευχής Θα μακρυγορούσαμε, αν θέλαμε να περιγράψουμε όλα όσα αφορούν το θέμα αυτό σε σχέση με το Γέροντά μας. Η προσευχή ήταν για τον Γέροντα ένα απέραντο κεφάλαιο και το κύριο μέλημά του. Σε αυτήν είχε δοθεί ολόκληρος. Όλη την ζωή του, όλη την επίδοση και τον ενθουσιασμό του ,όλη την φροντίδα και την προσπάθειά του, όλο του το είναι τα είχε αποθέσει στην αρετή της προσευχής. Τι μπορούμε να πούμε και να περιγράψουμε από τα δυσπρόσιτα και απροσπέλαστα μυστήρια που αγνοούμε εμείς οι ταπεινοί ,πτωχοί και αδύνατοι από τη φύση και την κατάστασή μας; Βλέπαμε εξωτερικά την πρακτική ζωή του. Παρατηρούσαμε , πόσο ανελέητα φερόταν προς τον εαυτό του και ανάλογα συλλογιζόμασταν. Ποιος όμως ήταν δυνατόν να δει ή να περιγράψει τον εσωτερικό του κόσμο και τους αλαλήτους στεναγμούς του και όλα όσα ημέρα και νύχτα προσέφερε στον Θεό; Δικαιολογημένες απαιτήσεις μπορούσαν να του αποσπάσουν ανάλογες υποχωρήσεις σε σχέση με ο,τιδήποτε πρακτικό τον απασχολούσε. Στην τάξη όμως και τον τύπο της προσευχής ήταν αδύνατο να γίνουν υποχωρήσεις. Η ακρίβεια και η εμμονή του στο θείο έργο της προσευχής μαρτυρούσαν το ύψος και το πλάτος της φροντίδας του και τα αντίστοιχα αποτελέσματα ήταν πολύ φανερά. Κατά την κρίση των Πατέρων μας, το σαφέστερο δείγμα της πνευματικής ζωής μιας ψυχής είναι η αδιάλειπτη προσευχή , που υπάρχει ως εσωτερική μόνιμη κατάσταση και όχι ως προϊόν προσπαθείας. Και στον πνευματικό Γέροντά μας βλέπαμε ότι το κύριο μέλημα και ο κύριος στόχος του ήταν η προσευχή. Ο αείμνηστος μας παιδαγωγούσε και μας υπεδείκνυε ακούραστα την αξία και τον πλούτο του καρπού της προσευχής. Συχνά τόνιζε: " η ακρίβεια της εντολής αυτής και η προσπάθεια της προσευχής θα σας ανοίξει την πόρτα της προσευχής" ή "αυτό το λάθος θα σας γίνει εμπόδιο στην προσευχή". Την ιδιαίτερη μέριμνα του Γέροντος για την άσκηση της προσευχής μπορεί να την διαπιστώσει ο καθένας και από τις διάφορες επιστολές του , που δημοσίευσε ο αγαπητός αδελφός μας , ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου. Γράφει ο Γέροντας προς ένα νεώτερο. " Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως του καθενός η τέχνη. Καθότι εργάζομαι αυτήν τριάντα εξ και επέκεινα χρόνια", δηλαδή σε όλη τη διάρκεια της έως τότε μοναχικής του ζωής . Η άνεση , με την οποία περιγράφει αυτή την παναρετή ο μακαριστός Γέροντας – την αρχή της , την λεπτομερή εξήγηση των διαφόρων σταδίων και καταστάσεων που ακολουθούν ως και αυτή την έλλαμψη και αρπαγή ,στην οποία οδηγεί η ίδια αυτούς που την ασκούν με ζήλο –μαρτυρεί τον βαθμό της προαγωγής με την δύναμη της Χάριτος , και της κατοχής των μυστηρίων και των ιδιοτήτων της προσευχής... … Σε άλλη επιστολή , που περιγράφει την ιδιότητα της προσευχής ,μεταξύ άλλων αναφέρει « τον δε φωτισμόν διαδέχονται διακοπή της ευχής και συχναί θεωρίαι . Αρπαγή του νοός , κατάπαυσις των αισθήσεων, ακινησία και άκρα σιγή των μελών, ένωσις Θεού και ανθρώπου εις εν ». Συνεχείς εμπειρίες του ήταν η ειρήνη των λογισμών, η συνάντηση με άλλον αέρα, η « ζωοποιός νέκρωση » και γαλήνη των μελών, η αίσθηση λεπτής αύρας, η άρρητη ευωδία, το άυλο, υπέρλευκο και άκτιστο φως. Για αυτό συχνά μας μιλούσε με τέτοιες εκφράσεις. Χαρακτηριστικό του ήταν επίσης η ευχέρεια να ερμηνεύει τους ποικίλους πειρασμούς σε όλο το στάδιο του πνευματικού αγώνα και ιδίως στο πρακτικό μέρος. Αυτό ήταν επισφράγιση και απόδειξη του αιωνίου κύρους της Πατερικής παραδόσεως, που συνεχίζεται και παρατείνεται αδιάκοπα και απαραχάρακτα από τους πρώτους αιώνες ως τις ημέρες μας. Τον πατρικό χαρακτήρα της χαριτωμένης και αληθινής προσευχής του Γέροντος επισφράγιζε και η κοινωνία του με τον πανανθρώπινο πόνο. Νοιώθαμε ότι αυτό το ζούσε έντονα και σχεδόν διαρκώς . Πολλές φορές τον βλέπαμε να βυθίζεται ήρεμα στον εαυτό του , και φαινόταν ότι δεν ήταν κοντά μας. Αλλοιωνόταν η έκφρασή του και με λυπημένο ύφος αναστέναζε ελαφρά. « Γέροντα, τι συμβαίνει; » ,ρωτούσαμε με την νεανική μας περιέργεια. « Κάποιος πάσχει ,παιδιά » μας έλεγε. Η διαπίστωση γινόταν όταν μετά από λίγες ημέρες λαμβάναμε ένα γράμμα με την περιγραφή κάποιας περιπέτειας. " Πώς γίνεται, Γέροντα, αυτοί που προσεύχονται περισσότερο να γίνονται κοινωνικότεροι των άλλων;". Γιατί βλέπαμε ότι αυτοί αισθάνονται τον πλησίον και κοινωνούν με αυτόν πρακτικότερα, μολονότι οι ίδιοι είναι σχεδόν κρυμμένοι και άγνωστοι. Με το δικό του λεξιλόγιο μας αποδείκνυε τότε την καθολικότητα της προσευχής, που είναι ο κυριότερος φορέας της οικουμενικότητος. Με την προσευχή πραγματοποιείται τελειότερα η ένωση με τον Θεό, και έτσι τα πάντα καταλήγουν στην Χριστοένωση και Χριστοκοινωνία. Όταν μιλούσε για τα θέματα που « έπασχε » ,ίσως να μειονεκτούσε μερικές φορές στην δυνατότητα εκφράσεως. Δεν μπορούσε να διατυπώσει πλήρως τα πνευματικά βιώματά του με τους λεπτούς φιλοσοφικούς όρους της θεολογίας. Μας πληροφορούσε όμως με λεπτομέρεια για το κάθε νόημα που περικλείεται στον πνευματικό αγώνα της εν Θεώ ζωής γενικά, αλλά και ειδικά σε ό,τι αναφέρεται στην προσευχή, με έναν επαγωγικό τρόπο, που του έδινε η ελευθερία της εμπειρίας του. Μας έλεγε: « Η μάχη προς τα πάθη είναι η αρχή της πορείας προς την καθαρά προσευχή. Είναι αδύνατον να προοδεύσει κάποιος στην ευχή, όταν ενεργούν τα πάθη. Στην αγριότητα της μάχης κατά των παθών, ενώ ο αγωνιστής πολεμάει με σωστό τρόπο και πρόθυμα, συμβαίνει κάποτε να τον "υποκλέπτουν" τα πάθη , είτε από απειρία για το άγνωστο είδος του πολέμου είτε από αδυναμία. Παρόλα όμως αυτά, δεν εμποδίζεται η παρουσία της Χάριτος της προσευχής. Όταν όμως ο «υποσκελισμός» των παθών προέρχεται από αμέλεια ή έχει κάποια κενοδοξία, τότε η παρουσία της Χάριτος είναι αδύνατη. Έπειτα ο νους ,κατά το μέτρο της απαλλαγής του από τα πάθη, παίρνει δια της Χάριτος Θάρρος και δύναμη στον πόλεμο κατά των λογισμών και στέκεται με επιμονή στην προσευχή και γενικότερα στην θεωρία του Θεού ». … Πάμπολλα παραδείγματα στην ιστορία των ανθρώπων μας πείθουν για την σωτηρία από επικείμενους ολέθρους εξαιτίας της προσευχής εναρέτων ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό εκδηλώνουν οι τέλειοι εν Θεώ τις δύο κύριες αρετές τους . Την αγάπη και την προσευχή. Η αγάπη συνιστά την ουσία της προσωπικότητος των τελείων, ενώ η προσευχή το αποδεικνύει. Ο Γέροντας μας έλεγε ότι σε όποιον προσεύχεται αληθινά αποκαλύπτεται η αίσθηση της αγάπης προς τον πλησίον. Και πιο συγκεκριμένα , « όταν η Χάρις ενεργήσει στην ψυχή του ευχομένου ,τότε τον πλημμυρίζει η αγάπη του Θεού, ώστε να μην μπορεί άλλο να αντέξει αυτό που αισθάνεται. Στην συνέχεια, στρέφεται η αγάπη αυτή προς τον κόσμο και τον άνθρωπο, τον οποίο αγαπά τόσο, ώστε να θέλει να πάρει επάνω του όλο τον ανθρώπινο πόνο και την δυστυχία για να απαλλαγούν οι άλλοι. Συμπάσχει σε κάθε θλίψη και δυσκολία ,θλίβεται ακόμα και για αυτά τα άλογα ζώα και κλαίει, όταν σκεφθεί ότι πάσχουν! Αυτά είναι χαρακτηριστικά αγάπης , που τα προκαλεί και τα δραστηριοποιεί η προσευχή . Για αυτό και όσοι πρόκοψαν στην προσευχή δεν παύουν να εύχονται υπέρ του κόσμου. Σε αυτούς ανήκει και η παράταση της ζωής του - όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο και τολμηρό - και να ξέρετε ότι, αν αυτοί εκλείψουν, τότε θα έρθει το τέλος αυτού του κόσμου » . Ο Θεός ,ως η αυτούσια Παναγάπη , μεταδίδει και μεταφέρει μέρος από την Παναγαθότητά Του στα κτίσματά Του, όπως και όσο Αυτός γνωρίζει. Αυτό έχει ως συνέπεια να κάνουν το ίδιο πράγμα και οι θεούμενοι δούλοι Του, οι οποίοι με την προσευχή και την επίκλησή τους μεταδίδουν επίσης την αγάπη στον κόσμο. Το συμπέρασμα είναι, ότι , αν η αγάπη είναι το σώμα, η προσευχή είναι η ενέργεια και η δύναμή του. Και αποδεικνύεται ότι με την προσευχή κατορθώνεται επιτυχέστερα η εκπλήρωση της αγάπης σε παγκόσμια κλίμακα, εκεί όπου αδυνατούν οι τόσοι άλλοι πόροι και τρόποι… ] Από το βιβλίο « Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ ΒΙΟΣ-ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ-«Η ΔΕΚΑΦΩΝΟΣ ΣΑΛΠΙΓΞ» ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 1 Μικρός Παρακλητικός Κανόνας Εις Την Υπεραγίαν Θεοτόκον . Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν. Ψαλμὸς 142 Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ' ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι ταχὺ εἰσάκουσόν μου Κύριε ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός σου ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· γνώρισόν μοι Κύριε ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου Κύριε πρὸς σὲ κατέφυγον δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου Κύριε ζήσεις με ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολoθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου ὅτι ἐγὼ δοῦλός σού εἰμι. Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Στίχ, α'. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ. Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Στίχ, β'. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς, Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Στίχ, γ'. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν. Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ἦχος δ' Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ Τῇ Θεοτόκῳ ἐκτενῶς νῦν προσδράμωμεν, ἁμαρτωλοὶ καὶ ταπεινοί, καὶ προσπέσωμεν ἐν μετανοίᾳ, κράζοντες ἐκ βάθους ψυχῆς· Δέσποινα, βοήθησον ἐφ' ἡμῖν σπλαγχνισθεῖσα, σπεῦσον, ἀπολλύμεθα ὑπὸ πλήθους πταισμάτων, μὴ ἀποστρέψῃς σοὺς δούλους κενούς· σὲ γὰρ καὶ μόνην ἐλπίδα κεκτήμεθα. Δόξα... Καὶ νῦν... Οὐ σιωπήσωμέν ποτε, Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰμὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τὶς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ· σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν. Ψαλμὸς 50 Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἐλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος των οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διὰ παντὸς σοὶ μόνω ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου· ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεὸς καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιόν μὴ ἀντανέλῃς ἀπ' ἐμοῦ ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεὸς, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου Κύριε τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν ἔδωκα ἂν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει ἀγάθυνον Κύριε ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιὼν καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα, τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους Ἦχος πλ. δ' ᾨδὴ α' Ὁ Εἱρμὸς Ὑγρὰν διοδεύσας ὡσεὶ ξηράν, καὶ τὴν αἰγυπτίαν μοχθηρίαν διαφυγών, ὁ Ἰσραηλίτης ἀνεβόα· τῷ Λυτρωτῇ καὶ Θεῷ ἡμῶν ᾄσωμεν. Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς, πρὸς σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν· Ὦ Μῆτερ τοῦ Λόγου καὶ Παρθένε, τῶν δυσχερῶν καὶ δεινῶν με διάσωσον. Παθῶν με ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας, ἐμπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν, εἰρήνευσον, Κόρη, τῇ γαλήνῃ, τῇ τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ σου, Πανάμωμε. Δόξα... Σωτῆρα τεκοῦσάν σε καὶ Θεόν, δυσωπῶ, Παρθένε, λυτρωθῆναί με τῶν δεινῶν· σοὶ γὰρ νῦν προσφεύγων ἀνατείνω, καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν διάνοιαν. Καὶ νῦν... Νοσοῦντα τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν, ἐπισκοπῆς θείας, καὶ προνοίας τῆς παρὰ σοῦ, ἀξίωσον, μόνη Θεομῆτορ, ὡς ἀγαθὴ ἀγαθοῦ τε λοχεύτρια. ᾨδὴ γ' Ὁ Εἱρμὸς Οὐρανίας ἁψῖδος, ὀροφουργὲ Κύριε, καὶ τῆς Ἐκκλησίας δομῆτορ, σύ με στερέωσον, ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ σῇ, τῶν ἐφετῶν ἡ ἀκρότης, τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα, μόνε φιλάνθρωπε. Προστασίαν καὶ σκέπην, ζωῆς ἐμῆς τίθημι, Σέ, Θεογεννῆτορ, Παρθένε, σύ με κυβέρνησον, πρὸς τὸν λιμένα σου, τῶν ἀγαθῶν ἡ αἰτία, τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα, μόνη πανύμνητε. Ἱκετεύω, Παρθένε, τὸν ψυχικὸν τάραχον, καὶ τῆς ἀθυμίας τὴν ζάλην, διασκεδάσαι μου· σὺ γάρ, Θεόνυμφε, τὸν ἀρχηγὸν τῆς γαλήνης, τὸν Χριστὸν ἐκύησας, μόνη πανάχραντε. Δόξα... Εὐεργέτην τεκοῦσα, τὸν τῶν καλῶν αἴτιον, τῆς εὐεργεσίας τὸν πλοῦτον, πᾶσιν ἀνάβλυσον· πάντα γὰρ δύνασαι, ὡς δυνατὸν ἐν ἰσχύϊ, τὸν Χριστὸν κυήσασα, Θεομακάριστε. Καὶ νῦν.... Χαλεπαῖς ἀρρωστίαις, καὶ νοσεροῖς πάθεσιν, ἐξεταζομένῳ, Παρθένε, σύ μοι βοήθησον· τῶν ἰαμάτων γάρ, ἀνελλιπῆ σε γινώσκω, θησαυρόν, Πανάμωμε, τὸν ἀδαπάνητον. Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων, τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεόν, εἰς σὲ καταφεύγομεν, ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν. Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος. Κάθισμα Ἦχος β' Τὰ ἄνω ζητῶν Πρεσβεία θερμή, καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον, ἐλέους πηγή, τοῦ κόσμου καταφύγιον, ἐκτενῶς βοῶμέν σοι· Θεοτόκε Δέσποινα, πρόφθασον, καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἡ μόνη ταχέως προστατεύουσα. ᾨδὴ δ' Εἰσακήκοα, Κύριε, τῆς οἰκονομίας σου τὸ μυστήριον, κατενόησα τὰ ἔργα σου, καὶ ἐδόξασά σου τὴν Θεότητα. Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον, ἡ τὸν κυβερνήτην τεκοῦσα Κύριον, καὶ τὸν κλύδωνα κατεύνασον, τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεονύμφευτε. Εὐσπλαγχνίας τὴν ἄβυσσον, ἐπικαλουμένῳ τῆς σῆς παράσχου μοι, ἡ τὸν εὔσπλαγχνον κυήσασα, καὶ Σωτῆρα πάντων, τῶν ὑμνούντων σε. Δόξα... Ἀπολαύοντες, Πάναγνε, τῶν σῶν δωρημάτων εὐχαριστήριον, ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον, οἱ γινώσκοντές σε Θεομήτορα. Καὶ νῦν... Οἱ ἐλπίδα καὶ στήριγμα, καὶ τῆς σωτηρίας τεῖχος ἀκράδαντον, κεκτημένοι σε, Πανύμνητε, δυσχερείας πάσης, ἐκλυτρούμεθα. ᾨδὴ ε' Φώτισον ἡμᾶς, τοῖς προστάγμασί σου, Κύριε, καὶ τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ, τὴν σὴν εἰρήνην, παράσχου ἡμῖν, φιλάνθρωπε. Ἔμπλησον, Ἁγνή, εὐφροσύνης τὴν καρδίαν μου, τὴν σὴν ἀκήρατον διδοῦσα χαράν, τῆς εὐφροσύνης, ἡ γεννήσασα τὸν αἴτιον. Λύτρωσαι ἡμᾶς, ἐκ κινδύνων, Θεοτόκε Ἁγνή, ἡ αἰωνίαν τεκοῦσα λύτρωσιν, καὶ τὴν εἰρήνην, τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν. Δόξα... Λῦσον τὴν ἀχλύν, τῶν πταισμάτων μου, Θεόνυμφε, τῷ φωτισμῷ τῆς σῆς λαμπρότητος, ἡ φῶς τεκοῦσα, τὸ θεῖον καὶ προαιώνιον. Καὶ νῦν... Ἴασαι Ἁγνή, τῶν παθῶν μου τὴν ἀσθένειαν, ἐπισκοπῆς σου ἀξιώσασα, καὶ τὴν ὑγείαν, τῇ πρεσβείᾳ σου παράσχου μοι. ᾨδὴ ς' Τὴν δέησιν ἐκχεῶ πρὸς Κύριον, καὶ αὐτῷ ἀπαγγελῶ μου τὰς θλίψεις, ὅτι κακῶν ἡ ψυχή μου ἐπλήσθη, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾍδῃ προσήγγισε, καὶ δέομαι ὡς Ἰωνᾶς· Ἐκ φθορᾶς, ὁ Θεὸς με ἀνάγαγε. Θανάτου καὶ τῆς φθορᾶς ὡς ἔσωσεν, ἑαυτὸν ἐκδεδωκὼς τῷ θανάτῳ, τὴν τῇ φθορᾷ καὶ θανάτῳ μου φύσιν, κατασχεθεῖσαν, Παρθένε, δυσώπησον, τὸν Κύριόν σου καὶ Υἱόν, τῆς ἐχθρῶν κακουργίας με ῥύσασθαι. Προστάτιν σε τῆς ζωῆς ἐπίσταμαι, καὶ φρουρὰν ἀσφαλεστάτην, Παρθένε, τῶν πειρασμῶν διαλύουσαν ὄχλον, καὶ ἐπηρείας δαιμόνων ἐλαύνουσαν, καὶ δέομαι διαπαντός, ἐκ φθορᾶς τῶν παθῶν μου ῥυσθῆναί με. Δόξα... Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα, καὶ ψυχῶν σε παντελῆ σωτηρίαν, καὶ πλατυσμὸν ἐν ταῖς θλίψεσι, Κόρη, καὶ τῷ φωτί σου ἀεὶ ἀγαλλόμεθα· Ὧ Δέσποινα, καὶ νῦν ἡμᾶς, τῶν παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον. Καὶ νῦν... Ἐν κλίνῃ νῦν ἀσθενῶν κατάκειμαι, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις τῇ σαρκί μου, ἀλλ' ἡ Θεὸν καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου, καὶ τὸν λυτῆρα τῶν νόσων κυήσασα, σοῦ δέομαι τῆς ἀγαθῆς, ἐκ φθορᾶς νοσημάτων ἀνάστησον. Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων, τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεόν, εἰς σὲ καταφεύγομεν, ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν. Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παρρησίαν. Κοντάκιον Ἦχος β' Προστασία τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντε, μεσιτεία πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετε. Μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς, ἀλλὰ πρόφθασον, ὡς ἀγαθή, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν πιστῶς κραυγαζόντων σοι· Τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, ἡ προστατεύουσα ἀεί, Θεοτόκε, τῶν τιμώντων σε. Α' Ἀντίφωνον Ἦχος δ' Ἐκ νεότητός μου, πολλὰ πολεμεῖ με πάθη, ἀλλ' αὐτὸς ἀντιλαβοῦ, καὶ σῶσον, Σωτήρ μου. (δίς) Οἱ μισοῦντες Σιών, αἰσχύνθητε ἀπὸ τοῦ Κυρίου· ὡς χόρτος γάρ, πυρὶ ἔσεσθε ἀπεξηραμμένοι. (δίς) Δόξα... Ἁγίῳ Πνεύματι, πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ Τριαδικῇ μονάδι, ἱεροκρυφίως. Καὶ νῦν... Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀναβλύζει τὰ τῆς χάριτος ῥεῖθρα, ἀρδεύοντα ἅπασαν τὴν κτίσιν, πρὸς ζωογονίαν. Προκείμενον Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ. Στίχ. Ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε, καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου, καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου, καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου, καὶ ἐπιθυμήσει ὁ Βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου. Τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ μνησθήσομαι. Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν ἁγίου Εὐαγγελίου, τὸ Ἀνάγνωσμα. Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰούδα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπάσατο τήν Ἐλισάβετ· καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς, καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ, καὶ εἶπεν·Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, καὶ πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς με; ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου, καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ· ἰδοὺ γάρ, ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατός, καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς, καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. Δόξα... Ἦχος β' Πάτερ, Λόγε, Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ἐν Μονάδι, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων. Καὶ νύν... Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων. Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἦχος πλ. β' Ὅλην ἀποθέμενοι Μὴ καταπιστεύσῃς με, ἀνθρωπίνη προστασία, Παναγία δέσποινα, ἀλλὰ δέξαι δέησιν, τοῦ ἱκέτου σου· θλίψις γὰρ ἔχει με, φέρειν οὐ δύναμαι, τῶν δαιμόνων τὰ τοξεύματα, σκέπην οὐ κέκτημαι, οὐδὲ ποῦ προσφύγω ὁ ἄθλιος, πάντοθεν πολεμούμενος, καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλήν σου· Δέσποινα τοῦ κόσμου, ἐλπὶς καὶ προστασία τῶν πιστῶν, μή μου παρίδῃς τὴν δέησιν, τὸ συμφέρον ποίησον. Ἕτερα Θεοτοκία Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοί, κατῃσχυμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε, ἀλλ' αἰτεῖται τὴν χάριν, καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως. Μεταβολὴ τῶν θλιβομένων, ἀπαλλαγὴ τῶν ἀσθενούντων ὑπάρχουσα, Θεοτόκε Παρθένε, σῷζε πόλιν καὶ λαόν, τῶν πολεμουμένων ἡ εἰρήνη, τῶν χειμαζομένων ἡ γαλήνη, ἡ μόνη προστασία τῶν πιστῶν. ᾨδὴ ζ' Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας, καταντήσαντες Παῖδες ἐν Βαβυλῶνι ποτέ, τῇ πίστει τῆς Τριάδος, τὴν φλόγα τῆς καμίνου, κατεπάτησαν ψάλλοντες· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός, εὐλογητὸς εἶ. Τὴν ἡμῶν σωτηρίαν, ὡς ἠθέλησας Σῶτερ, οἰκονομήσασθαι, ἐν μήτρᾳ τῆς Παρθένου, κατῴ κησας τῷ κόσμῳ, ἣν προστάτιν ἀνέδειξας· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός, εὐλογητός εἶ. Θελητὴν τοῦ ἐλέους, ὃν ἐγέννησας, Μῆτερ ἁγνὴ δυσώπησον, ῥυσθῆναι τῶν πταισμάτων, ψυχῆς τε μολυσμάτων, τοὺς ἐν πίστει κραυγάζοντας· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός, εὐλογητὸς εἶ. Δόξα... Θησαυρὸν σωτηρίας, καὶ πηγὴν ἀφθαρσίας, τὴν σὲ κυήσασαν, καὶ πύργον ἀσφαλείας, καὶ θύραν μετανοίας, τοῖς κραυγάζουσιν ἔδειξας· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός, εὐλογητὸς εἶ. Καὶ νῦν... Σωμάτων μαλακίας, καὶ ψυχῶν ἀρρωστίας, Θεογεννήτρια, τῶν πόθῳ προσιόντων, τῇ σκέπῃ σου τῇ θείᾳ, θεραπεύειν ἀξίωσον, ἡ τὸν Σωτῆρα Χριστόν, ἡμῖν ἀποτεκοῦσα. ᾨδὴ η' Τὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν, ὃν ὑμνοῦσι στρατιαὶ τῶν Ἀγγέλων, ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Τοὺς βοηθείας τῆς παρὰ σοῦ δεομένους, μὴ παρίδῃς Παρθένε, ὑμνοῦντας, καὶ ὑπερυψοῦντάς σε, Κόρη, εἰς αἰῶνας. Τῶν ἰαμάτων τὸ δαψιλές, ἐπιχέεις τοῖς πιστῶς ὑμνοῦσί σε Παρθένε, καὶ ὑπερυψοῦσι τὸν ἄφραστόν σου τόκον. Δόξα... Τὰς ἀσθενείας μου τῆς ψυχῆς ἰατρεύεις, καὶ σαρκὸς τὰς ὀδύνας, Παρθένε, ἵνα σε δοξάζω τὴν Κεχαριτωμένην. Καὶ νύν... Τῶν πειρασμῶν σὺ τὰς προσβολὰς ἐκδιώκεις, καὶ παθῶν τὰς ἐφόδους Παρθένε· ὅθεν σε ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. ᾨδὴ θ' Κυρίως Θεοτόκον, σὲ ὁμολογοῦμεν, οἱ διὰ σοῦ σεσωσμένοι, Παρθένε ἁγνή, σὺν Ἀσωμάτων χορείαις, σὲ μεγαλύνοντες. Ῥοήν μου τῶν δακρύων, μὴ ἀποποιήσῃς, ἡ τὸν παντὸς ἐκ προσώπου πᾶν δάκρυον, ἀφῃρηκότα Παρθένε, Χριστὸν κυήσασα. Χαρᾶς μου τὴν καρδίαν, πλήρωσον, Παρθένε, ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη τὸ πλήρωμα, τῆς ἁμαρτίας τὴν λύπην, ἐξαφανίσασα. Λιμὴν καὶ προστασία, τῶν σοὶ προσφευγόντων, γενοῦ Παρθένε, καὶ τεῖχος ἀκράδαντον, καταφυγή τε καὶ σκέπη, καὶ ἀγαλλίαμα. Δόξα... Φωτός σου ταῖς ἀκτῖσι, λάμπρυνον, Παρθένε, τὸ ζοφερὸν τῆς ἀγνοίας διώκουσα, τοὺς εὐσεβῶς Θεοτόκον, σὲ καταγγέλλοντας. Καὶ νῦν... Κακώσεως ἐν τόπῳ, τῷ τῆς ἀσθενείας, ταπεινωθέντα, Παρθένε, θεράπευσον, ἐξ ἀρρωστίας εἰς ῥῶσιν, μετασκευάζουσα. Μεγαλυνάρια Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν. Τὴν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν, καὶ καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τὴν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας, τὴν Δέσποιναν τοῦ κόσμου, ὕμνοις τιμήσωμεν. Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή, πρὸς σὲ καταφεύγω τὴν Κεχαριτωμένην, ἐλπὶς ἀπηλπισμένων, σύ μοι βοήθησον. Δέσποινα καὶ μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ, δέξαι παρακλήσεις, ἀναξίων σῶν ἱκετῶν, ἵνα μεσιτεύσῃς πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα. Ὦ Δέσποινα, τοῦ κόσμου γενοῦ μεσίτρια. Ψάλλομεν προθύμως σοι τὴν ᾠδήν, νῦν τῇ πανυμνήτῳ, Θεοτόκῳ χαρμονικῶς, μετὰ τοῦ Προδρόμου, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, δυσώπει, Θεοτόκε, τοῦ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς. Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν, ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου, Λουκᾶ ἱερωτάτου, τὴν Ὁδηγήτριαν. Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς. Τρισάγιον Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (γ') Δόξα... Καὶ νῦν... Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου. Κύριε, ἐλέησον. Κύριε, ἐλέησον, Κύριε, ἐλέησον. Δόξα... Καὶ νῦν... Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον, καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν, καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. Ἀμήν. Ἦχος πλ. β' Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς· πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς. Δόξα... Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς· ἐπὶ σοὶ γὰρ πεποίθαμεν, μὴ ὀργισθῇς ἡμῖν σφόδρα, μηδὲ μνησθῇς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν, ἀλλ' ἐπίβλεψον καὶ νῦν, ὦς εὔσπλαγχνος, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν· σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς λαός σου, πάντες ἔργα χειρῶν σου, καὶ τὸ ὄνομά σου ἐπικεκλήμεθα. Καὶ νῦν... Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς σέ, μὴ ἀστοχήσωμεν, ῥυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σὺ γὰρ εἶ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν. Δέησις ὑπὸ ἱερέως Ἦχος β' Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου Πάντων προστατεύεις, Ἀγαθή, τῶν καταφευγόντων ἐν πίστει τῇ κραταιᾷ σου χειρί· ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεόν, ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσιν, ἀεὶ μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπὸ πταισμάτων πολλῶν, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου· ὅθεν σοι προσπίπτομεν· Ῥῦσαι πάσης περιστάσεως τοὺς δούλους σου. Ὅμοιον Πάντων θλιβομένων ἡ χαρά, καὶ ἀδικουμένων προστάτις, καὶ πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις, καὶ βακτηρία τυφλῶν, ἀσθενούντων ἐπίσκεψις, καταπονουμένων σκέπη καὶ ἀντίληψις, καὶ ὀρφανῶν βοηθός, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, σὺ ὑπάρχεις, Ἄχραντε, σπεῦσον, δυσωποῦμεν, ῥύσασθαι τοὺς δούλους σου. Ἦχος πλ. δ' Δέσποινα, πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως. Ἦχος β' Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου. Κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 15 Αὐγούστου εἴθισται ἵνα ψάλλωνται, ἀντὶ τῶν ἀνωτέρω Θεοτοκίων, τὰ ἑπόμενα Ἐξαποστειλάρια. Ἦχος γ' Ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῆ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα. Ὁ γλυκασμὸς τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, χριστιανῶν ἡ προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων. Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει. Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις, ἡλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα τοῦ Βασιλέως, ἀκατανόητον θαῦμα, πῶς γαλουχεῖς τὸν Δεσπότην; Δι' εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΠΤΙΝΑ Κύριε, βοήθησέ με να αντιμετωπίζω με ψυχική γαλήνη όλα όσα μου φέρνει η σημερινή ημέρα. Βοήθησέ με να αφήνω τον εαυτό μου ολοκληρωτικά στο άγιο θέλημά Σου. Όποιες ειδήσεις κι αν λάβω, δίδαξέ με να τις δεχθώ με ηρεμία και με την πεποίθηση ότι προέρχονται από Σένα. Καθοδήγησε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου. Μη με αφήνεις να ξεχνάω, ότι τα πάντα προέρχονται από Σένα. Δίδαξέ με, να συμπεριφέρομαι σε όλους με ευθύτητα και σύνεση, ώστε να μην συγχύζω και στεναχωρώ κανέναν. Δός μου την δύναμη να υποφέρω τον κόπο της ημέρας. Δίδαξέ με, να προσεύχομαι, να πιστεύω, να υπομένω, να συγχωρώ και να αγαπώ. Αμήν. O πανταχού παρών O πανταχού παρών και τα πάντα πληρών ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον αγαθέ τας ψυχάς ημών. Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης Κασσιανός για την κοινοβιακή άσκηση. Τὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν ὁλοκληρώθηκε μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Κασσιανοῦ γιὰ τὸ διπλὸ νόημα τῆς ζώνης, τὸ ὁποῖο συνιστᾶ ἡ ὑπακοὴ στὰ ἔργα τοῦ κοινοβίου καὶ ἡὑπερνίκηση τῶν σεξουαλικῶν ὁρμῶν. Ὀπλισμένος μὲ αὐτὴ τὴ ζώνη ὁ ἀσκητὴς πρέπει τώρα νὰ διδαχθεῖ τὸ σύστημα τῶν κανονικῶν προσευχῶν, σύμφωνα μὲ τοὺς θεσμούς, τοὺς ὁποίους ἵδρυσαν οἱ ἀρχαῖοι πατέρες τῆς Ἀνατολῆς. Στὸ πρῶτο βιβλίο ὁ Κασσιανὸς ἐξηγεῖ γιὰ ποιὸ λόγο προέταξε τὰ περὶ ἐνδύματος κεφάλαια. Στὴν ἀρχὴ ὅμως τοῦ δεύτερου βιβλίου δὲν ἐξηγεῖ τὴ συγκεκριμένη θέση τῶν περὶ προσευχῆς κεφαλαίων στὴ διάρθρωση τοῦ ἔργου του, ἀλλὰ μόνο δηλώνει, πὼς δὲν θὰ ἀναφερθεῖ στὸν χαρακτήρα[1] τῶν προσευχῶν οὔτε στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐκπληρώνεται ἡ ἀποστολικὴ ἐντολὴ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς.[2] δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κατάλληλος τόπος γι’ αὐτὰ τὰ θέματα, ἀνήκουν στὴ θεματολογία τῶν Συμβολῶν, δηλώνει ὁ Κασσιανός, χωρὶς καὶ πάλι νὰ ἐξηγεῖ.[3] Λίγα κεφάλαια πιὸ κάτω, ὅμως, θὰ μετριάσει κάπως τὴ στάση του καὶ θὰ μιλήσει γιὰ τὸν χαρακτήρα τῶν προσευχῶν τῶν αἰγυπτίων πολὺ συνοπτικά, φοβούμενος τὸ ἐνδεχόμενο νὰ μὴ μπορέσει νὰ γράψει τὸ βιβλίο τῶν Συμβολῶν ἢ νὰ μὴ μπορέσει κάποιος νὰ τὸ προμηθευθεῖ. Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν παραλείπει νὰ τονίσει, ὅτι δὲν δίνει παρὰ μόνο τὶς ἀρχὲς μίας διαπραγμάτευσης, ἡ ὁποία ἀνήκει καὶ θὰ γίνει μὲ πληρότητα στὶς Συμβολές.[4] Ὁ Κασσιανὸς τονίζει τὴν παραδοσιακότητα καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀνατολικῶν συνηθειῶν στὸ ζήτημα τῆς προσευχῆς, ἐπειδὴ στὴ Δύση, κατὰ τὴ δική του μαρτυρία, δὲν ἀκολουθοῦσαν κάποια τάξηκοινὴ γιὰ ὅλους.[5] Γράφει πὼς ὑπῆρχε ἡ τάση, ὅποιος ἵδρυε κοινόβιο νὰ τὸ ὀργανώνει κατὰ τὶς προσωπικές του ἐπιθυμίες.[6] Ἑπομένως, ἡ τόση ἔμφαση τοῦ Κασσιανοῦ στὴν ἀρχαιότητα καὶ τὴν παράδοση[7] δὲν ὀφείλεται μόνο στὴν ἰδιαίτερη ἐκτίμηση ποὺ εἶχε γιὰ τὴν Αἴγυπτο,[8] ἀλλὰ καὶ στὴν προσπάθειά του νὰ βοηθήσει στὴν ἑδραίωση ἑνιαίας τάξης στὰ δυτικὰ κοινόβια.[9] Τέσσερα κεφάλαια τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν[10] ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ψαλμῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνται στὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὶς ἀγρυπνίες.[11] Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐτέθη, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους πατέρες τῆς Αἰγύπτου, ὥστε νὰ προλάβουν ἐνδεχόμενα σχίσματα μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν, ἀφοῦ ἄλλοι μποροῦσαν νὰ ψάλλουν περισσότερους ἀπὸ 12 Ψαλμοὺς ἐνῶ ἄλλοι δὲν ἄντεχαν.[12] Τὴν ἐποχὴ τῆς τελειότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν "fervensque paucorum fides necdum in multitudinem dispersa tepuisset",[13] κυριαρχοῦσε ἡ τάση νὰ ψάλλονται περισσότεροι ἀπὸ 12 Ψαλμοί. Τὸ ἴδιο ἐξακολουθοῦσε καὶ ἐπὶ Κασσιανοῦ νὰ συμβαίνει στὴ Δύση, ὅπου ἄλλωστε οἱ λειτουργικὲς συνήθειες διέφεραν πολὺ ἀπὸ τόπο σὲ τόπο.[14] Ὁ Κασσιανὸς ἐπιμένει στὸν ἀριθμὸ 12, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς παραδόθηκε ἀπὸ ἄγγελο στοὺς ἀρχαίους πατέρες τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐφαρμοζόταν ὣς τὴν ἐποχὴ τοῦ ἰδίου, "per universam Aegyptum et Thebaidem",[15] ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ περισσότεροι Ψαλμοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ κουράσουν καὶ ἑπομένως νὰ ἀποσπάσουν τὸν νοῦ ἀπὸ τὴν προσευχή.[16] Στὰ κεφάλαια 4 καὶ 6, ὁ Κασσιανὸς μιλάει ἀκόμη γιὰ δύο ἀναγνώσματα (lectiones), τὰ ὁποῖα μὲ δική τους πρωτοβουλία οἱ ἀρχαῖοι πατέρες τῆς Αἰγύπτου προσέθεσαν μετὰ τοὺς Ψαλμούς, ἕνα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ ἕνα ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἡ προσθήκη αὐτὴ δὲν εἶχε δεσμευτικὸ χαρακτήρα ἀλλὰ ἀπευθυνόταν μόνο σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦσαν ἐξοικείωση μὲ τὴν Ἁγία Γραφή.[17] Ὁλόκληρος αὐτὸς ὁ προβληματισμός, γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν Ψαλμῶν καὶ τὴν ἀγγελικὴ παρέμβαση, ἀπουσιάζει τελείως ἀπὸ τὸν Βασίλειο. Ἐπίσης ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν Βασίλειο ὁ προβληματισμός, τὸν ὁποῖο ὁ Κασσιανὸς ἐκθέτει στὸ 7ο κεφάλαιο, γιὰ πόσο χρονικὸ διάστημα πρέπει νὰ παραμένουν γονατιστοὶ οἱ προσευχόμενοι μετὰ τὸ τέλος κάθε Ψαλμοῦ. Στὰ κεφάλαια 2, 8 καὶ 10 τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν,ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρεται στὸν τρόπο τῆς ψαλμωδίας σὲ συγκεκριμένες ὧρες καὶ στὴ χρήση τῆς τριαδολογικῆς εὐχῆς "δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι".[18] Σχετικὰ μὲ τὸ τελευταῖο ζήτημαὁ Κασσιανὸς γράφει, πὼς στὴν Ἀνατολὴ δὲν ὑπάρχει τὸ δυτικὸ ἔθιμο νὰ ἀκολουθεῖ μετὰ ἀπὸ κάθε Ψαλμὸ ἡ τριαδολογικὴ εὐχή, ἀλλὰ λέγεται μόνο μετὰ τὸ τέλος ὅλης τῆς ἀκολουθίας.[19] Στὴν ἀρχὴ τοῦ 2ου κεφαλαίου, ὁ Κασσιανὸς μέμφεται ὅσους ἔχουν εἰσαγάγει τὴ χρήση εἴκοσι ἢ καὶ τριάντα Ψαλμῶν, "singulis noctibus" ("κάθε νύχτα"), καὶ μάλιστα μὲ τὴ χρήση ἀντιφωνίας καὶ κάποιων τροποποιήσεων.[20] Ἡ παρατήρηση αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς ἀπόρριψη ἀπὸ μέρους τοῦ Κασσιανοῦ τῆς ἀντιφωνικῆς στιχολογίας. Ὁ ἴδιος, στὸ 8ο κεφάλαιο τοῦ τρίτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, περιγράφει, χωρὶς νὰ ἀπορρίπτει, τὴ χρήση ἀντιφωνίας ἀπὸ τοὺς αἰγύπτιους στὴν ἀγρυπνία τοῦ Σαββάτου. Ἑπομένως, οἱ παρατηρήσεις τοῦ Κασσιανοῦ σχετικὰ μὲ διάφορες αὐθαιρεσίες δὲν στρέφονται ἐναντίον τῆς ἀντιφωνίας - καὶ μάλιστα ἐφόσον στὸ συγκεκριμένο κεφάλαιο τονίζεται ἡ ποικιλία τῶν λειτουργικῶν συνηθειῶν τῆς Δύσης, χωρὶς νὰ διευκρινίζεται ἂν ὑπάρχει κάτι μεταξὺτῶν συνηθειῶν αὐτῶν, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ἢ θὰ ἐπιβαλλόταν νὰ διατηρηθεῖ, ἢ ἂν θὰ ἔπρεπε ὅλες νὰ καταργηθοῦν. Ἡ ἐπιστολὴ 207 τοῦ Μ. Βασιλείου πρὸς τοὺς Νεοκαισαρεῖς κληρικοὺς παρέχει πληροφορίες γιὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας λίγο μετὰ τὰ μέσα τοῦ τετάρτου αἰῶνος. Σύμφωνα μὲ αὐτές, ὄχι μόνο στὴν Καππαδοκία ἀλλὰ σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀνατολὴ συμπεριλαμβανομένης τῆς Αἰγύπτου συνηθίζονταν οἱ ἀκολουθίες τοῦ Ὄρθρου, οἱ ὁποῖες ἄρχιζαν πρὶν ξημερώσει καὶ περιελάμβαναν ἀντιφωνικὴ ψαλμωδία.[21] Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Βασίλειος δὲν ἀναφέρεται στὶς λειτουργικὲς συνήθειες τῶν ἀσκητῶν, ἀλλὰ τοῦ λαοῦ, δὲν σημαίνει πὼς αὐτὲς δὲν ἴσχυαν στὰ κοινόβια, καὶ μάλιστα ἐφόσον στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ὁ Βασίλειος ἀπολογεῖται ἐπίσης γιὰ τὴ σημασία τοῦ μοναστικοῦ βίου, κατ’ ἐπίδρασιν τοῦ ὁποίου, πιθανῶς, εἶχαν ἀναπτυχθεῖ καὶ τὰ συγκεκριμένα λειτουργικὰ ἔθιμα στὶς πόλεις. Μιλώντας, λοιπόν, στὴ συγκεκριμένη ἐπιστολὴ γιὰ τὸν Ὄρθρο, ὁ Βασίλειος ἀναφέρει δύο τρόπους ψαλμωδίας: μὲ διαχωρισμὸ τῶν πιστῶν σὲ δύο ὁμάδες (χορούς), καὶ μὲ τὴν ἀνάθεση τῆς μελωδίας σὲ ἕνα ψαλμωδὸ καὶ τὴν ὑπήχηση τῶν ἐφυμνίων ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους πιστούς. Πρόκειται, συνεπῶς, γιὰ ἀντιφωνικὴ ψαλμωδία. Στοὺς Ὅρους κατ’ ἐπιτομὴν ὁ Βασίλειος συνιστᾶ ἀνάθεση τῆς ψαλμωδίας σὲ συγκεκριμένα πρόσωπα "ἐξ ἐφημερίας", ἀλλὰ ὄχι ὑποχρεωτικά: ὁ "κανόνας" θὰ μποροῦσε νὰ παρακαμφθεῖ, ἂν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ ἀποδοθεῖ στὸν προεστῶτα κατηγορία προσωποληψίας.[22] Ὡς "κανόνα", πάντως, συνιστᾶ τὴν ἐπιλογὴ τῶν ἱκανοτέρων στὴν ψαλμωδία, τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι ὁ διαχωρισμὸς τῶν ἀσκητῶν σὲ δύο χοροὺς δὲν ἦταν ἡ συνήθης τακτικὴ στὰ κοινόβια τῆς Ἀνατολῆς, ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἦταν ἡ τακτικὴ ποὺ ὁ Βασίλειος εἶχε κατὰ νοῦ ὅταν ἔγραφε τὸν συγκεκριμένο ὅρο.[23] Περισσότερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ θέμα μας παρουσιάζουν ὅσα γράφει ὁ Κασσιανὸς στὸ τρίτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν, ὅπου ἀναφέρεται στὶς πρωϊνὲς ὧρες προσευχῆς. Οἱ αἰγύπτιοι, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Κασσιανοῦ, δὲν χρησιμοποιοῦσαν τὴν ὑπάρχουσα στὴν Παλαιστίνη καὶ Μεσοποταμία διάκριση μεταξὺ τρίτης, ἕκτης καὶ ἔνατης ὥρας, ἀλλὰ διέκριναν μόνο τὶς νυκτερινὲς ὧρες προσευχῆς, διέκριναν δηλαδὴ μόνο μεταξὺ Ἑσπερινοῦ καὶ ἀγρυπνίας.[24] Ὁ Κασσιανὸς θὰ περιγράψει τὶς συγκεκριμένες λειτουργικὲς συνήθειες τῆς Μεσοποταμίας καὶ τῆς Παλαιστίνης ὄχι ἐπειδὴ τὶς προτιμᾶ ἀλλά, ὅπως δηλώνει, ἐπειδὴ ὑποσχέθηκε νὰ μετριάσει τὴν τελειότητα καὶ τὸ σθένος τοῦ συστήματος τῶν αἰγυπτίων.[25]Σύμφωνα μὲ ὅσα γράφει, οἱ αἰγύπτιοι τηροῦσαν (καὶ συνεπῶς γνώριζαν καὶ ἀποδέχονταν) τὶς συγκεκριμένες ὧρες, ἀλλὰ ἑνωμένες (iugiter) καὶ σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὁ καθένας ξεχωριστὰ μέσα στὸ κελλί του, παράλληλα μὲ χειρωνακτικὴ ἐργασία.[26] Ὁ Κασσιανὸς τονίζει, πὼς ἡ συγκεκριμένη λειτουργικὴ συνήθεια τῶν αἰγύπτιων ἀποτελεῖ ἑκούσιο δῶρο πρὸς τὸν Θεὸ (voluntarium munus), καὶ ἐπειδὴ προσφέρεται ἀδιαλείπτως (incessanter offertur) εἶναι κάτι περισσότερο (plus) ἀπὸ τὶς κανονικὲς καὶ ὑποχρεωτικὲς ὧρες τῆς προσευχῆς. Ἀπὸ τὶς παρατηρήσεις αὐτὲς μποροῦμε νὰ εἰκάσουμε μὲ σχετικὴ ἀσφάλεια,[27] ὅτι ὁ Κασσιανὸς πιστεύει, εἴτε συνειδητὰ εἴτε ὄχι, πὼς ἡ διάκριση τῶν ὡρῶν τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ καὶ ὁποιοσδήποτε μοναστικὸς κανόνας, μειώνει τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία,[28] καὶ ἐπίσης, ὅτι τὸ δύσκολο, ποὺ θέλει νὰ μετριάσει, ἐπειδὴ δὲν ταιριάζει στὸ κοινοβιακὸ εἶδος ἀσκήσεως, εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή.[29] Δύο στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα γιὰ τὸν Βασίλειο συγκαταλέγονται ἀνάμεσα στὰ θεμέλια τῆς κοινοβιακῆς ἄσκησης, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ὁ Κασσιανός, χωρὶς κανένα δισταγμό, φαίνεται νὰ τὰ ἔχει ἀποσύρει ἀπὸ αὐτὸ τὸ εἶδος ἄσκησης καὶ νὰ τὰ ἔχει ἀποδώσει στὸν ἀναχωρητισμὸ ἀποκλειστικά. Ἡ μόνη ἐξήγηση ποὺ παρέχει εἶναι, πὼς ἡ κοινοβιακὴ ἄσκηση ἀπευθύνεται στοὺς πιὸ ἀδύναμους. Δὲν μποροῦμε, ἑπομένως, νὰ συζητήσουμε περαιτέρω τὶς διαφορές του σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο μὲ τὸν Βασίλειο. Πρέπει, ὅμως, νὰ ὑπογραμμισθεῖ, καὶ νὰ συνυπολογίζεται ὅποτε ἀναφερόμαστε στοὺς Θεσμούς, ὅτι ὁ Κασσιανός, ρυθμίζοντας τοὺς κανόνες τοῦ κοινοβίου, προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλλει πειθαρχία ἐν μέρει ἀκούσια, ἡ ὁποία, ἐφόσον εἶναι ἀκούσια, δὲν θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀρεστὴ στὸν Θεό, ὅπως ὁ ἴδιος γράφει. Ὑπάρχει, δηλαδή, ἐδῶ ταυτόχρονη ἐκτίμηση τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐνίσχυση (ὡς πρὸς τὴν πρόθεση τουλάχιστον, καὶ σύμφωνα πάντοτε μὲ τὰ κριτήρια τοῦ Κασσιανοῦ) τῆς δουλείας. Ὁ Κασσιανὸς λοιπὸν στερεῖἀπὸ τοὺς κοινοβιάτες τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας, ὑποβιβάζει τὴ σημασία τῆς τηρήσεως συγκεκριμένων ὡρῶν προσευχῆς,[30] καὶ ἐπιπλέον δημιουργεῖ ἀσύμβατο μεταξὺ προσευχῆς καὶ ἐργασίας, ἀφοῦ χωρὶς τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἡ ἐργασία δὲν δικαιώνεται. Ἐπιπλέον, πῶς δικαιώνεται ἡ ἐργασία τῶν αἰγυπτίων παράλληλα μὲ τὴν τέλεση τῶν τακτῶν ὡρῶν προσευχῆς - ἂν βέβαια δεχθοῦμε ὅτι ὁ Κασσιανὸς μεταφέρει ἐδῶ πράγματι τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση; Ἡ ἐργασία, ὅπως κάθε πράξη τοῦ ἀνθρώπου, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀφορμὴ δοξολογίας τοῦ Θεοῦ; Ὅμως οἱ τακτὲς ὧρες προσευχῆς ἔχουν ἤδη προκαθορισμένο περιεχόμενο, ὥστε, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τελέσεώς τους, ὁποιαδήποτε ἄλλη πράξη δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἀφορμὴ δοξολογίας, καθίσταται μηχανική, καί, ἑπομένως, δὲν δικαιώνεται λειτουργικά. Ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κασσιανοῦ συνάγεται, πὼς τὴ διάκριση τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν τηροῦσαν ἐπίσης στὴ Δύση.[31] ΣτὸInst. III.3,διαβάζουμε, πὼς τὰ μοναστήρια ὁλόκληρης τῆς Ἀνατολῆς, ἐπίσης ἀκολουθώντας αὐτὲς τὶς ὧρες, ὁλοκληρώνουν τὶς ἀντίστοιχες ἀκολουθίες μὲ τρεῖς Ψαλμοὺς ἀνὰ ὥρα. Ἡ πληροφορία αὐτή, τουλάχιστον ἀπὸ τὸν Βασίλειο δὲν ἐπιβεβαιώνεται. Ὁ Βασίλειος ὄχι μόνο δὲν ἀναφέρει κάτι τέτοιο, ἀλλὰ καὶ χρησιμοποιεῖ δύο Ψαλμοὺς γιὰ νὰ θεμελιώσει βιβλικὰ τὴν τρίτη ὥρα καὶ ἄλλους δύο γιὰ τὴν ἕκτη ὥρα.[32] Μάλιστα, τὴν ἔνατη ὥρα ὁ Βασίλειος θεμελιώνει στὸ χωρίο 3.1 τῶν Πράξεων καὶ στὴν προσευχὴ τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰωάννη, "ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην", χωρὶς νὰ ἀναφέρει οὔτε ἕνα Ψαλμό.[33] Τελειώνοντας, ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ "τὴν ἐν ταῖς προσευχαῖς καὶ ψαλμωδίαις κατὰ τὰς ἐπικεκριμένας ὥρας διαφοράν τε καὶ ποικιλίαν", τὸ ὁποῖο προϋποθέτει, ὅτι χρησιμοποιοῦσαν λίγο πολὺ διαφορετικοὺς Ψαλμοὺς γιὰ κάθε ὥρα, δὲν ἀναφέρει ὅμως πόσους ἀκριβῶς, οὔτε ἂν ὑπῆρχε ἢ ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθεῖ σταθερὸς ἀριθμὸς Ψαλμῶν. Πρέπει, τέλος, νὰ σημειωθεῖ, πὼς τὴ διαπραγμάτευση τοῦ Κασσιανοῦ ὁρίζει ἡ διαρκὴς μέριμνα νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ κατάλληλη ἰσορροπία μεταξὺ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώνεται στὴν προσευχή, καὶ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώνεται στὶς ὑπόλοιπες δραστηριότητες, καὶ μάλιστα στὴν ἐργασία - ἰσορροπία ἰδιαιτέρως κρίσιμη, ἂν σκεφθοῦμε, πὼς μετὰ τὸν ἐξοβελισμὸ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς ἀπὸ τὴν κοινοβιακὴ ἄσκηση, ἐργασία καὶ προσευχὴ ἔχουν καταστεῖ ἀνταγωνιστικὲς δραστηριότητες. Ὁ Βασίλειος, ἂν καὶ γνωρίζει πὼς ἀρκετοὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφύγουν μὲ τὴν προσευχὴ τὴν ἐργασία, δὲν ἐπιδεικνύει τὴ μέριμνα, τὴν ὁποία βλέπουμε στὸν Κασσιανό. Δὲν προσδιορίζει τὸν συνολικὸ χρόνο, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώνεται στὴν προσευχή, μὲ τὴν ἀκρίβεια ποὺ τὸ κάνει ὁ Κασσιανός. Ἀντίθετα, στὸ ἴδιο κεφάλαιο, ὅπου ἀντιμετωπίζει τοὺς ἀποφεύγοντες τὴν ἐργασία, ἐξαίρει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς προσευχῆς, γράφοντας, ὅτι ἂν καὶ ὑπάρχει, καὶ εἶναι ἀναγκαία, ἡ ἐντολὴ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ἡ ὁποία συμβιβάζει ἐργασία καὶ προσευχή, πάντως δὲν πρέπει νὰ ἀμελοῦνται οὔτε οἱ συγκεκριμένες ὧρες τῆς προσευχῆς.[34] Ὁ Κασσιανός, ἀντιμετωπίζοντας τὸ ἴδιο πρόβλημα, τονίζει μᾶλλον τὴν ἀναγκαιότητα νὰ μετριασθεῖ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἀφιερώνεται στὴν προσευχή.[35] Ἑπομένως, ὁ Βασίλειος κατὰ κύριο λόγο κανονίζει τὴν ἰσορροπία μεταξὺ τῆς προσευχῆς στὶς καθιερωμένες ὧρες καὶ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς,ἐνῶ ὁ Κασσιανὸς μεταξὺ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐργασίας.[36] Τὸν ἄξονα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς παρέχουν, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, οἱ ἴδιες οἱ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου: "οὕτω καὶ τὸ ἀμετεώριστον τῇ ψυχῇ κατορθοῦμεν, ὅταν ἐφ’ ἑκάστῃ ἐνεργείᾳ τήν τε εὐοδίαν τῆς ἐργασίας παρὰ Θεοῦ αἰτῶμεν καὶ τὴν εὐχαριστίαν τῷ δεδωκότι τὸ ἐνεργεῖν ἀποπληρῶμεν καὶ τὸν σκοπὸν τῆς πρὸς αὐτὸν εὐαρεστήσεως φυλάσσωμεν".[37] Ἡ προσευχὴ τῶν διατεταγμένων ὡρῶν ἔχει ὡς ἄξονά της πράξεις θεῖες ἢ ἀποστολικές, οἱ ὁποῖες δὲν σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὶς καθημερινὲς ἐργασίες, πράξεις, δηλαδή, γιὰ τὶς ὁποῖες, ἂν δὲν ὑπῆρχαν τακτὲς ὧρες προσευχῆς, σ’ αὐτὲς ἀφιερωμένες, δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε ἡ δυνατότητα νὰ ἀποτελέσουν περιεχόμενο τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικὰ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ θὰ ἦταν ἡ μόνη ἀπαραίτητη.[38] Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ εἶναι ἀδιάλειπτη ὄχι ἐπειδὴ οὐδέποτε σταματᾶ, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἀλλοιώνεται ὁ χαρακτήρας της, ἐπειδὴ παραμένει ἡ μία καὶ ἁπλὴ δοξολογία πρὸς τὸν Θεό, παρὰ τὴν ποικιλία τῶν δραστηριοτήτων, στὶς ὁποῖες ἀναφέρεται καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων τελεῖται. Ὥστε, διδάσκοντας τὴν τήρηση διατεταγμένων ὡρῶν προσευχῆς, ὁ Βασίλειος δὲν καταλύει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἀλλὰ τὴ συμπληρώνει. Στὶς τακτὲς ὧρες ἡ προσευχὴ ὡς τέτοια παραμένει ἀναλλοίωτη, ὅ,τι μεταβάλλεται εἶναι μόνο οἱ ἀφορμὲς τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ.Ἑπομένως, ἡ διάκριση μεταξὺ ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ τακτῶν ὡρῶν προσευχῆς χρησιμοποιεῖται μᾶλλον συγκαταβατικά, καὶ ἀναφέρεται στὴ διαφοροποίηση τῶν ἀφορμῶν τῆς προσευχῆς καὶ ὄχι τῆς οὐσίας της.[39] Καὶ τὶς τρεῖς ὧρες[40] βλέπει ὁ Κασσιανὸς νὰ προδιαγράφονται ἀπὸ τὸν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος προσευχόταν "τρὶς τῆς ἡμέρας".[41] Τὴ θεσμοθέτηση, ὅμως, τῶν ὡρῶν αὐτῶν ἐξηγεῖ λέγοντας ὅτι, "in his siquidem [sc. temporibus]promissionum perfectio et summa nostrae salutis est adinpleta"[*],[42] ὥστε, κατὰ τὸν Κασσιανό, οἱ ὧρες αὐτὲς τελοῦνται, ἐπειδὴ εἶναι συνδεδεμένες μὲ τὴν ἐκπλήρωση ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν στὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Βασίλειος μιλάει γενικότερα σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο γιὰ "παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀγαθά", τὰ ὁποῖα κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς καιροὺς τῆς προσευχῆς ὑπενθυμίζει. Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Ὄρθρο, ὁ Βασίλειος ἐξηγεῖ, πὼς αὐτὴ τὴν ὥρα ἀρχίζουμε τὴν ἡμέρα ἀφιερώνοντας στὸν Θεὸ "τὰ πρῶτα κινήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ". Σκοπὸς τῆς προσευχῆς τοῦ Ὄρθρου εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.[43] Δὲν βλέπουμε τὴ σύνδεση, τὴν ὁποία κάνει ὁ Κασσιανός, μεταξὺ τῶν ὡρῶν τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐκπληρώσεως θείων ὑποσχέσεων. Ὁ Κασσιανός, ὅταν θὰ ἀναφερθεῖ στὸν Ὄρθρο, θὰ χρησιμοποιήσει τοὺς Ψαλμοὺς 62.2,7 καὶ 118.147,148. Τὸ 118.148 ἐπικαλεῖται ἐπίσης ὁ Βασίλειος, ὁλοκληρώνοντας συμμετρικὰ τὸν περὶ προσευχῶν Ὅρο, ἀναφερόμενος καὶ πάλι στὸν Ὄρθρο.[44] Ὥστε, γιὰ τὴν προσευχὴ τοῦ Ὄρθρου ὁ Βασίλειος χρησιμοποιεῖ συνολικὰ τρεῖς Ψαλμούς, τοὺς 5, 76 καὶ 118, ἐνῶ ὁ Κασσιανὸς δύο, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μόνον ὁ ἕνας ἀπαντᾶ καὶ στὸν Βασίλειο, ὁ 118. Ἐκτὸς τῶν Ψαλμῶν, ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει ἐπίσης στὸν Ὄρθρο, ἀλλὰ καὶ στὶς ὑπόλοιπες ὧρες, τὸ ἐπεισόδιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Eὐαγγελίου γιὰ τὸν οἰκοδεσπότη, ὁ ὁποῖος κατὰ τὶς ὧρες αὐτὲς προσέλαβε μισθωτούς.[45] Τὸ ζήτημα τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου στὸν Κασσιανὸ εἶναι ἀρκετὰ περίπλοκο. Στὸ τρίτο κεφάλαιο τοῦ τρίτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, προσγράφει στὸν Ὄρθρο (matutina solemnitas) δύο Ψαλμούς, τὸν 62 καὶ τὸν 118. Στὸ ἕκτο κεφάλαιο τοῦ ἴδιου βιβλίου, ἀναφέρει τοὺς Ψαλμοὺς 148-150.[46] Μεταξὺ τῶν δύο κεφαλαίων, ὁ Κασσιανὸς ἔχει μιλήσει γιὰ μία νεοσύστατη ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, τὴν ὁποία θὰ ὀνομάζουμε ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς δεύτερο Ὄρθρο.[47] Ὁ Ὄρθρος, ποὺ ἀποτελοῦσε κατάληξη τῆς ἀγρυπνίας, τελείωνε πρὶν ξημερώσει καὶ ἀποτελεῖτο ἀπὸ τοὺς Ψαλμοὺς 148-150. Ὁ δεύτερος Ὄρθρος ἄρχιζε μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου καὶ περιελάμβανε τοὺς Ψαλμοὺς 50, 62 καὶ 89.[48] Στὸ τρίτο κεφάλαιο, ὅμως, ὁ Κασσιανὸς εἶχε ἀποδώσει στὸν Ὄρθρο τοὺς Ψαλμοὺς 62 καὶ 118. Οἱ διαφορὲς αὐτὲς ἐνισχύουν τὴ θέση τοῦ Chadwick, ὅτι τὰ κεφάλαια 4-6 τοῦ τρίτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, τὰ ὁποῖα ἐξηγοῦν τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ δεύτερου Ὄρθρου, εἶναι παρέμβλητα. Ἄλλοι ἐρευνητές, γράφει ὁ Chadwick,ἔχουν μιλήσει γιὰ συγγραφικὴ ἀσυνέπεια ἢ ἀκόμη καὶ γιὰ διανοητικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ Κασσιανοῦ,[49]γιὰ τὴν τόση ἀσάφεια τοῦ κειμένου του. Προτιμοῦμε νὰ υἱοθετήσουμε τὴ λύση τοῦ Chadwick καὶ νὰ δεχθοῦμε τὰ τρία αὐτὰ κεφάλαια ὡς παρέμβλητα, ὄχι ἐπειδὴ πιστεύουμε πὼς δὲν ὑπάρχει στὸν Κασσιανὸ ἡ ἀσυνέπεια, γιὰ τὴν ὁποία τὸν κατηγοροῦν, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ πρόταση τοῦ Chadwick εἶναι εὔλογη, δὲν ὑποσκάπτεται ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν χειρογράφων,[50] καί, κυρίως, διότι οἱ ἐναλλακτικὲς ἐξηγήσεις φαίνεται νὰ δημιουργοῦν περισσότερα προβλήματα ἀπ’ ὅσα λύνουν. Εἰδικῶς ὅμως γιὰ τὸ θέμα μας, μποροῦμε κάλλιστα νὰ δεχθοῦμε διαδοχικὰ ὅλες τὶς εἰκασίες, διότι, εἴτε τὰ κεφάλαια εἶναι παρέμβλητα, εἴτε ὁ Κασσιανὸς μιλάει γιὰ τὴ σύσταση τῆς ἀκολουθίας τῆς πρώτης ὥρας, εἴτε γιὰ τὴ σύσταση τῆς ἀκολουθίας τῶν Αἵνων, σὲ καμμιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς περιπτώσεις δὲν ἀποδεικνύεται ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν Βασίλειο στὴν περὶ matutinae solemnitatis διδασκαλία, ἢ διδασκαλίες, τοῦ Κασσιανοῦ. Τὴν τρίτη ὥρα ὁ Κασσιανὸς θεμελιώνει στὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπὶ τῶν ἀποστόλων, ὅπως περιγράφεται στὸ χωρίο 2.14–18 τῶν Πράξεων, τονίζοντας ὅτι ἡ ἔκχυση τοῦ πνεύματος ἀποτελεῖ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ διατυπωμένη ἤδη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη.[51] Ὁ Βασίλειος ἐπίσης συνδέει τὴν τρίτη ὥρα μὲ τὴ δωρεὰ τοῦ Πνεύματος στοὺς ἀποστόλους, ἀλλὰδὲν σταματᾶ σ’ αὐτό. Τονίζει πὼς πρέπει νὰ συγκεντρώνονται ὅλοι, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι μοιρασμένοι σὲ διάφορα ἔργα, νὰ τοὺς ὑπενθυμίζεται ἡ δωρεὰ τοῦ Πνεύματος ποὺ δόθηκε στοὺς ἀποστόλους τὴν τρίτη ὥρα, νὰ προσκυνοῦν πάντες ὁμοθυμαδόν, "εἰς τὸ ἀξίους γενέσθαι καὶ αὐτοὺς τῆς ὑποδοχῆς τοῦ ἁγιασμοῦ", νὰ ζητοῦν "τὴν παρ’ αὐτοῦ [δηλ. τοῦ ἁγ. Πνεύματος] ὁδηγίαν καὶ διδασκαλίαν πρὸς τὸ συμφέρον". Περαιτέρω, ἀναφέρει δύο Ψαλμούς, τὸν 50,12–14 καὶ τὸν 142.10, οἱ ὁποῖοι συνδέουν τὸ ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὸ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου πνεῦμα καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, αἰτοῦνται τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ χάρη τοῦ ἁγ. Πνεύματος, καὶ τέλος ὁρίζουν τὴν πνευματικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πορεία ἐξουσίας, ὑποστηρικτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τέλος, ὁ Βασίλειος ἀναφέρει καὶ τὴν περίπτωση τῶν ἀσκητῶν, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται σὲ ἄλλο τόπο, λέγοντας ὅτι, "πληροῦν ἀναγκαίως ὀφείλουσιν ἐκεῖ ἕκαστα τὰ κοινῇ δόξαντα, μηδὲν διακρινόμενοι", θεμελιώνοντας τὴν προτροπή του στὸ χωρίο Ματθ. 18.20, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ μεταξὺ τῶν πιστῶν ἑνότητα ὀφείλεται στὴν κοινὴ λατρεία τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι στὴν ἐνδεχόμενη τοπικὴ συνεύρεσή τους. Πιστεύουμε πὼς εἶναι εὔλογο, ἂν ὁ Κασσιανὸς χρησιμοποιοῦσε τὸν Βασίλειο κατὰ τὴ θεμελίωση τῆς τελέσεως τῆς τρίτης ὥρας, νὰ ἐκμεταλλευόταν κάτι ἀπὸ τὰ τόσα ἐπιπλέον στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ Βασίλειος παρέχει. Ἀλλὰ εἶναι τόσες οἱ διαφορὲς μεταξὺ Κασσιανοῦ καὶ Βασιλείου, ὥστετὸ κοινὸ στοιχεῖο τῆς σύνδεσης τοῦ ἐπεισοδίου τῶν Πράξεων μὲ τὴν προσευχὴ κατὰ τὴν τρίτη ὥρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθεῖ παρὰ μόνο στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας[52] ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ οἱ δύο πιθανῶς τὸ ἀντλοῦν.[53] Τὴν ἕκτη ὥρα συνδέει ὁ Βασίλειος μὲ τοὺς ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴ συνήθεια τῶν ὁποίων νὰ προσεύχονται "ἑσπέρας καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίας" διακρίνει στὸν 54ο Ψαλμό. Τὴ συνδέει ἐπίσης μὲ τὸν ἐνενηκοστὸ Ψαλμὸ καὶ τὴν ἀποφυγὴ τοῦ μεσημβρινοῦ δαιμονίου. Γιὰ τὸν Κασσιανὸ ἡ ἕκτη ὥρα συνδέεται μὲ τὴ σταύρωση τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὴ θεία ἀποκάλυψη στὸν Πέτρο περὶ σωτηρίας τῶν ἐθνῶν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου.[54] Τὴν ἔνατη ὥρα συνδέει ὁ Κασσιανὸς μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἁγίων ποὺ πίστεψαν. Τὴ συνδέει, ἀκόμη, μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ ἑκατόνταρχου Κορνήλιου καὶ τὴν ἀποκάλυψη, ἡ ὁποία τοῦ δόθηκε κατὰ τὴν ἔνατη ὥρα, γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἐθνῶν.[55] Τέλος, τὴ συνδέει μὲ τὴν κατὰ τὴν ὥρα αὐτὴ προσευχὴ τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Ἰωάννη.[56] Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ μόνο κοινὸ σημεῖο μεταξὺ Κασσιανοῦ καὶ Βασιλείου στὴ διαπραγμάτευση τῆς ἔνατης ὥρας, στοιχεῖο τὸ ὁποῖο ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει τελευταῖο καὶ χωρὶς νὰ τὸ τονίζει, ἐνῶ σ’ αὐτὸ ἀποκλειστικὰ ὁ Βασίλειος ἀποδίδει τὴ συνήθεια τῆς προσευχῆς κατὰ τὴ συγκεκριμένη ὥρα.[57] ΤὸνἙσπερινὸσυνδέει ὁ Κασσιανὸς μὲ τὶς ἑσπερινὲς θυσίες τῆς μωσαϊκῆς παραδόσεως,[58] μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Δαβὶδ στὸν Ψαλμὸ 140,[59] μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου ἀπὸ τὸν Κύριο, διὰ τῆς ὁποίας ἱδρύθηκαν "τὰ θεῖα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας",[60] καὶ τέλος μὲ τὴν ἔπαρση τῶν χειρῶν τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν οὐρανό, ἡ ὁποία λογίζεται ὡς ἑσπερινὴ θυσία (sacrificium vespertinum) πρὸ τῆς καθόδου στὸν Ἅδη. Ὁ Κασσιανὸς ἐξηγεῖ, πὼς ἡ ἔπαρση τῶν χειρῶν, ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμή, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐπρόκειτο νὰ πεθάνει, σήμαινε τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑπόσχεσης ποὺ διατυπώθηκε στὸ Ἰω. 12.32, σήμαινε τὴν διὰ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου ἀνάσταση τοῦ πεπτωκότος γένους τῶν ἀνθρώπων.[61] Τὸν Ἑσπερινὸ ὁ Κασσιανὸς τοποθετεῖ στὴν ἑνδέκατη ὥρα καὶ τὸν ὀνομάζει ἐπίσης "lucernaris hora".[62] Σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, τὴν ὁποία συνδέει μὲ τὸν Ψαλμὸ 4.5, ἀποτελεῖ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἡμέρας καί, κυρίως, ὥρα ἐξομολόγησης τῶν πλημμελημάτων.[63] Τέλος, ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ δύο ἐπιπλέον ἀκολουθίες, γιὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ - τὴν ὁποία συνδέει μὲ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα,[64] καθὼς καὶ μὲ τὴ γνωστὴ ρήση τοῦ ψαλμωδοῦ "μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην" κλπ,[65] - καὶ γιὰ μία ἀκολουθία, ἡ ὁποία παρεμβάλλεται μεταξὺ Ἑσπερινοῦ καὶ Μεσονυκτικοῦ. Τὴ δεύτερη ἀκολουθία συνδέει μὲ τὸν ἐνενηκοστὸ Ψαλμὸ καὶ τὴ θεωρεῖ αἴτηση, "τοῦ ἀπρόσκοπτον ἡμῖν καὶ φαντασιῶν ἐλευθέραν ὑπάρξαι τὴν ἀνάπαυσιν".[66] Οἱ ἀκολουθίες αὐτὲς ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὸν Κασσιανό. Σύμφωνα μὲ τὸν Gibson, τὸ Ἀπόδειπνο ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Κανόνα τοῦ ἅγ. Βενέδικτου.[67] Οἱ Pargoire καὶ Vandepitte ὑποστήριξαν, ὅτι τὸ ἀπόδειπνο θεσμοθέτησε ὁ Μ. Βασίλειος, καὶ ἀναφέρονται στὸ ΚΠ λζ’.[68] Στὸ Inst.IV.19, ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει μία ἀκόμη σύναξη, μετὰ τὸ δεῖπνο, "ad concinendos psalmos, quos quieturi ex more decantant"[69]. Ὁρισμένοι ἐρευνητὲς πιστεύουν, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει μνεία τοῦ ἀπόδειπνου.[70] Ὅμως, γιατί ὁ Κασσιανὸς δὲν ἀνέφερε καὶ δὲν ἑρμήνευσε τὴν ἀκολουθία αὐτή, μαζὶ μὲ τὶς ὑπόλοιπες ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν, στὸ τρίτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν; Γιατί τὴ μνημονεύει μόνο παρεμπιπτόντως, στὸ τέταρτο βιβλίο, μιλώντας γιὰ τελείως διαφορετικὸ θέμα, γιὰ τὴν ἑβδομαδιαία ἀνάθεση διαφόρων καθηκόντων; Ἡ τέτοια μνεία, πάντως, ἐπιβάλλει νὰ δεχθοῦμε, πὼς ὁ Κασσιανός, εἴτε συνειδητὰ εἴτε ὄχι, δὲν προτείνει τὴν εἰσαγωγὴ τῆς συγκεκριμένης ἀκολουθίας στὴ Δύση. Ὅσο γιὰ τὸ Μεσονυκτικό, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Βασίλειος, μᾶλλον δὲν μπορεῖ νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴν ἀγρυπνία τοῦ Κασσιανοῦ. Ὅπως ἔχουμε δεῖ, ἡ vigilia τοῦ Κασσιανοῦ ψαλλόταν συνεχόμενα μὲ τὸν Ὄρθρο ἐνῶ στὸν Βασίλειο εἶναι φανερό, ὅτι μεσολαβεῖ μεγάλο χρονικὸ διάστημα ἀνάμεσα στὸ Μεσονυκτικὸ καὶ τὸν Ὄρθρο. Ἄλλωστε, ἂνοἱ δύο αὐτὲς ἀκολουθίες τελοῦνταν ἑνωμένες δὲν θὰ εἶχε λόγο ὁ Βασίλειος νὰ διευκρινήσει, ὅτι οἱ ἀσκητὲς πρέπει νὰ ξυπνοῦν γιὰ τὸν Ὄρθρο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου. Τὸ Μεσονυκτικὸ καὶ τὸν Ὄρθρο ταυτίζει ὁ Gain μεταξύ τους καὶ μὲ τὴν ἀκολουθία ποὺ περιγράφει ὁ Βασίλειος στὴν Ἐπιστ. 207.[71] Ὅμως, ὁ ἴδιος ὁ Βασίλειος διακρίνει σαφῶς μεταξὺ τῶν δύο ὡρῶν τῆς ἡμέρας: " Ἀλλ’ ὅπερ τοῖς ἄλλοις ὁ ὄρθρος ἐστί, τοῦτο τοῖς ἀσκηταῖς τῆς εὐσεβείας τὸ μεσονύκτιον".[72] Ὁ Βασίλειος τονίζει τὸ χρέος τῶν ἀσκητῶν νὰ μὴ παραδίδονται πολλὲς ὧρες στὸν ὕπνο, ὥστε τὴ συνάρτηση Ὄρθρου καὶ Μεσονυκτικοῦ βλέπει, στὸ σημεῖο αὐτό, κατὰ τὸ ὅτι ὁ πρῶτος ἀποτελεῖ τὴν κατ’ ἐξοχὴν ὥρα περισυλλογῆς τῶν κοσμικῶν ἐνῶ τὸ δεύτερο τῶν ἀσκητῶν. Συνεπῶς, ὄχι μόνο ἡ ταύτιση τους ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἡ τοποθέτηση τοῦ Μεσονυκτικοῦ κοντὰ στὸ ξημέρωμα εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἐσφαλμένη. Ἀφοῦ ἐξέθεσε τὰ τῆς καθιερώσεως τῶν προσευχῶν, ὁ Κασσιανὸς συνεχίζει μὲ περιπτώσεις τιμωρίας σχετικῆς μὲ ἀργοπορία στὶς προσευχές. Στὴν περίπτωση τῶν πρωϊνῶν προσευχῶν (τῆς τρίτης, ἕκτης καὶ ἔνατης ὥρας), εἴσοδος στὸν ναὸ μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ πρώτου Ψαλμοῦ δὲν ἐπιτρέπεται, καὶ ἐκεῖνος ποὺ καθυστερεῖ, πρέπει νὰ περιμένει ἔξω γιὰ νὰ ζητήσει συγγνώμη ἀπὸ τοὺς συνασκητές του. Ὁ ἀργοπορημένος πρέπει νὰ κεῖται στὸ ἔδαφος καθὼς ἐκεῖνοι ἐξέρχονται. Στὶς βραδυνὲς προσευχὲς ὅμως ( Ἑσπερινὸ καὶ ἀγρυπνία), δικαιολογεῖται καθυστέρηση, ἂν δὲν ὑπερβαίνει τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ δεύτερου Ψαλμοῦ, διαφορετικὰ ἀκολουθεῖ ἡ ἴδια τιμωρία.[73] Στὸν Βασίλειο δὲν βρίσκουμε ἀντίστοιχες διατάξεις. Στὸ KE σπα’,[74] ὅπου ὑπάρχει κάποια θεματολογικὴ συγγένεια, ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ διόρθωση, χωρὶς νὰ προτείνει συγκεκριμένα ἐπιτίμια, εἴτε, ἂν ἡ διόρθωση δὲν εἶναι ἐφικτή, γιὰ ἀποπομπὴ τῆς ἀσκήτριας ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα, "ἵνα μὴ μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα δολώσῃ". Πρόκειται ὅμως γιὰ ἀρκετὰ διαφορετικὴ περίπτωση, ἀπὸ αὐτὴ ποὺ ἐξετάζει ὁ Κασσιανός, ἀφοῦ ἐδῶ ἔχουμε μόνιμη ἀντίδραση στὴν ψαλμωδία, καὶ ὄχι ἁπλὴ καθυστέρηση στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἀλλὰ πουθενὰ καὶ γιὰ κανένα λόγο δὲν χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Βασίλειο ὁ συγκεκριμένος τρόπος τιμωρίας, τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁ Κασσιανός. Ἀκόμη καὶ στὰ νόθα ἐπιτίμια, τὰ ὁποῖα συναντᾶμε ἀποδιδόμενα στὸν Μ. Βασίλειο στὶς στ. 1308-1313 τῆς PG,ἡ περίπτωση καθυστέρησης στὴν προσευχὴ τιμωρεῖται μὲ παραμονή, "εἰς προσευχήν, ἕως ἂν πάντες κοιμηθῶσιν".[75] Στὸ Inst. III.8, ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρεται στὴν ἀγρυπνία ποὺ προηγεῖτο τοῦ Σαββάτου καὶ εἶχε μεγαλύτερη διάρκεια. Γράφει πὼς στὴν Ἀνατολὴ τελείωνε περίπου δύο ὧρες πρὶν ξημερώσει, ὥστε νὰ ὑπάρχει χρόνος γιὰ ξεκούραση, καὶ προτρέπει τοὺς ἀσκητὲς τῆς Δύσης νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Προσθέτει μάλιστα λεπτομέρειες γιὰ τὸν τρόπο τελέσεως τῆς συγκεκριμένης ἀγρυπνίας, τὴ διάκρισή της σὲ τρία μέρη, "ut labor hac diversitate divisus delectatione quadam defectionem corporis relevet"[76].Τὰ μέρη αὐτὰ περιγράφει ὁ Κασσιανὸς μὲ κριτήριο τὸν τρόπο τῆς ψαλμωδίας, γιὰ τὰ πρῶτα δύο, καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἀκολουθίας, γιὰ τὸ τρίτο. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό, στὶς περιοχὲς τῆς Ἀνατολῆς ἡ ἀγρυπνία τοῦ Σαββάτου διακρινόταν στὸ πρῶτο μέρος, ὅπου χρησιμοποιοῦσαν ἀντιφωνικὴ ψαλμωδία καὶ οἱ προσευχόμενοι μοιράζονταν σὲ δύο χορούς, στὸ δεύτερο μέρος, ὅπου χρησιμοποιοῦσαν καὶ πάλι ἀντιφωνικὴ ψαλμωδία, ὅμως ἔψαλλε ἕνας καὶ οἱ ὑπόλοιποι ὑπηχοῦσαν τὰ ἐφύμνια, καὶ στὸ τρίτο μέρος, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στὰ ἀναγνώσματα. Ἀκολουθώντας τὴν ποικιλία αὐτὴ κατόρθωναν καὶ μείωναν τὴ σωματικὴ κούραση (corporeum minuentes laborem) μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τελοῦν τὶς ἀγρυπνίες τους μὲ ὑψηλότερη πνευματικὴ ἐγρήγορση (maiore intentione mentis). Δὲν θὰ συναντήσουμε στὸν Βασίλειο περιγραφὴ αὐτῆς τῆς ἀγρυπνίας. Στὴν ἐπιστολὴ 207, ἀναφέρεται ἐν γένει στὶς πρωϊνὲς συνάξεις τοῦ λαοῦ. Μποροῦμε ἐκεῖ νὰ δοῦμε τοὺς ἀντιφωνικοὺς τρόπους ψαλμωδίας, τοὺς ὁποίους περιγράφει καὶ ὁ Κασσιανός,[77] καὶ ἀκόμημποροῦμε νὰ δοῦμε παρόμοια μὲ τοῦ Κασσιανοῦ αἰτιολόγηση τῆς ποικιλίας στὴν ψαλμωδία,[78] ἀλλὰ προφανῶς δὲν μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ ἐξάρτηση τοῦ Κασσιανοῦ ἀπὸ τὸν Βασίλειο. Στοὺς Ὅρους κατὰ πλάτος, οἱ διαφορὲς ἀνάμεσα σὲ ὅλες τὶς ἀκολουθίες, καὶ ὄχι μέσα στὴν ἴδια ἀκολουθία, ἐξυπηρετοῦν τὴ σύνδεση μὲ τὰ συγκεκριμένα βιβλικὰ γεγονότα ἀλλὰ καὶ τὴ διατήρηση τῆς ἐγρήγορσης.[79] Παρόμοια, ὅμως, εἶναι ἡ ἐξήγηση τοῦ Κασσιανοῦ, ὄχι ὅταν ἀναφέρεται στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, ἀλλὰ ὅταν δικαιολογεῖ τὶς λειτουργικὲς ἰδιομορφίες τῆς Κυριακῆς, συγκρίνοντας τὴν ἀκολουθία τῆς θείας κοινωνίας, μὲ τὶς ἀκολουθίες τῶν ἄλλων ἡμερῶν, καὶ ἐπιδοκιμάζοντας τὴν ποικιλία, ἡ ὁποία προκύπτει, ὡς αἰτία ἀνακούφισης τῶν ἀσκητῶν.[80] Στὸ 9ο κεφάλαιο τοῦ ἴδιου βιβλίου, ὁ Κασσιανὸς συνδέει τὴν ἀγρυπνία τοῦ Σαββάτου μὲ τὴν ἀγρυπνία τῶν μαθητῶν μετὰ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου καὶ ἐξηγεῖ γιὰ ποιὸ λόγο ἔχει ὁρισθεῖ διακοπὴ τῆς νηστείας τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, ἀποδίδοντάς την στὴν ἀνάγκη ἀναπαύσεως τοῦ σώματος μετὰ τὴν πενθήμερη νηστεία, φροντίζοντας νὰ ἀποτρέψει ἀπὸ κάθε ἐνδεχόμενη παρομοίωση μὲ τὰ ἰουδαϊκὰ ἔθιμα, καὶ συνδέοντάς την μὲ τὸ χωρίο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ 11.2,[81] τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό, ἂν καὶ ἔχει μυστικὴ σημασία (mysticum sensum), ὅμως ταιριάζει καὶ μὲ τὴ διακοπὴ τῆς νηστείας, ἀφοῦ προτρέπει τὸν ἴσο ἑορτασμὸ τῆς ἕβδομης καὶ τῆς ὄγδοης ἡμέρας.[82] Οὔτε ἐδῶ ὑπάρχουν ἀντιστοιχίες μὲ τὸν Βασίλειο, οὔτε στὸ ἑπόμενο, δέκατο, κεφάλαιο, ὅπου ὁ Κασσιανὸς ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ νηστεία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴ συνάντηση μὲ τὸν Σίμωνα, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἀφορμὴ κανονικῆς τηρήσεως νηστείας τοῦ Σαββάτου, διότι ὑπῆρξε προϊὸν συγκεκριμένης ἀναγκαιότητος καὶ ἀφοροῦσε σὲ μιὰ συγκεκριμένη περίσταση ἀποκλειστικά. Στὸ 11ο κεφάλαιο τοῦ τρίτου βιβλίου, ὁ Κασσιανός, συνεχίζοντας τὴν ἀναφορά του στὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, ἐξηγεῖ τὸν λόγο τῆς παράλειψης ὅλων, ἐκτὸς μίας, τῶν ἀκολουθιῶν ποὺ προηγοῦνται τοῦ δείπνου. Ἡ ἀκολουθία, ἡ ὁποία τελεῖται, διαρκεῖ περισσότερο καὶ θεωρεῖται πὼς περιλαμβάνει ἐπίσης τὴν τρίτη καὶ τὴν ἕκτη ὥρα. Κατὰ τὴν ἀκολουθία αὐτὴ τελεῖται ἡ Θεία Κοινωνία.[83] Τὴν ἀναφορά του στὶς ἰδιομορφίες τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς Κυριακῆς κλείνει ὁ Κασσιανὸς μιλώντας γιὰ τὸ δεῖπνο τῶν ἀσκητῶν.[84] Τὶς ἡμέρες αὐτές, ὅπως καὶ σὲ κάθε ξεχωριστὴ ἑορτὴ (feriatis temporibus), δὲν χρησιμοποιοῦνται Ψαλμοὶ οὔτε πρὶν ἀρχίσει οὔτε ἀφοῦ τελειώσει τὸ δεῖπνο, ὅπως συμβαίνει συνήθως, ἀλλὰ ἀντὶ τῶν Ψαλμῶν γίνεται καὶ στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος τοῦ δείπνου μόνο μία ἁπλὴ προσευχὴ (simplice oratione facta). Τὸ δεῖπνο αὐτὸ εἶναι ἔκτακτο (extraordinaria refectio) καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προσέλθουν ὅλοι οἱ ἀσκητές, ἀλλὰ μόνο ὅσοι αἰσθάνονται σωματικὴ ἐξασθένηση, ὅσοι ἁπλῶς τὸ ἐπιθυμοῦν, καὶ οἱ ἐπισκέπτες τῆς μονῆς. Γιὰ τὸ εἰδικὸ αὐτὸ δεῖπνο τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς Κυριακῆς ἐπίσης δὲν ὑπάρχουν ἀναφορὲς στὸν Βασίλειο. [4] Βλ. Inst. II.9. Πρέπει ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ, πὼς ὁ Βασίλειος διδάσκει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους σκοποὺς τῆς κοινοβιακῆς ἄσκησης. Βλ. π.χ. KE σλη’ ("εἰ δυνατόν ἐστι τὸ ἀδιαλείπτως ψάλλειν") καὶ σοθ’ ("τί ἐστι τό, Ψάλατε συνετῶς"), καθὼς καὶ τὸ ἐξόχως σημαντικὸ ΚΠ λζ’, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ προσευχὴ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐργασία ἀκριβῶς ὅταν καὶ ἐφόσον εἶναι ἀδιάλειπτη. [5] Ὅπως ἄλλωστε συνέβαινε ἐν γένει μὲ τοὺς δυτικοὺς κοινοβιακοὺς κανόνες. Βλ. Inst. II.2. [6] Βλ. τὸν πρόλογο τῶν Θεσμῶν, τὸ Inst. II.3, κλπ.Ὁλόκληρο τὸ τρίτο κεφάλαιο τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν ἀποτελεῖ παρέκβαση, ἡ ὁποία ἐξηγεῖ τὴν ἀταξία στὸ ζήτημα τῆς προσευχῆς, μὲ τὴν αὐθαιρεσία τῶν ἱδρυτῶν κοινοβίων, τὴν ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση, τὴ θέλησή τους νὰ καθοδηγοῦν χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχουν ἀσκηθεῖ στὴν ὑπακοή. Γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς, θεωρεῖ ἐδῶ ὁ Κασσιανὸς ἀπαραίτητη τὴν εἰσαγωγὴ σὲ κοινόβιο, ὁπότε ὁ εἰσαγόμενος ὑπακούει ἀκόμη καὶ σὲ νεότερούς του στὴν ἡλικία, ἂν εἶναι ἀρχαιότεροι στὸν ἀσκητικὸ βίο. [7] Ὅτι ἐπιστρατεύθηκε τὸ συγκεκριμένο κριτήριο, τῆς ἀρχαιότητας, δὲν εἶναι παράδοξο, ἂν σκεφθοῦμε πώς, ἤδη ἀπὸ τὸν δεύτερο αἰώνα, ἔχουμε τὴν κατὰ τῶν αἱρέσεων τεκμηρίωση τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς στοὺς ἐπισκοπικοὺς θρόνους, καί, κυρίως, ἄν συνυπολογίσουμε τὸ ἀφετηριακὸ σημεῖο τῆς ἐνανθρωπήσεως, τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖο ὑποχρέωνε καὶ ὑποχρεώνει τοὺς μεταγενέστερους νὰ στρέφουν οὕτως ἢ ἄλλως τὴν προσοχή τους στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ὅπως προτυπώνεται στὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. [8] Βλ. π.χ. Coll. XVIIII.1, ὅπου ὁ Κασσιανὸς δηλώνει πὼς στὸ κοινόβιο τῆς Συρίας δὲν εἶχε συναντήσει τὴν ὑπομονή, τὴν ὁποία ἐπεδείκνυαν οἱ αἰγυπτιῶτες. [9] Πρβλ. Rousseau, Ascetics, Authorities and the Church..., σ. 183 κ.ἑ. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς προσδοκία εἶχε καὶ ὁ Ρουφῖνος, ὅταν μετέφραζε τοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου, μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ.Βλ.τὸν πρόλογο στὴ μτφρ. τοῦ μικροῦ ἀσκητικοῦ, εἰς M. Βασίλειος, Instituta Monachorum, σ. 4 (praef. 11). [10] Βλ. Inst. II.2 καὶ 4-6. Τὸ τρίτο κεφάλαιο ἀποτελεῖ παρέκβαση, καθ’ ὁμολογία τοῦ ἴδιου τοῦ Κασσιανοῦ, καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὸν τρόπο ἐκλογῆς ἡγουμένου στὰ αἰγυπτιακὰ μοναστήρια. [11] Στὸ Inst. II.2, ὁ Κασσιανὸς μιλάει ἀρχικὰ γιὰ νυκτερινὲς προσευχές ("singulis noctibus") ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ ἀναφέρεται στὴ συνήθεια, ἡ ὁποία ἐπικράτησε σὲ ὁρισμένες περιοχές, νὰ ἀντιστοιχεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ψαλμῶν στὸν ἀριθμὸ τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες αὐτοὶ ψάλλονται, καὶ τέλος ἀναφέρεται στὸ σύνολο τῶν προσευχῶν τῆς ἡμέρας ("singulis diei conventibus"). Ἀπὸ αὐτὰ εἰκάζει κανείς, πὼς ἡ σταθεροποίηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ψαλμῶν στὴν Αἴγυπτο ἀφοροῦσε σὲ ὅλες τὶς τακτὲς καθημερινὲς προσευχές, πρωϊνὲς καὶ μή. Ἡ εἰκασία αὐτή, ἂν καὶ εὔλογη δὲν εἶναι ὀρθή. Στὸ Inst. II.4, ὁ Κασσιανὸς εἶναι σαφέστερος· ἀναφέρεται στὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὶς ἀγρυπνίες, ὄχι στὶς πρωϊνὲς προσευχές. Πρβλ. Inst. II.6. [12] Βλ. Inst. II.5. [13] "ἡ θερμὴ πίστη τῶν ὀλιγάριθμων πιστῶν δὲν εἶχε ἀκόμη ψυχρανθεῖ μὲ τὴ διάχυσή της στὸ πλῆθος". Στὴ 18η Συμβολή, ὁ ἀββᾶς Πιαμούν, σχολιάζοντας τὰ κατ’ αὐτὸν τέσσερα εἴδη μοναχῶν, τοὺς κοινοβιάτες, τοὺς ἀναχωρητές, τοὺς σαραβαΐτες καὶ τὸ λεγόμενο τέταρτο εἶδος, παρέχει μία ἐξήγηση τῆς γένεσης τοῦ χριστιανικοῦ μοναχισμοῦ. Ἐπικαλεῖται τὸ ὑπόδειγμα τῆς πρώτης ἀποστολικῆς κοινότητας τῶν Ἱεροσολύμων (σύνδεση πολὺ συχνὴ καὶ στὸν Μ. Βασίλειο) καὶ διαπιστώνει, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱἐπίσκοποι (ecclesiae principes) ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πρότυπο καί, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἐπιείκεια, τὴν ὁποία οἱ ἀπόστολοι ἐπέδειξαν πρὸς τὰ ἔθνη, κατέλυσαν τὴν ἀρχὴ τῆς ἀκτημοσύνης. Ὅσοι πιστοὶ θέλησαν νὰ συνεχίσουν τὴν αὐστηρὴ χριστιανικὴ ζωή, ἐγκατέλειπαν σταδιακὰ τὶς πόλεις καὶ διαχώριζαν τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ τὸ χλιαρὸ πλῆθος. Δὲν παντρεύονταν καὶ δὲν διατηροῦσαν ἐπαφὴ μὲ τοὺς συγγενεῖς τους. Ἔτσι προέκυψε ἡ κοινοβιακὴ ἄσκηση. Γιὰ τὴν αὐστηρότητα τῆς ζωῆς τους καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν κόσμο, ὀνομάστηκαν μοναχοὶ ἢ μονάζοντες, ἐνῶ γιὰ τὴ μεταξύ τους συναναστροφὴ ὀνομάστηκαν κοινοβιάτες (βλ. Coll. XVIII.5). Ἡ ἐξήγηση τοῦ ἀββᾶ Πιαμοὺν διαφέρει ἀπὸ ἐκείνη, τὴν ὁποία παρέχει ὁ Κασσιανὸς στὸ δεύτερο βιβλίο τῶν Θεσμῶν, κατὰ τὸ ὅτι φαίνεται νὰ ἀποδίδει τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ὑποτιθέμενη παρακμὴ τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος στὴν τακτικὴ τῶν ἀποστόλων ἀπέναντι στὰ ἔθνη. Ἐπιπλέον, στὸ δεύτερο βιβλίο τῶν Θεσμῶν, ὁ μοναστικὸς βίος, ἔτσι ὅπως ἀναπτύχθηκε κατὰ τὴν πατερικὴ περίοδο, θεωρεῖται ἀνώτερος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ὑποδειγματικὴ κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων (Inst. II.5). Τὸ ζήτημα τῆς γένεσης καὶ διαμόρφωσης τοῦ χριστιανικοῦ μοναχισμοῦ παραμένει ἀνοικτὸ μέχρι σήμερα. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, πέραν τῶν ἐθνικιστικῶν ἀποκλίσεών της, ἡ ἀπάντηση, τὴν ὁποία προτείνει ὁ Σπ. Ζαμπέλιος. Σύμφωνα μὲ τὸν Ζαμπέλιο, προηγεῖται ὁ ἀναχωρητισμός, ὡς προσπάθεια τῆς νεοσύστατης χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀποφύγει ἀλλὰ νὰ ἐξαγιάσει τὸν κόσμο, μαχόμενη ἐναντίον τῶν ἐθνικῶν ἰδεῶν, "τῇ νοερᾷ καὶ νέᾳ ἐποπτείᾳ τῶν θείων καὶ ἀνθρωπίνων". Ἡ ἔρημος καθίσταται ἡ σχολὴ τῆς Ἐκκλησίας. "Προχωροῦντος ὅμως τοῦ χρόνου, καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον προσεγγίζει ἡ ὥρα καθ’ ἣν ἡ Ἐκκλησία μέλλει νὰ κηρυχθῇ ἐπικρατοῦν πολίτευμα, ἡ ἔρημος εὑρίσκεται τοσοῦτον κατῳκημένη ὑπὸ Ἀσκητῶν καὶ Ἀναχωρητῶν, καὶ Μοναχῶν, καὶ Ἐρημιτῶν, καὶ Εὐχετῶν, καὶ παντοίου εἴδους μοναχοβίων, ὥστε, ἐνδίδοντες οὗτοι εἰς τὴν ἑλκτικὴν καὶ συναπτικὴν τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας δύναμιν, καὶ συγκοινωνήσαντες ἀλλήλοις πρὸς ἀμοιβαίαν συνυποστήριξιν, ἐσχημάτισαν τῇδε κᾳκεῖσε τόσας ἱερὰς ἀποικίας, τόσας μοναχικὰς ὀάσεις, ὅσαι τάξεις ὁμοφρονούντων συνηνώθησαν. / Τοιουτοτρόπως λαμβάνουσι τὴν ἀρχὴν αἱ Μοναὶ καὶ τὰ κοινόβια" (βλ. Ζαμπέλιος, Ἄσματα..., σελ. 67‑71). [14] Τὴ συνήθεια νὰ ψάλλονται 18 Ψαλμοὶ στὶς νυκτερινὲς ὧρες καὶ 6 σὲ κάθε μία ἀπὸ τὶς πρωϊνὲς ὧρες, τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Κασσιανὸς στὸ Inst. II.2, ὁ de Vogüé ἀποδίδει στὸ κοινόβιο τοῦ Ληρίνου ("Aux origines de Lérins...,σ. 259). [15] "σ’ ὁλόκληρη τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ Θηβαΐδα". Βλ. Inst. II.3. [16] Βλ. Inst. II.4-5. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἴδιου τοῦ ἀγγέλου (βλ. Παλλάδιος, Λαυσ. ἱστορία 32.6). [17] Βλ. Inst. II.6. Τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, καὶ τὰ δύο ἀναγνώσματα προέρχονταν ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἕνα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο ἢ τὶς Πράξεις, καὶ ἕνα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κασσιανός, πάντως, δὲν ἐξηγεῖ ποιά ἀκριβῶς ἔννοια εἶχε τὸ προαιρετικὸ τῶν ἀναγνωσμάτων. Μποροῦσαν δηλαδὴ ὁ καθένας νὰ ἐγκαταλείπει τὴ σύναξη κατὰ βούλησιν ἐκείνη τὴν ὥρα; Ἢ μήπως οἱ διάφορες ἀδελφότητες ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσουν, ἂν θὰ ἀκολουθήσουν ἢ ὄχι αὐτὸ τὸ σύστημα; Ἡ δεύτερη ἐξήγηση εἶναι κατὰ τὴ γνώμη μας πιθανότερη, ἀφοῦ ἡ πρώτη θὰ προϋπέθετε κατάλυση τῆς εὐταξίας. Ἀλλὰ οὔτε ἡ δεύτερη ἐξήγηση δὲν εἶναι ἱκανοποιητική, διότι κατ’ οὐσίαν ἀναιρεῖ τὸ προαιρετικὸ αὐτῆς τῆς ρύθμισης. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἐτίθετο ζήτημα τηρήσεως βιβλικῶν ἀναγνώσεων, πιστεύουμε πὼς θὰ ἦταν πολὺ δύσκολο γιὰ μία ἀδελφότητα νὰ ἀποφασίσει ἀρνητικά. Μιὰ τέτοια ἀπόφαση δὲν θὰ ἰσοδυναμοῦσε σὲ κάποιο βαθμὸ μὲ ἄρνηση τῆς Γραφῆς; Ἐπιπλέον, εἶναι φανερὸ στὸ κείμενο τοῦ Κασσιανοῦ, ὅτι τὸ προαιρετικὸ ἀφοροῦσε στὸν κάθε μοναχὸ ξεχωριστὰ καὶ ὄχι στὶς ἀδελφότητες συνολικά, ὁπότε ἐπιστρέφουμε στὴν ἀρχική, καὶ κατὰ τὴ γνώμη μας παράδοξη, ὑπόθεση. [18] Βλ. Inst. II.8: "gloria Patri et Filio et Spiritui sancto". [19] Βλ. Inst. II.8.Ὁ Βασίλειος, στὸ Περὶ ἁγίου Πνεύματος, ὑπερασπίζεται ἐναντίον τῶν πνευματομάχων τὴν ἴδια τὴ χρήση τῆς τριαδολογικῆς εὐχῆς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ συχνότητα τῆς ἀναφορᾶς της σὲ ἀκολουθίες. [20] Ὁ Κασσιανὸς χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη "modulatio" καὶ ὁ Guy,ἀκολουθώντας τὸν Baumstark, τὴν ἀποδίδει ὡς "τροπάριο" (βλ. Cuy1965, σ. 59, σημ. 3). [21] Πρβλ. Coll. XXI.26. [22] Βλ. KE τζ’. [23] Ὁ Κασσιανός, στὸ 12ο κεφάλαιο τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, περιγράφει, πῶς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ψαλμωδίας ὅλοι κάθονταν σιωπηλοὶ σὲ χαμηλὰ καθίσματα ἐνῶ ἕνας ἔψαλλε στὸ κέντρο ὄρθιος. Πρβλ. KE ρογ’, ὅπου ὁ Βασίλειος ἀπαγορεύει κάθε ὁμιλία κατὰ τὴν ὥρα τῆς ψαλμωδίας, τὸ ὁποῖο προϋποθέτει ὅτι τὸ κύριο σῶμα τῶν ἀσκητῶν δὲν ψάλλει. [24]"Vigiliae" εἶναι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖο μεταχειρίζεται ὁ Κασσιανός. Ἡ ἀκολουθία αὐτὴ τοποθετεῖται χρονικὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κασσιανὸ ἀμέσως πρὶν ἀπὸ τὸν Ὄρθρο (βλ. Inst. III.4). [25] Βλ. Inst. III.1. [26] Βλ. Inst. III.2. Συγκεντρώνονταν, ὅμως, τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ κατὰ τὴν τρίτη ὥρα γιὰ τὴ Θεία Εὐχαριστία (πρβλ. Παλλάδιος, Λαυσ. ἱστορία 7.5). Αὐτὲς οἱ δύο συνάξεις, μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὴν ἀγρυπνία, ἦταν οἱ μόνες κοινὲς ἀκολουθίες (publicae solemnitates). [27] Σχετική, διότι ἡ αὐστηρὴ συνέπεια δὲν χαρακτηρίζει τὴ σκέψη τοῦ Κασσιανοῦ οὕτως ἢ ἄλλως. [28] Ἡ εἰκασία μας στηρίζεται σὲ γενίκευση τοῦ ἴδιου τοῦ Κασσιανοῦ.Βλ. Inst. III.2: "Διότι εἶναι περισσότερο ὅ,τι προσφέρεται ἀδιάλειπτα, παρὰ ὅ,τι ἐκπληρώνεται σὲ χρονικὰ διαστήματα, καὶ εἶναι πιὸ εὐπρόσδεκτο τὸ ἑκούσιο δῶρο ἀπὸ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς ἐπιταγὲς τῶν κανόνων" (Plus enim est quod incessanter offertur, quam quod per temporis intervalla persolvitur, et gratius voluntarium munus quam functiones quae canonica compulsione redduntur"[*]). Ἐπιχειρεῖ, μάλιστα, καὶ βιβλικὴ θεμελίωση τῆς στάσης του αὐτῆς, ἐπικαλούμενος τὰ χωρία τῶν Ψαλμῶν 53.8 ("ἑκουσίως θύσω σοι") καὶ 118.108 ("τὰ ἑκούσια τοῦ στόματός μου εὐδόκησον δή κύριε"). Τὰ συγκεκριμένα χωρία, ὅμως, τονίζουν τὴν ἐλευθερία χωρὶς νὰ προϋποθέτουν διάσταση μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ ἐντολῶν. [29] Πρβλ. καὶ τὴν προηγούμενη δήλωσή του, στὸ Inst. II.1, πὼς ἡ βαθύτερη σημασία τῆς προσευχῆς καθὼς καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα ταιριάζουν νὰ τὰ διαπραγματευθεῖ στὶς Συμβολὲς ἀλλὰ ὄχι στοὺς Θεσμούς. [30] Πρβλ. ΚΠ λζ’. Ὁ Βασίλειος, ἀντίθετα πρὸς τὸν Κασσιανό, ἐπισημαίνει πὼς ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ’ἀντικαταστήσει’ τὶς διατεταγμένες ὧρες, ἐπειδὴ οἱ τελευταῖες ἔχουν ἰδιαίτερη παιδαγωγικὴ σημασία, ὑπενθυμίζουν τὴ δωρεὰ συγκεκριμένων ἀγαθῶν ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους. [31] Χρησιμοποιεῖ πρῶτο πληθυντικὸ πρόσωπο.Βλ. π.χ. Inst. III.2. Πρβλ. Inst. III.4, γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Ὄρθρου σὲ ὅλη τὴ Γαλλία σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγρυπνία. [32] Πρόκειται γιὰ τοὺς Ψαλμοὺς 50 καὶ 142 γιὰ τὴν τρίτη ὥρα καὶ 54 καὶ 90 γιὰ τὴν ἕκτη ὥρα. Ἕνα Ψαλμό, τὸν 4, ἀναφέρει στὸν Ἑσπερινό, καὶ ἕνα ἐπίσης, τὸν 118, στὸ Μεσονυκτικό. Τρεῖς Ψαλμοὺς ἀναφέρει μόνο στὴν ὥρα τοῦ Ὄρθρου - τοὺς 5, 76 καὶ 118 (βλ. ΚΠ λζ’). Καὶ ἂν δεχθοῦμε πὼς ὁ Βασίλειος δὲν περιγράφει τὴν τέλεση τῶν συγκεκριμένων ἀκολουθιῶν ἀλλὰ ἀρκεῖται στὴν παράθεση ἐκείνων τῶν βιβλικῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦν τὴν καθιέρωσή τους, ἤδη αὐτὴ ἡ στάση του θὰ μαρτυροῦσε πὼς δὲν δίνει στὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ψαλμῶν τὴ βαρύτητα τὴν ὁποία δίνει ὁ Κασσιανός. Πάντως, στὴν περίπτωση τοῦ 90οῦ Ψαλμοῦ, ὁ Βασίλειος ρητὰ ὁρίζει τὴ λειτουργικὴ χρήση του, καὶ μάλιστα δύο φορές, γιὰ τὴν ἕκτη ὥρα -"ἅμα καὶ τοῦ ψαλμοῦ τοῦ ἐνενηκοστοῦ λεγομένου"-, καὶ γιὰ τὴ μεταξὺ Ἑσπερινοῦ καὶ Μεσονυκτικοῦ ἀκολουθία -"λεγομένου καὶ ἐν ταύτῃ τῇ ὥρᾳ ἀναγκαίως τοῦ ἐνενηκοστοῦ ψαλμοῦ"(Αὐτόθι). [33] Βλ. ΚΠ λζ’. [34] Βλ. ΚΠ λζ’: "Οὐ μήν, ἐπειδὴ ἡ ἐν παντὶ καιρῷ εὐχαριστία καὶ νόμῳ προστέτακται καὶ ἀναγκαία ἡμῶν τῇ ζωῇ δέδεικται κατά τε φύσιν καὶ λόγον, παρορᾶσθαι δεῖ τοὺς διατετυπωμένους καιροὺς τῶν προσευχῶν ἐν ταῖς ἀδελφότησιν, οὓς ἀναγκαίως ἐξελεξάμεθα, ἑκάστου ἰδίαν τινὰ ὑπόμνησιν τῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀγαθῶν ἔχοντος". [35]Βλ. Inst. III.3. Ἡ στάση τοῦ Κασσιανοῦ δὲν φαίνεται νὰ προϋποθέτει τὴν ἀφιέρωση ὑπερβολικοῦ χρόνου στὴν προσευχὴ ἐκ μέρους τῶν ἀσκητῶν τῆς Δύσης, ἀφοῦ στὸ Inst. III.3 τοὺς μέμφεται ἀκριβῶς ἐπειδὴ καταλύουν τὶς ὧρες προσευχῆς. Πιθανότερο εἶναι, ἂν ἐπίσης σκεφθοῦμε ὅσα ἔχει πεῖ ὁ Κασσιανὸς γιὰ τὴ χρήση ὑπερβολικοῦ ἀριθμοῦ Ψαλμῶν στὴ Δύση, νὰ προσπαθεῖ νὰ προφυλάξει τοὺς δυτικοὺς ἀπὸ συστήματα αὐστηρὰ καὶ ὑπερβολικά, τὰ ὁποῖα εἶχαν δημιουργήσει, ἢ ἔτειναν νὰ δημιουργήσουν, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν. [36] Κατὰ τὸν Gribomont, ὑπῆρχε στοὺς ἀναχωρητὲς ἡ τάση νὰ μειώσουν τὶς ὧρες ἐργασίας πρὸς ὄφελος τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ συνήθως οἱ τάσεις αὐτὲς καταδικάζονταν, ὅπως συνέβη στὴν περίπτωση τῶν μεσσαλιανῶν: "Numerous are the texts [ἐνν. στὰ Ἀποφθέγματα] which show the best monks in prayer during mealtime, conversation, work, and the night rest" (βλ. Gribomont, "Prayer in Eastern monasticism..., σ. 8). [37] Βλ. ΚΠ λζ’. [38] Γι’ αὐτὸ ὁ Βασίλειος γράφει, πὼς ἡ τήρηση τῶν τακτῶν ὡρῶν εἶναι ἀναγκαία: "τοὺς διατετυπωμένους καιροὺς ( . . . ) οὓς ἀναγκαίως ἐξελεξάμεθα" (Αὐτόθι). [39] Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τοῦ Βασιλείου γιὰ τὴν ἐναρμόνιση ἐργασίας, ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ τακτῶν ὡρῶν προσευχῆς, κατὰ τὸνde Vogüé, ἔχει ἀφορμὴ τὶς κακοδοξίες τῶν μεσσαλιανῶν (βλ.Vogüé, "The greater rules..., σ. 67), πρόδρομος τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ὁ Εὐστάθιος Σεβαστείας (βλ. Gribomont, "Saint Basile..., σ. 129). [40] Γιὰ τὴ διαμόρφωση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὡρῶν προσευχῆς ἐν γένει, βλ. The study of Liturgy. Εἰδικὰ γιὰ τὶς τρεῖς μικρὲς ὧρες, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες ποὺ παραθέτει ὁ Grisbrooke,"Well before the Constantinian period we find influential Christian writers advocating the performance of devotions of one kind or another at the third, sixth, and ninth hours ( . . . ) in addition to those ’at the beginning of the day and of the night’" (βλ. W. Jardine Grisbroke, "The formative period-Cathedral and monastic offices"εἰς: The study of Liturgy, σ. 406). [41]Βλ. Δαν. 6.11,12,14. Πρβλ. Κυπριανοῦ, De domenica oratione 34. Τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Δανιὴλ δὲν μεταχειρίζεται ὁ Βασίλειος. [42] Βλ. Inst. III.3. [43] Βλ. τὶς παραπομπὲς τοῦ Βασιλείου στοὺς Ψαλμοὺς 76 καὶ 5, εἰς ΚΠ λζ’. Κλείνοντας τὸ κεφάλαιο γιὰ τὶς προσευχές, ὁ Βασίλειος ἀναφέρεται ἀκόμη μία φορὰ στὸν Ὄρθρο λέγοντας ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίζει πρὶν ξημερώσει, "ὡς μὴ ἐν ὕπνῳ καὶ κοίτῃ ὑπὸ τῆς ἡμέρας καταληφθῆναι", προτροπὴ τὴν ὁποία δὲν δικαιολογεῖ παρὰ μόνο παραπέμποντας στὸν Ψαλμὸ 118.148: "προέφθασαν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς Ὄρθρον τοῦ μελετᾶν τὰ λόγια σου". Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι παράδοξο ἕνας ἀσκητής, ὅταν ἀκόμη καὶ τὸν νυκτερινὸ ὕπνο προσπαθεῖ νὰ μειώσει ὅσο γίνεται περισσότερο, νὰ μὴ κοιμᾶται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας. Πιστεύουμε, ὅμως, ὅτι ἡ προτροπὴ τοῦ Βασιλείου ἐξηγεῖται ἀκόμη καλύτερα, ἂν συνδυασθεῖ μὲ ὅσα ἔχουν ἤδη εἰπωθεῖ γιὰ τὸν Ὄρθρο ὡς ἀφιέρωση τῶν πρώτων κινημάτων τῆς ψυχῆς στὸν Θεό: ἡ ὑπόδειξη τοῦ Βασιλείου δὲν ἀφορᾶ μόνο στὴν ἐν γένει ἐγρήγορση ἀλλά, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση ἰδιαιτέρως, στὴν ἐπιθυμία νὰ ἀρχίζει ἡ ἡμέρα ὡς ἀφιέρωση στὸν Θεό. [44] Στὸ Coll. XXI.26, ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει τὸ ἴδιο χωρίο γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀναγκαιότητα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσφέρουν τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς ἡμέρας στὸν Θεό, ἀλλὰ ἐξηγεῖ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς στάσης αὐτῆς ἀρνητικά, ὡς ἄμυνα κατὰ τοῦ διαβόλου. [45] Βλ. Ματθ. 20.1‑6 καὶ Inst. III.3. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ ἄποψη τοῦ Amand de Mendieta, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ὧρες προσευχῆς, ὅπως ἐκτίθενται στὸ κείμενο τοῦ Βασίλειου, εἶναι οἱ ἑξῆς: "Laudes ou l’ὄρθρος, ’avant que pointe l’aurore’ [=ΚΠ λζ’: ’προφθάσαντας τὸν ὄρθρον’], Tierce, Sexte, None, Vêpres et Complies" (βλ.Amand de Mendieta, "Le système cénobitique..., σ. 51). Κατ’ ἀρχήν, ἀκόμη καὶ ἂν δεχθοῦμε πὼς ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ δύο ἀκολουθίες, κατὰ τὴν Ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου καὶ πρὸ αὐτῆς, τότε ὁ Amand de Mendieta γιατί προτάσσει τὸν Ὄρθρο; Ἐπιπλέον, ἂν δεχθοῦμε πὼς πράγματι πρόκειται γιὰ δύο ἀκολουθίες, τότε πῶς τὸ σύνολο τῶν ἀκολουθιῶν παραμένει ἑπτά, τί γίνεται τὸ Μεσονυκτικό; -βλ. Amand de Mendieta, ἔνθ. ἀν., σ. 70: "Il [δηλ. ὁ Βασίλειος] a organisé un cycle complet et déjà fort élaboré de sept offices diurnes et nocturnes"[*], κλπ. Ὁ Morison, ποὺ ἐπίσης βλέπει στὸ κείμενο τοῦ Βασιλείου δύο ἀκολουθίες, μιλάει συνεπῶς γιὰ συνολικὰ "τουλάχιστον ὀκτὼ" (no less than eight) τακτὲς ὧρες προσευχῆς (βλ. Morison, St. Basil and his rule..., σ. 65). Ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε πὼς ὁ Βασίλειος ἀναφέρεται σὲ δύο ἀκολουθίες. Ὅταν μιλάει γιὰ τὸν Ὄρθρο γράφει, πὼς αὐτὴ ἡ ὥρα εἶναι ἀπαραίτητη ὥστε, "τὰ πρῶτα κινήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ ἀναθήματα εἶναι Θεοῦ". Προφανῶς τὰ "κινήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ" χαρακτηρίζονται πρῶτα ἐπειδὴ προηγεῖται ὁ νυκτερινὸς ὕπνος. Ἐὰν προηγεῖτο καὶ ἄλλη ἀκολουθία, ὅπως θέλουν ὁ Amand de Mendieta καὶ ὁ Morison, τότε ὁ Βασίλειος θὰ ξεκινοῦσε ἀπὸ αὐτὴν γιὰ νὰ περιγράψει τὶς ἀκολουθίες τοῦ καθημερινοῦ κύκλου, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἀναφερόταν στὸν Ὄρθρο ὡς ἐναρκτήρια ἀκολουθία. Φρονοῦμε, ἑπομένως, ὅτι ὁ Ὄρθρος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται πρῶτος στὸ κείμενο τοῦ Βασίλειου, καὶ ἡ ἔκφρασή του "προφθάσαντας τὸν ὄρθρον", ἡ ὁποία ὑπάρχει πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἴδιου Ὅρου, συμβιβάζονται μόνο ἂν δεχθοῦμε, ὅτι στὴν πρώτη περίπτωση ἐννοεῖται ἡ τακτὴ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ἐνῶ στὴ δεύτερη τὸ ξημέρωμα, ὥστε ὁ Βασίλειος, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπὸ τὸν Ὄρθρο καὶ ἔχοντας περιγράψει ὁλόκληρο τὸν κύκλο τῶν ὡρῶν, καταλήγει τὴν ὁμιλία του μὲ τὴν προτροπὴ ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου νὰ ἀρχίζει πρὶν ξημερώσει. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, πὼς ὁ Βασίλειος, στὴν τελευταία αὐτὴ ἀναφορά του στὸν Ὄρθρο, ἔχοντας ἤδη, στὴν ἀρχὴ τοῦ κειμένου του, δείξει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς τελέσεώς του, δὲν παρέχει θετικὴ θεολογικὴ ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἐξηγεῖ μόνο γιὰ ποιό λόγο πρέπει νὰ τελεῖται πρὶν ξημερώσει, γράφοντας, "μὴ ἐν ὕπνῳ καὶ κοίτῃ ὑπὸ τῆς ἡμέρας καταληφθῆναι". Ἡ ἑρμηνεία μας ἐπιβεβαιώνεται ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ 207, ὅπου ὁ Βασίλειος περιγράφει στοὺς Νεοκαισαρεῖς τὴ λαϊκὴ συνήθεια νὰ ἀρχίζει ὁ Ὄρθρος πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου. Ὁ Mateos, ἐπίσης, δέχεται ὅτι καὶ οἱ δύο ἀναφορὲς τοῦ Βασιλείου ἀφοροῦν στὸν Ὄρθρο, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε ἐλέγξει τὴν ἐργασία του καὶ δὲν γνωρίζουμε τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ χρησιμοποιεῖ. Τὴ θέση αὐτὴ ἀποδέχεται ἀκολουθώντας τὸν Mateos καὶ ὁ Gain (βλ. Gain, L’Église de Cappadoce..., σ. 180, σημ. 84, ὅπου καὶ οἱ σχετικὲς παραπομπὲς στὸν Mateos). [46]Οἱ Ψαλμοὶ αὐτοὶ ἀργότερα συνδέθηκαν ἀναπόσπαστα μὲ τὴν ἀκολουθία τῶν Αἵνων (βλ. The study of Liturgy, σ. 410), γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὴν ἄποψη, ὅτι ἐδῶ ἴσως ἔχουμε παρεμβολὴ στὸ κείμενο τοῦ Κασσιανοῦ. [47] Καὶ ὄχι "πρώτη ὥρα", διότι ἀκόμη ἡ ἔρευνα δὲν εἶναι σύμφωνη ὡς πρὸς τὸ τί ἀκριβῶς ἀντιπροσωπεύει ἡ νέα αὐτὴ ἀκολουθία, ὥστε ἄλλοι μιλοῦν γιὰ τὴν πρώτη ὥρα καὶ ἄλλοι γιὰ τοὺς Αἵνους, καὶ κυρίως, διότι δὲν χρησιμοποιεῖ ὁ Κασσιανὸς αὐτὴ τὴν ὁρολογία. Συμβατικὰ λοιπόν, καὶ ὁπωσδήποτε πολὺ πιὸ κοντὰ στὸν Κασσιανό, ὁ ὁποῖος μιλάει καὶ στὶς δύο περιπτώσεις γιὰ matutina solemnitas, θὰ ἀποκαλοῦμε τὴν ἀκολουθία αὐτὴ δεύτερο Ὄρθρο. [48] Βλ. Inst. III.6. [49] Βλ. Chadwick, John Cassian, σ. 75: "such confusion that there has even been talk of mental incoherence". [50] Σύμφωνα μὲ τὴν ἔρευνα τοῦ Chadwick,σὲ χειρόγραφα πρὸ τοῦ ἐνάτου αἰῶνος δὲν διασώζονται τὰ κεφάλαια αὐτὰ τῶν Θεσμῶν. [51] Βλ. Ἰωὴλ 3.1,2. Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται πουθενὰ στοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου. [52] Πρβλ. Τερτυλλιανοῦ, De oratione 25, De ieiunio 10· Κυπριανοῦ, De domenica oratione 34, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ψαλμὸν 118, PG 55.705. [53]Ὁ Gribomont μάλιστα δίνει ἔμφαση στὸ λεγόμενο ’ἐπιχείρημα τῆς σιωπῆς’, τονίζοντας πὼς ὁ Κασσιανὸς ἐδῶ δὲν μνημονεύει οὔτε τὸν Βασίλειο οὔτε τὴν περιοχὴ τῆς Καππαδοκίας (βλ. Gribomont, Histoire du texte..., σ. 262). [54] Πρβλ. τὸ δέκατο κεφάλαιο τῶν Πράξεων. [55] Πρβλ. Πράξ. 10.22 κ.ἑ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίστοιχη ἀναφορὰ τοῦ Βασιλείου σὲ κανένα σημεῖο τῶν ἀσκητικῶν του. [56] Πρβλ. Πράξ. 3.1. [57] Ὁ Gribomont, ἐπίσης, ἔχει παρατηρήσει, πὼς ὁ Κασσιανὸς δὲν ἔχει καθόλου ἐκμεταλλευθεῖ τὸ ΚΠ λζ’· (Histoire du texte..., σ. 262). [58] Πρβλ. Ἀρ. 28.4. Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται στοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου. [59] Ὅπου ἡ θυσία ταυτίζεται μὲ τὴν προσευχή, ἂν καὶ ὁ Κασσιανὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τὸν Ψαλμὸ 140 γι’ αὐτὸ τὸν λόγο, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐπειδὴ ἐπιβεβαιώνει τὴν κανονικότητα τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς. Βλ. Ψαλμ. 140.2 καὶ Inst. III.3. [60] Βλ. Inst. III.3. Ἔχουμε, δηλαδή, τυπολογικὴ ἑρμηνεία τῆς ἑβραϊκῆς θυσίας τοῦ ἀμνοῦ καὶ τῆς προσευχῆς τοῦ Δαβίδ. [61] Πρβλ. Ἰω. 12.32: "κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν". Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται στὰ ἀσκητικὰ τοῦ Βασιλείου. [62] Πρβλ. Περὶ ἁγ. Πνεύματος 29, ὅπου ὁ Ἑσπερινὸς ἀποκαλεῖται "ἐπιλύχνιος εὐχαριστία". Στὸ ὁδοιπορικὸ τῆς Ἐθερίας ὁ Ἑσπερινὸς τοποθετεῖται στὴ δέκατη ὥρα καὶ ἀποκαλεῖται "λυκινικόν". Πρβλ. Παλλάδιος, Λαυσ. ἱστορία 32.6, ὅπου χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος "λυχνικόν". Πρβλ.ἀκόμη Ἱππολύτου, Ἀποστ. Παράδ. 26, ὅπου ἡ ὀνομασία "lucernarium". [63] Πρβλ. Περὶ ἁγ. Πνεύματος 29: " Ἔδοξε τοῖς πατράσιν ἡμῶν μὴ σιωπῇ τὴν χάριν τοῦ ἐσπερινοῦ φωτὸς δέχεσθαι· ἀλλ’ εὐθὺς φανέντος εὐχαριστεῖν". Ἡ σημασία τοῦ ἐσπερινοῦ ἐδῶ δὲν συσχετίζεται μὲ τὰ ἀγαθὰ ποὺ προηγοῦνται ἀλλὰ μὲ ἐκεῖνα ποὺ ἕπονται, παρατήρηση πολὺ σημαντική, ἰδίως ἂν σκεφθοῦμε πόσο συχνὰ ὁ μετὰ τὴ Δύση τοῦ ἥλιου καιρὸς ἔχει θεωρηθεῖ ἐπικίνδυνος καὶ πάντως κατώτερος τῆς ἡμέρας. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς ὄψεις τῆς διακρίσεως μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, διακρίσεως κοινῆς σὲ πολλὲς θρησκεῖες ἢ κοσμοθεωρίες, ὅπου τὸ φῶς ὑποδεικνύει τὸ ἀγαθὸ ἐνῶ τὸ σκότος συμβολίζει τὶς ἀντίθετες δυνάμεις. Πρβλ. Inst. II.5, ὅπου λέγεται πὼς οἱ πρῶτοι ἀσκητὲς ἔτρωγαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου, συνδέοντας τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος μὲ τὴ νύκτα καὶ τὶς πνευματικὲς ἀσχολίες μὲ τὴν ἡμέρα. Παρόμοια συνήθεια περιγράφει ὁ Φίλων στὸ περὶ θεραπευτῶν ἔργο του. [64] Βλ. Πράξ. 16.25. Τὸ χωρίο δὲν τὸ χρησιμοποιεῖ ὁ Κασσιανὸς πουθενὰ στὰ ἀσκητικά του. [65] Βλ. Ψαλμ. 118.62. Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖ ὁ Κασσιανὸς στὰ ἀσκητικά του. [66] Βλ. ΚΠ λζ’. [67] Βλ. Gibson, John Cassian..., σημ. 4 εἰς Inst. III.4. Πρβλ. Benedicti Regula 16. [68] Βλ. Cabrol, "Complin". [69] "γιὰ ψαλμωδία, τὴν ὁποία συνήθιζαν πρὶν κοιμηθοῦν". [70] Βλ. Chadwick, John Cassian, σ. 75. [71] Βλ. Gain, L’Église de Cappadoce..., σ. 173. [72] Βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 2.6. [73] Βλ. Inst. III.7. [74] "Τὴν μὴ θέλουσαν ψάλαι, εἰ χρὴ ἀναγκάζεσθαι". [75] Βλ. PG 31.1312. [76] "ἔτσι ὥστε μὲ τὴν ποικιλία αὐτὴ ὁ κόπος νὰ μοιράζεται καὶ νὰ ἀνακουφίζει μὲ κάποια εὐχαρίστηση τὴν καταπόνηση τοῦ σώματος". [77] Βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 207.3: "Καὶ νῦν μὲν διχῆ διανεμηθέντες ἀντιψάλλουσιν ἀλλήλοις ( . . . ) ἔπειτα πάλιν ἐπιτρέψαντες ἑνὶ κατάρχειν τοῦ μέλους οἱ λοιποὶ ὑπηχοῦσι". [78] Βλ. ἔνθ. ἀν.:"ὁμοῦ μὲν τὴν μελέτην τῶν λογίων ἐντεῦθεν κρατύνοντες, ὁμοῦ δὲ καὶ τὴν προσοχὴν καὶ τὸ ἀμετεώριστον τῶν καρδιῶν ἑαυτοῖς διοικούμενοι". [79] Βλ. ΚΠ λζ’: "ὅτι ἐν μὲν τῇ ὁμαλότητι πολλάκις που καὶ ἀκηδιᾷ ἡ ψυχὴ καὶ ἀπομετεωρίζεται· ἐν δὲ τῇ ἐναλλαγῇ καὶ τῷ ποικίλῳ τῆς ψαλμωδίας καὶ τοῦ περὶ ἑκάστης ὥρας λόγου νεαροποιεῖται αὐτῆς ἡ ἐπιθυμία καὶ ἀνακαινίζεται τὸ νηφάλιον". [80] Βλ. Inst. III.11. [81] "δὸς μερίδα τοῖς ἑπτὰ καί γε τοῖς ὀκτώ". Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται στὰ ἀσκητικὰ τοῦ Βασιλείου. [82] Ἕκτη ἔχει ἤδη ὀνομάσει τὴν Παρασκευὴ (sexta sabbati).Προφανῶς ἡ ὄγδοη καὶ ἡ πρώτη ταυτίζονται. [83] Πρβλ. τὸ Inst. VI.8, ἀπ’ ὅπου συνάγεται ὅτι στὴ Γαλλία, τὴν ἐποχὴ τοῦ Κασσιανοῦ, οἱ μοναχοὶ μεταλάμβαναν καθημερινά, στάση μὲ τὴν ὁποία ὁ Κασσιανὸς δὲν φαίνεται νὰ διαφωνεῖ. Ὁ Μ. Βασίλειος, στὴν Ἐπιστ. 93, φαίνεται νὰ συνιστᾶ καθημερινὴ μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ νὰ ἐπιτρέπει τὴ φύλαξη προηγιασμένων στὴν οἰκία. Ὅμως, στὸ KE τι’ γράφει γιὰ τὸ ἴδιο θέμα: "μήτε τὸ κοινὸν δεῖπνον ἐν Ἐκκλησίᾳ ἐσθίειν καὶ πίνειν, μήτε τὸ Κυριακὸν δεῖπνον ἐν οἰκείᾳ καθυβρίζειν, ἐκτὸς εἰ μὴ ἐν ἀνάγκῃ ἐπιλέξηταί τις καθαρώτερον τόπον ἢ οἶκον ἐν καιρῷ εὐθέτῳ". Ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ Gain (L’Église de Cappadoce..., σ. 207), ἡ Ἐπιστ. 93 ἀποτελεῖ τὴ μοναδικὴ μαρτυρία γιὰ τὴ στάση τοῦ Βασιλείου ἐπάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀλλά, κατὰ τὴ γνώμη μας, ὅσα λέγονται στὸ KE τι’, ἂν καὶ δὲν θίγουν ἄμεσα τὸ ζήτημα τῆς συχνότητας, πάντως δὲν εὐνοοῦν τὴν καθημερινὴ μετάληψη καὶ ἐπιπλέον ἔρχονται σὲ ἀδιαμφισβήτητη ἀντίθεση μὲ τὴν κατ’ οἶκον μετάληψη τῆς Ἐπιστ. 93. Ὑπάρχει ἐδῶ κάποια μεταβολὴ στὶς ἀντιλήψεις τοῦ Βασιλείου, ἢ μήπως πρέπει νὰ ἐπανεξετασθεῖ ἡ γνησιότητα τῆς συγκεκριμένης ἐπιστολῆς; Εἰκάζουμε, πάντως, ὅτι ἡ ἔμφαση, τὴν ὁποία ὁ Βασίλειος δίνει στὸ βιβλικό, "ὁ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει" (βλ. Α’ Κορ. 11.29), δὲν εὐνοεῖ τὴν καθημερινὴ μετάληψη. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὴν Ἐπιστ. 93, ἂν καὶ ὁ Βασίλειος γράφει, πὼς ἡ καθημερινὴ μετάληψη εἶναι καλὴ καὶ ἐπωφελής, δηλώνει, ὅμως, ὅτι ὁ ἴδιος, (ἢ καὶ ἡ εὑρύτερη ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία στὴν ὁποία ἀνῆκε - ἐξαρτᾶται πῶς θὰ ἑρμηνευθεῖ τὸ ’ἡμεῖς’ τοῦ κειμένου) μεταλαμβάνει τέσσερεις φορὲς τὴν ἑβδομάδα: "ἡμεῖς μέντοιγε τέταρτον καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα κοινωνοῦμεν, ἐν τῇ Κυριακῇ, ἐν τῇ Τετράδι καὶ ἐν τῇ Παρασκευῇ καὶ τῷ Σαββάτῳ, καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἡμέραις, ἐὰν ᾖ μνήμη ἁγίου τινός". Τὸ κείμενο, συνεπῶς, τῶν Ὅρων κατ’ ἐπιτομὴν, ὅπου ὄχι μόνο δὲν ὑφίσταται καμμιὰ ἀμφιταλάντευση, ἀλλά, ἀντίθετα, εἶναι γραμμένο μὲ τὴ μορφὴ κανόνα, πρέπει, κατὰ τὴ γνώμη μας, νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς περισσότερο χαρακτηριστικὸ τῶν ἀπόψεων τοῦ Μ. Βασιλείου, ἂν βέβαια ἀποφασίσουμε ὅτι καὶ ἡ Ἐπιστ. 93 εἶναι γνήσια. Κύριε και Δέσποτα Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας Και αργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, Υπομονής και αγάπης Χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναι, Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι Του οράν τα εμά πταίσματα, και Μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου` Ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν. Πρωϊνή προσευχή Επουράνιε Πάτερ, Συ παρακολουθείς και αγρυπνείς πάντοτε υπεράνωτων πιστών και αφοσιωμένων εις Σε δούλων Σου και τους διαφυλάττεις ασφαλείς υπό την κραταιά Σου προστασία. Συ, δια την πατρική Σου αγαθότητα, ευδόκησες να με προστατεύσεις και κατά την παρελθούσα νύχτα και να με αναστήσεις από τον ύπνο ασφαλή και υγιή. Σε ευχαριστώ διότι μου χάρισες την ευεργεσία αυτή και με οδήγησες εις την αυγή της ημέρας. Σε παρακαλώ δε, πολυεύσπλαχνε Πάτερ, να δείξεις και σήμερα προς εμέ την αυτή αγαθότητα, διαφυλάττων την ψυχήν και το σώμα μου από κάθε επιβουλή και επήρεια ορατών και αοράτων εχθρών. Να με προφυλάξεις, ώστε ούτε να σκεφθώ, ούτε να πω, ούτε να πράξω κάτι που θα λυπήσει το Άγιο Πνεύμα και θα προσβάλει την πατρική Σου αγαθότητα και θα γίνει επικίνδυνο δι’ εμέ και επιβλαβές για τον πλησίον μου. Ενίσχυσέ με, ώστε όλες μου οι πράξεις να είναι σύμφωνες κατά πάντα προς το άγιο θέλημά Σου. Αξίωσέ με να συντελέσω και εγώ σήμερα να δοξαστεί το άγιο Όνομά Σου. Βοήθησέ με να εκπληρώσω τα καθήκοντά μου κατά την ημέρα αυτή και να ευεργετήσω τον πλησίον μου, τον οποίον πρέπει να αγαπώ όσο και τον εαυτό μου. Αξίωσέ με να κλείσω την ημέρα αυτή με δοξολογία και ευχαριστία προς σε δι’ όσα ειργάσθεις δια μέσου εμού. Αλλά και κάθε εσπέρα τοιαύτας δοξολογίας δια του στόματος και της καρδίας να σου αναπέμπω, μέχρι ότου, φθάσω εις την εσπέρα της παρούσης ζωής, μέχρι ότου κλείσω και την τελευταία ημέρα της, δια να περάσω πλέον εις την άλλη ζωή και καταταχθώ εις τα τέκνα του φωτός, εις τους κληρονόμους Σου του Πατρός και συγκληρονόμους Ιησού Χριστού. Αμήν. Παρακλητικός Κανόνας εις τον Άγιον Λουκά Κριμαίας Μετά το ευλογητόν, το Κύριε εισάκουσον. Είτα το, θεός Κύριος, και το τροπάριον. Ήχος δ'. Ο Υψωθείς εν τω Σταυρώ. Ως Ιεράρχης του Χριστού αιγληφόρος, και ιατρός των ασθενούντων μερόπων και πρεσβευτής Λουκά προς τον Φιλάνθρωπον, τους επιζητούντας σου την θεόσδοτον χάριν, μη ελλείπεις άγιε από πάσης ανάγκης και χαλεπών του βίου αναγκών διαφυλάττων ταις θείαις πρεσβείαις σου.Δόξα. Και νυν. Θεοτόκιον. Ου σιωπήσομεν ποτέ Θεοτόκε … Ο Ν' ψαλμός και ο Κανών ΩΔΗ Α' Ήχος πλ. δ'. Υγράν διοδεύσας. Άγιε του Θεού..Λουκα αρχιθύτα τον Ιησούν, πάντοτε δυσώπει υπέρ πάντων υμών λιταίς ,νόσων λυτρωθήναι δυσιάτων, και δυσπραγίας του βίου πανόβλιε .Άγιε του Θεού…Ορμάς τας άτακτους των ηδονών, Λουκά και εννοίας, ψυχοφθόρους των γεηρών, τη ση προστασία Ιεράρχα, εκ της ψυχής μου ανάσπασον πρόρριζον.Δόξα Πατρί…Υφερπων δολίως ο πονηρός, προσβάλλει με όντως αρρωστήμασι τοις δεινοίς ,αλλ' ως θεοκίνητος ακέστωρ, την ιατρείαν Λουκά δος μοι τάχιστα.Και νύν…Καμάτου του σώματος και ψυχής, τους δούλους σου μήτε, ελευθέρωσον σαις λιταίς και χάρισε πάσιν την ελπίδα του πλατυσμού και ανέσεως δέσποινα. ΩΔΗ Γ' Ουρανίας αψίδος.Άγιε του Θεού…Απορρήτως την χάριν, τα σα οστά δίδωσι, τοις προσερχομένοις εν πίστει, ταύτα ασπασασθαι εν Σαγματα τη μονή, και εν τη χώρα Ρωσίας, ως πηγή αεΊρροος, Λουκά αοίδιμε.Άγιε του Θεού…Ιαθήναι λιταις σου ,παρακαλώ άγιε , εκ της ταραχής του νοός μου και της δειλίας μου, συ γαρ ως εύτολμος εν τοις καιροις τοις εσχατοις, Χριστού την αλήθεια, Λουκά εκήρυξας.Δόξα Πατρί…Αρχιθύτης υπάρχων, εν ουρανώ έπαρον, τας σεπτάς σου χείρας θεόφρον, προς τον Φιλάνθρωπο, απαλλαγήναι με, αμπλακημάτων παντοίων, ως αν την σωτήριον, τρίβον πορεύσομαι.Και νύν… Tας συμβάσεις του βίου και δυσμενή σκάνδαλα, τας επιφοράς του βελίαρ και μηχανήματα γήινων θέλγητρα και των ματαίων ορέξεις αφ' ημών αποστησον Παντοβασίλισσα.Διάσωσον ω Ιεράρχα Λουκά τους σε ανυμνούντας εκ κνδύνων και πονηρών καταστάσεων και εκ των νόσων κατ' αμφω σημειοφόρε. Επίβλεψον εν ευμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.Αίτησις και το κάθισμα.Πρεσβεία θερμήΕν χρόνοις τοις νύν, Λουκά Αρχιεπίσκοπε, εφάνης πιστοις παραμυθια άφατος διο μη παύση άγιε συντηρών προμηθεία τη κρείττονι, ως παρρησίαν σχών εν ουρανώ, τους πόθω φωνούντας το σον όνομα. Ωδή δ'. Εισακήκοα Κύριε.Άγιε του Θεού…Ρίζαν έκοψον Άγιε της δαιμονικής σαφώς αθεότητος και Λουκά προς αγαθότητα ιθυνας ψυχάς των ανυμνουντων σε.Άγιε του Θεού…Επι σοι τας ελπίδας μου έχων Ιεράρχα σεβασμιώτατε, νυσταγνόν της ραθυμίας μου, στήσαι ο φιλόυλος εφίεμαι.Δόξα Πατρί…Τω φλογμώ παραβασεων και ασεβημάτων Λουκά Επίσκοπε εκτακεισαν την καρδίαν μου δρόσισον ρανίσι του ελέους σου.Και νύν…Ο υπάρχων αχώρητος και πληρών τα πάντα Θεός εχώρησεν εν τη μήτρα σου Πανάμωμε ον υπέρ ημών αει ικέτευε. Ωδή ε'. Φώτισον ημάς.Άγιε του Θεού…Ύψωσον Λουκά προς την άνωθεν λαμπρότητα τα νοηματα ημων των εμπαθών διαλύων αμαρτίας τα φαντάσματα.Άγιε του Θεού…Στόνον των ψυχών και σωματων τα αλγηματα Ιεράρχα ζωηφόροις σου λιταις μη ελλιπης ιατρεύσαι των τιμ,ωντων σε.Δόξα Πατρί…Νυν εν Σαγματά τας μερίδας των λειψάνων σου οι μονάζοντες κατέχοντας Λουκά τοις ευχαίς εκζητούσι την ειρήνευσιν.Και νύν…Όν υπερφυώς Θεοτόκε απεκύησας δυσωπουσα μη ελλιπης εσαει εκλυτρώσασθε ημάς εξ απογνώσεως. Ωδή ς'. Την δέησιν.Άγιε του Θεού…Συστήματα πονηρων εκύκλωσαν τας ψυχας ημων Λουκά Ιεράρχα και σαρκικων τα αμέτρητα πάθη προς ακρασίας τον λάκκον καθελκουσι ημας τους κραζοντας προς σε εκ φθορας τους ικετας σου λυτρωσονΆγιε του Θεού…Οδήγησον προς λιμενα ευδιον Ιεράρχα του Χριστού τους πεσόντας εν κλυδωνίω της ζάλης του βίου και εν αβύσσω παγιδων του οφεως ως κεκτημενος προς Θεόν την καλην παρησίαν πανεύφημε.Δόξα Πατρί…Υπαρχων τωνλογισμών αναπλεως Ιεραρχα πολυφρόντιδος βιου και μερίμνων καθ' εκάστην ο τάλας εν ηδοναίς ψυχοφθόροις του σώματος εκ βαθους αίρω την φωνήν προς το θείον με φως καθοδηγησον.Και νύν…Νυν βαρει των εμπαθών πταισμάτων μου καλυφθησα η καρδία μου σθενει, και μη τολμών ατενίσαι προς ύψος του ουρανού Θεοτόκε ο άσωτος αιτούμαι αφεσιν κακών πανσενει σου πρεσβεία Θεόνυμφε.Διάσωσον ω Ιεράρχα Λουκά τους σε ανυμνούντας εκ κινδύνων και πονηρών καταστάσεων και εκ των νόσων κατ' άμφω σημαιοφόρε.Άχραντε η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, έπ' εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.Αίτησις και το Κοντάκιον. Ήχος β'. Τοις των αιμάτων σου.Ως Ιεράρχης Λουκά αξιάγαστε Συμφερουπόλεως πασης ο προεδρος τοις προσιούσιν εν πίστει τη λάρνακα των σων λειψάνων αγίασον χαριτι παρέχων κατ' άμφω την ίασιν.Και ευθύς τό Προκείμενον. Ήχος δ'Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει, και ωσεί κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται.Στίχος. Πεφυτευμένος εν τω Οίκω Κυρίου, εν ταις αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσουσιν. Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Λουκάν (ΣΤ΄. 17-19) Τω καιρώ εκείνω ήλθε προς τον Ιησούν όχλος μαθητών αυτού, και πλήθος πολύ λαού, από πάσης της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ και της παραλίου Τύρου και Σιδώνος, οι ήλθαν ακούσαι αυτού, και ιαθήναι από των νόσων αυτών, και οι οχλούμενοι υπό πνευμάτων ακαθάρτων και εθεραπεύοντο. Και πας ο όχλος εζήτει απτεσθαι αυτού∙ ότι δύναμις παρ' αυτού εξήρχετο, και ιάτο πάντας. (Θ΄. 1-2) Συγκαλεσάμενος δε τους δώδεκα Μαθητάς αυτού έδωκεν αυτοίς δύναμιν και εξουσίαν επί πάντα τα δαιμόνια, και νόσους θεραπεύειν. Και απέστειλέν αυτούς κηρύσειν την βασιλείαν του Θεού, και ιάσθαι τους ασθενούντας. (Ι΄. 16-21). Και έλεγεν αυτοίς. Ο ακούν υμών , εμού ακούει∙ και ο αθετών υμάς, εμέ αθετεί∙ ο δε εμέ αθετών , αθετεί τον αποστείλαντά με. Υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετά χαράς , λέγοντες. Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου. Είπε δε αυτοίς. Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα. Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίνων , και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού , και υμάς ου μη αδικήση. Πλήν εν τούτω μη χαίρετε, ότι τα πεύματα υμίν υποτάσσεται∙ χαίρετε δε μάλλον , ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοίς ουρανοίς. Εν αυτή τη ώρα ηγαλιάσατο τω Πνεύματι ο Ιησούς , και είπεν∙ Εξομολογούμαι σοι, Πάτερ, Κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλλυψας αυτά νηπίοις∙ ναι, ο Πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθεν σου. Δόξα.Ταις του Ιεράρχου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.Και νυν.Ταίς της Θεοτόκου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων. Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεος σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψον το ανόμημά μου.Προσόμοιον. Ήχος πλ. β'. Όλην αποθέμενοιΆγιε Ανάργυρε Ρωσίας πάσης το κλέος της Συμφερουπόλεως ένδοξε διδάσκαλε και Επίσκοπε τας δεινάς μάστιγας των αρρωστηματων πυρετών τε και τα τραύματα των προσιοντων σοι ίασαι Λουκά τω ελέει σου και ταις ικετηρίαις προς τον σον Φιλάνθρωπον Κύριον. Πάντιμε ακέστορ ελπις κεκμηκότων αρραγής μη επιλάθη δωρήσασθε πάσι τα ευφρόσυνα.Το «Σώσον ο Θεός τον λαόν σου» κ.τ.λ. Ωδή ζ'. Οι εκ της Ιουδαίας.Άγιε του Θεού…Τη ση σκέπη προστρέχω Ιεράρχα αιτούμενος την καρδιάν μου την γεμουσαν ακάνθας της υπερηφανίας και δαιμόνων θρασύτητος αποκαθάραι ταις σαις εντεύξεσι Λουκά μου.Άγιε του Θεού…Αγιώτατε Πάτερ νοητών Αιθιόπων και κακοτρόπων βροτών συμβασως αλόγου και της κακοπραγίας ανωτέρους συντήρησον τους εξαιτούντας Λουκά την σην επικουρίαν.Δόξα Πατρί… Στηριγμόν εν τη θλίψει εν πελάγει του βίου του Σαγματά η μονή τα λείψανα σου πατερ κατεχουσα το θαρσος καθ' εκαστην αρύεται. Ίνα προς πλάτος χαρας της όντως καταντήση.Και νύν…Ιησού τας αγκάλας της θερμής σου αγάπης και θυμηδίας ομού υπάνοιξον μοι Σώτερ λιταίς της σης τεκούσης ίνα ψάλλω γηθόμενος ο των Πατέρων ημων Θεός ευλογητός ει. Ωδή η'. Τον Βασιλέα.Άγιε του Θεού…Ατρέμας Πάτερ προ των βημάτων αθέων ωμολόγησας Χριστόν Εσταυρωμένον ον μη διαλίπης υπέρ ημών λιτάζων.Άγιε του Θεού…Σοφίας μάκαρ της θεικής ων δοχείον τον θυμόν και ταραχώδεις εννοήσεις θραύσον της ψυχής μου Λουκά σημειοφόρε.Δόξα Πατρί…Άγιε λύσον της ταλαιπώρου ψυχής μου και του σώματος τους πονους και οδύνας, συ γαρ, Αρχιθύτης τυγχάνεις και ακέστωρ.Και νύν…Ισχύς η όντως και η ελπίς και το φάος ,η παράκλησης και ίαμα κατ' άμφω Δέσποινα υπάρχεις ημών των ορθοδόξων. Ωδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.Άγιε του Θεού…Ιάτρευσον τας νόσους των ψυχοπασχόντων και αλγουμένων Λουκά υπέρ έννοιαν διευθετών τας εννοίας αυτών μακάριε.Άγιε του ΘεούΩς μέλισσα ετρύγεις την σοφίαν πάσσαν επί της γης Ιεράρχα αοίδιμε διο νοός μου απέλασον την σκοτόμαιναν.Δόξα Πατρί…Ηδέως οι Πατέρες μάνδρας Σαγματίου τα σα οστά ως μαργάρους κατέχοντες επιζητούσιν θεόφρον την σην αντίληψιν.Και νύν…Λαόν των ορθοδόξων φύλαττε εκ λύκων αιρετικών Παναγία Πανύμνητε αποκαλύπτουσα πάσαν αυτών κακότητα. Το «Άξιον εστί», και τα Μεγαλυνάρια. Χαίροις επισκόπων ο κοινωνός της Ρωσίας πάσης ο θεόσοφος ιιατρός χαίροις της Κριμαίας ο θείος ποιμενάρχης Λουκά των Ορθοδόξων ο νέος άγιος.Έχων την σοφίαν παρά Θεού των νενοσηκότων εθεράπευες τα δεινά και τους πεπτοκότας εν λάκκω των αθέων τη ση δυνάμει Πάτερ Λουκά εξήρπασας.Πάντα τα ονείδη δια Χριστόν, φύλακας διώξεις και αικίας σωματικάς σκύβαλα ηγήσω και έφερες γενναίως Λουκά σημειοφόρε και ακατάβλητε.Θαύματα τεράστια τω λαώ η σεπτή σωρρός σου εν Ρωσία επιτελε'ι, και εν Σαγματίω, εκ ταύτης αι μερίδες εκβλύζουσιν ιάσεις Λουκά τοις πάσχουσι.Ηύγασας ως ήλιος παμφαής εν Συμφερουπόλει τας χορείας των ευσεβών και της αθεΐας εμείωσας το σκότος, εν χώρα της Ρωσίας Λουκά αοίδιμε.Μάνδρα των θρεμμάτων των λογικών εν τω Σαγματίω ταις πρεσβείαις σου προς Χριστόν φύλαττε θεόφρων εκ πάσης κακουργίας δαιμόνων των εχθίστων Λουκά πανάριστε.Πάσαι των αγγέλων αι στρατιαί…Τρισάγιον, είτα… Απολυτίκιον. Ήχος πλ. Του α'. Τον συνάναρχον λόγον.Ιατρόν και ποιμένα, Λουκά τιμήσωμεν, Συμφερουπόλεως ποίμνης, Αρχιερέα λαμπρόν, τον βαστάσαντα Χριστού τα θεία στίγματα, τας εξορίας, τα δεινά, εγκλεισμούς εν φυλακαίς, τας θλίψεις και τα ονείδη, τον επ'� εσχάτων φανέντα, εν τη Ρωσία νέον Άγιον.Εκτενής και Απόλυσις, μεθ' ην το εξής. Ήχος β'. Ότε εκ του ξύλου.Πάτερ Ιεράρχα του Χριστού, ένδοξε Λουκά μη κατόκνει, επιστασίαις σου, εν ποικίλαις θλίψεσι και περιστάσεσι, συντηρών τον φιλόχριστον λαόν του Κυρίου, τον επικαλούμενον εν ευλαβεία πολλή, όνομα το σον θεοφόρε, και υμνολογούντα ενθέως, θαύματα και βίον σου τον άγιον.Δέσποινα πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου,και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως. Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι,Μήτερ του Θεού. φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.Δι' ευχών των αγίων πατέρων ημών,Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός,ελέησον ημάς.Αμήν.