Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

ΟΣΙΟΣ ΕΡΑΣΜΟΣ

Η ΚΑΛΗ διαχείριση του πλούτου είναι θεία επιταγή. Γιατί ο πλούτος «δόξα Θεού εστίν».

Δεν κάνουν όμως όλοι οι άνθρωποι θεάρεστη χρήση των δώρων του Θεού.

Πολλοί καταστράφηκαν εξαιτίας του πλούτου: «Εδόθησαν εις πτώμα χάριν χρυσίου».

Με δυο κυρίως τρόπους μπορεί να επενδυθεί το χρήμα για την ωφέλεια της ψυχής μας: ή με την ελεημοσύνη ή με την ανέγερση και τον ευπρεπισμό ιερών ναών και καθιδρυμάτων.

Ο όσιος Έρασμος διάλεξε το δεύτερο τρόπο. Ενώ ήταν πλούσιος και ένδοξος στον κόσμο, όταν άκουσε τον άγιο Χρυσόστομο να προσεύχεται στη θεία Λειτουργία του για «τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του οίκου» του Κυρίου, διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για το στολισμό και την ευπρέπιση του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων. Έπειτα έγινε κι ο ίδιος μοναχός εκεί, κι άρχισε να στολίζει τον εαυτό του με τις αρετές, σαν ναό του Αγίου Πνεύματος και ζωντανή εικόνα του Θεού.

Ο ψυχοκτόνος διάβολος όμως έστησε μιαν ολέθρια παγίδα στο δούλο του Θεού. Όταν πια όλο το χρυσάφι του είχε χρησιμοποιηθεί για την εκκλησία της Παναγίας, ο μακάριος Έρασμος σκέφτηκε ότι μάταια το ξόδεψε γι’ αυτό το σκοπό. «Αλίμονό μου!», συλλογιζόταν. «Κανένα μισθό δεν θα λάβω. Χαμένα πήγαν τα χρήματα μου. Έπρεπε να τα μοιράσω στους φτωχούς».

Ο όσιος δεν κατάλαβε πως οι λογισμοί αυτοί ήταν πειρασμικοί. Έπεσε σε αθυμία και απόγνωση. Ούτε οι προσπάθειες του ηγουμένου ούτε η συμπαράσταση και οι συμβουλές των αδελφών στάθηκαν ικανές να τον βοηθήσουν και να τον παρηγορήσουν. Άρχισε να ζει απρόσεκτα και αταίριαστα για μοναχό. Σπαταλούσε το χρόνο της ζωής του άσκοπα, χωρίς πνευματικό αγώνα, χωρίς προσευχή, χωρίς υπακοή, βυθισμένος στην ψυχόλεθρη ακηδία και την αμέλεια.

Όταν είδαν οι πατέρες ότι τα λόγια τους όχι μόνο δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον εξερέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πια να του μιλούν και ρίχτηκαν στην προσευχή.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν άφησε να πάνε χαμένοι οι προηγούμενοι κόποι και οι αρετές του δούλου Του. Παραχώρησε λοιπόν να τον βρει μια βαριά αρρώστια.

Ο όσιος έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Για επτά μέρες ήταν αναίσθητος, μη μπορώντας να πάρει τροφή ή να επικοινωνήσει με κανένα.

Την όγδοη μέρα ο ηγούμενος κάλεσε όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του. Βλέποντας οι πατέρες πως δεν έβγαινε η ψυχή του, στέναζαν κι έλεγαν:
- Συμφορά στον αδελφό! Πέρασε τη ζωή του με αμέλεια και ραθυμία. Και τώρα η ψυχή του βασανίζεται και δεν μπορεί να βγει από το σώμα.

Εκείνη τη στιγμή όμως — ω των θαυμάσιων Σου, Χριστέ! — ο ετοιμοθάνατος Έρασμος συνήλθε, ανασηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι.
— Αδελφοί και πατέρες! είπε δυνατά, σαν να μην ήταν άρρωστος. Αλήθεια λέτε! Είμαι αμαρτωλός κι έζησα ράθυμα. Ο θάνατος με βρήκε αμετανόητο. Ενώ όμως ο διάβολος με χαρά περίμενε το τέλος μου, παρουσιάστηκαν οι όσιοι πατέρες μας Αντώνιος και Θεοδόσιος και μου είπαν: «Αδελφέ, προσευχηθήκαμε για σένα στον Κύριο. Κι Εκείνος, σαν πολυεύσπλαχνος, σου χάρισε καιρό μετανοίας». Μετά είδα και την Κυρία Θεοτόκο. «Έρασμε!», μου είπε. «Επειδή στόλισες την εκκλησία μου και την πλούτισες με ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησα για σένα στον Υιό μου. Θα σε αμείψω για την πράξη σου. Γιατί τους φτωχούς πάντοτε τους έχετε κοντά σας και πάντοτε μπορείτε να τους βοηθήσετε. Η εκκλησία μου όμως, μια φορά γίνεται και εξωραΐζεται. Σήκω τώρα, μετανόησε βαθιά για τις αμαρτίες σου και λάβε έπειτα το μεγάλο αγγελικό σχήμα. Σε τρεις ημέρες θα σε πάρω κοντά μου, επειδή αγάπησες την ευπρέπεια του οίκου μου».

Μόλις διηγήθηκε το όραμα του ο μακάριος Έρασμος, άρχισε με κλάματα και συντριβή να εξομολογείται τις αμαρτίες του χωρίς ντροπή μπροστά σ’ ολόκληρη την αδελφότητα. Μετά σηκώθηκε και πήγε στην εκκλησία.

Εκεί ο ηγούμενος τον έκειρε αμέσως, δίνοντάς του το μεγάλο αγγελικό σχήμα.

Τέλος, ο όσιος απομονώθηκε και ρίχτηκε στην προσευχή.
Την τρίτη μέρα, κατά τη διαβεβαίωση της Κυρίας Θεοτόκου, αναχώρησε ειρηνικά για τον ουρανό,