Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

ΟΣΙΟΣ ΗΣΑΪΑΣ ο θαυματουργός, επίσκοπος Ροστώφ

Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ησαΐας, γεννήθηκε στη γη του Κιέβου από ευγενείς και φιλόχριστους γονείς, που του έδωσαν χριστιανική αγωγή.
Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε το Χριστό, περιφρόνησε όλες τις κοσμικές απολαύσεις και ήρθε στη μονή των Σπηλαίων για να γίνει μοναχός. Ηγούμενος ήταν τότε ο όσιος Θεοδόσιος, που διείδε με τη χαρισματική του διάνοια τη μελλοντική εξέλιξη του νέου και τον έντυσε με το μοναχικό ένδυμα.

Από τότε ο Ησαΐας δόθηκε «ψυχή τε και σώματι» στο Νυμφίο Χριστό και άρχισε μιαν αυστηρή ασκητική ζωή.

Ήταν απλός, ταπεινός, υπάκουος, αφιλάργυρος, Φιλάδελφος, γνήσιος ενσαρκωτής της αγγελικής ζωής. Με την εγκράτεια και την υπομονή του νέκρωσε σύντομα τα πάθη και τις επιθυμίες της σάρκας. Στολισμένος έτσι με σοφία, διάκριση, ανδρεία και σωφροσύνη, έγινε από τη ζωή αυτή ένας ουρανοπολίτης, που βάδιζε γοργά για την άνω Ιερουσαλήμ. Και επειδή «ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη», η φήμη των αρετών και της αγιότητάς του διαδόθηκε σ` όλη την κιεβική χώρα κι έφτασε μέχρι τα` αυτιά του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου Παροσλάβιτς.

Άρχισε τότε εκείνος να παρακαλεί επίμονα τον όσιο Θεοδόσιο να δώσει την ευλογία του για να τοποθετηθεί ο Ησαΐας, ηγούμενος στο μοναστήρι του αγίου Δημητρίου, μια και ο μακάριος Βαρλαάμ είχε κοιμηθεί εν Κυρίω.

Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε εσωτερικά από το Πανάγιο Πνεύμα ότι ήταν θέλημα Θεού ν’ αναλάβει ο υποτακτικός του τη διακονία του ηγουμένου. Έτσι έδωσε τη συγκατάθεση και την ευλογία να γίνει ο Ησαΐας ηγούμενος. Κι εκείνος, μη θέλοντας να παρακούσει, σήκωσε με πόνο το βαρύ φορτίο κι έγινε «ο ποιμήν ο καλός» των μοναχών της νέας μονής του.

Ούτε ο τρόπος της ζωής του άλλαξε, ούτε το ταπεινό φρόνημά του αλλοιώθηκε από το αξίωμα που ανέλαβε. Ο νους του ήταν πάντοτε προσκολλημένος στη μνήμη του Θεού και του θανάτου, της κρίσεως και της βασιλείας των ουρανών. Γι’ αυτό συνέχιζε, με περισσότερο τώρα ζήλο, τις ασκήσεις και τους αγώνες του και γινόταν ζωντανό παράδειγμα αγγελικής βιοτής για τους υποτακτικούς του, καλώντας τους στις κορυφές των αρετών και εκπληρώνοντας πάντοτε πρώτος εκείνο που ζητούσε από τους άλλους.

Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος χαιρόταν κι ευγνωμονούσε το Θεό και τον όσιο Του Θεοδόσιο, που έστειλαν στη μονή του αγίου Δημητρίου ένα τέτοιον «έμψυχο αδάμαντα». Αλλά περισσότερο ο Κύριος δόξασε τον πιστό δούλο Του, τιμώντας τον με το υψηλό και θείο αρχιερατικό αξίωμα. Μετά τη μακάρια κοίμηση του θεοφιλούς Λεοντίου, επισκόπου του Ροστώφ, ο όσιος Ησαΐας, με κοινή βουλή Θεού και ανθρώπων, αναδείχθηκε επίσκοπος σ’ εκείνη την επαρχία.

Όταν ήρθε στη θεόσωστη γη του Ροστώφ, ο όσιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει πολλές παλιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν από άγνοια σοβαρά αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο όσιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη διαφώτιση και τη στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και τη διδασκαλία του Χριστού.

«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», φώναζε στα κηρύγματά του προς το λαό. Γι` αυτό μόνο στο Χριστό να πιστεύετε. Μόνο το Χριστό ν` ακολουθείτε. Μόνο τη διδασκαλία Εκείνου και τις διδαχές των ποιμένων Του να εφαρμόζετε στη ζωή σας. Ν’ απαλλαγείτε από τις πλάνες των ειδώλων και τις απάτες των δαιμόνων για να μη βλασφημείται, αλλά να δοξάζεται με τη ζωή και τα έργα σας το όνομα του Θεού!

Περιόδευε ακατάπαυστα ο όσιος στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής Ροστώφ και Σουζντάλ και κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα προπύργια του νοητού εχθρού.

Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να κατεδαφιστούν ή να παραδοθούν στη φωτιά, κι έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους πίστευαν, βαπτίζονταν από τον όσιο Ιεράρχη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Κι όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο όσιος με τη δύναμη του παντοδύναμου Θεού.

Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η μακροθυμία του μακαρίου Ησαΐα.

Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χηρών και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικούμενων. «Οφθαλμός ην τυφλών, πους δε χωλών», όπως ο δίκαιος Ιώβ, έτσι που όλοι χαίρονταν και δόξαζαν τον Κύριο, γιατί τους χάρισε ένα τέτοιο πατέρα και διδάσκαλο.

Ο όσιος Ιεράρχης Ησαΐας, αξιώθηκε να παρευρεθεί και στα εγκαίνια του πάνσεπτου ναού της Λαύρας, καλεσμένος από άγγελο Κυρίου, όπως είδαμε στη σχετική διήγηση.

Μετά τα εγκαίνια, έζησε εννέα μήνες ακόμη.

Στις 15 Μαΐου του 1090, αφού μετέστρεψε στην αληθινή πίστη πολλές ψυχές που ζούσαν «εν σκότει και σκιά θανάτου» και αφού ευαρέστησε τον Κύριο με την ενάρετη ζωή του, εκοιμήθη ειρηνικά και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια των αγγέλων, που τη μετέφεραν στον ουρανό.