Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Πνευματικοί διάλογοι με Ρουμάνους πατέρες


Η ζωή του αρχιμ. π. Κλεόπα Ηλίε
από το μοναστήρι Συχαστρία του νομού Νεάμιτς.
Το όνομα και η προσωπικότης του αρχιμανδρίτου π. Κλεόπα Ηλίε είναι σήμερα γνωστά όχι μόνο εντός της Χώρας αλλά και έξω των συνόρων αυτής.
Ο π. Κλεόπας Ηλίε γεννήθηκε το έτος 1912 στην κοινότητα Σουλίτσα του νομού Μποντοσάνι από μια οικογένεια ευσεβών χωρικών. Οι γονείς του ονομάζονταν Αλέξανδρος και Άννα και ήταν το ένατο από τα δέκα παιδιά τους. Η θρησκευτική αγωγή πού έλαβε από την παιδική του ηλικία καθώς και η μεγάλη κλίση για την μοναχική ζωή, ήταν τόσο δυνατά σ’ αυτόν αλλά και σ’ όλη την ευλογημένη αυτή οικογένεια, ώστε πέντε από τα δέκα παιδιά των, στα οποία προστέθηκε στα γεράματα της και η μητέρα των, φόρεσαν το μοναχικό Σχήμα.
Η πνευματική του διαμόρφωση ωφείλετο ακόμη, κατά πρώτο λόγο, στον ιερομόναχο μεγαλόσχημο π. Παΐσιο Ολάρου από την σκήτη Κοζάντσεα -Μποντοσάνι, Ο οποίος ήταν για πολύ καιρό ο Πνευματικός ολοκλήρου της οικογενείας του.
Επί σειράν ετών ο νεαρός δόκιμος Κωνσταντίνος Ηλίε με δύο ακόμη μεγαλύτερους αδελφούς του -τον Βασίλειο και Γεώργιο ποίμαιναν τα πρόβατα στα διάφορα μέρη και μαθήτευσαν κοντά στον καλό πνευματικό πατέρα και οδηγό, ο όποιος ησύχαζε τότε στα δάση της Συχαστρίας.
Την άνοιξη του έτους 1929 αυτοί οι τρεις αδελφοί εγκατέλειψαν το πατρικό των σπίτι και εισήλθαν στον αγώνα της μοναχικής ζωής στο μοναστήρι Συχαστρία πού ήταν υπό την ποιμαντική διακυβέρνηση του πρωτοσύγκελου Ιωαννικίου Μορόϊ, πού εθεωρείτο την περίοδο αυτή ένας από τους καλλίτερους και αγιασμένους ηγουμένους και Πνευματικούς της Μολδαβίας. Μετά από επτά χρόνια κανονικής δοκιμασίας ο νεαρός δόκιμος Κωνσταντίνος Ηλίε εκάρη μοναχός το έτος 1936 με το όνομα Κλεόπας Μοναχός και συνέχισε ακόμη για ένα διάστημα το ίδιο αγαπητό του διακόνημα του τσοπάνου προβάτων, ως μαθητής ενός ενάρετου μονάχου, του π. Γαλακτίωνος Ηλίε, τον όποιον συχνά μνημόνευε.
Αυτό το επί δέκα χρόνια περίπου ευλογημένο διακόνημα κοντά στα πρόβατα και μέσα στην όμορφη φύση – στα βουνά και στα δάση – ήταν για τον π. Κλεόπα μία πραγματική σχολή πνευματικής συγκροτήσεως και προόδου στην ταπείνωση, στην ησυχία και στην προσευχή.
Εδώ σ’ αυτό το πανεπιστήμιο της υπακοής και της σιωπής, διάβασε ο π. Κλεόπας εκατό περίπου θεολογικά βιβλία και αλλά παρόμοια, αρχίζοντας με τα θεολογικά, ηθικά, λειτουργικά, συναξάρια και τελειώνοντας με τα πατερικά έργα των μεγάλων αγίων της Εκκλησίας μας, τα όποια δανειζόταν από την βιβλιοθήκη της μονής Νεάμτς και τα μετέφερε με τον ντορβά του στα βουνά, καθώς και το Ωρολόγιο και το ψαλτήρι.
Το πιο αγαπημένο βιβλίο του ήταν πάντοτε η Αγία Γραφή.
Εκτός απ’ αυτήν αγάπησε τους Βίους των Αγίων, το Γεροντικό, την Κλίμακα του οσίου Ιωάννου, τα ασκητικά των αγίων Εφραίμ και Ισαάκ και άλλα παρόμοια συγγράμματα μυστικών, όπως του αγίου Μαξίμου του Ομολογειτού, Γρηγορίου Παλαμά, Συμεών του Νέου Θεολόγου και άλλων.
Επειδή ήταν προικισμένος από τον Θεό με μία ιδιαίτερη ευλάβεια και πολύ ζήλο για τα θεία, με οξύνοια και κατανόηση των θείων μυστηρίων και με δυνατή μνήμη, σε λίγα χρόνια, ο πατήρ Κλεόπας ανεδείχθη ένας αυτοδίδακτος και απαράμιλλος μοναχός μεταξύ των μοναχών των ρουμανικών μοναστηριών.
Εκτός απ’ όλα αυτά έλαβε από τον Θεό και το χάρισμα του λόγου, με την ωραία εκκλησιαστική διάλεκτο της Μολδαβίας, με μία γεροντική προφορά μισοαρχαΐζουσα, και με το μέσον του κηρύγματος μετέδωσε την αλήθεια, από την Αγία Γραφή, από εκλεκτά πατερικά κείμενα και από ηθικές ιστορίες παντός είδους στον λαό του Θεού, τον όποιον αιχμαλώτιζε με την σπάνια ικανότητα της πειθούς.
Το έτος 1942 ο αρχιμ. π. Κλεόπας, αν και ήταν τότε απλός μοναχός ανέλαβε προσωρινά την διακυβέρνηση της μονής Συχαστρίας αντί του γέροντος πλέον ηγουμένου π. Ιωαννικίου Μορόϊ, ό όποιος βρισκόταν ασθενής στο κρεβάτι.
Τον Ιανουάριο του 1945 χειροτονήθηκε διάκονος και Ιερεύς και εξελέγη ηγούμενος της αυτής μονής, την οποία ποίμανε επί τέσσερα χρόνια.
Σ’ αυτό το σύντομο διάστημα συγκέντρωσε γύρω του μέχρι 80 μοναχούς και δοκίμους αδελφούς, έκτισε στον περίβολο του μοναστηρίου νέα κελιά, ίδρυσε ένα χειμερινό παρεκκλήσιο, επανέφερε το μοναστήρι στην πρώτη κοινοβιακή του κατάσταση, το διοργάνωσε με το παραδοσιακό τυπικό της ησυχαστικής μοναχικής ζωής, ανέδειξε σπουδαίους Πνευματικούς και έκανε πολλές ιεραποστολικές περιοδείες χάριν της σωτηρίας των πιστών.
Το καλοκαίρι του έτους 1949 ο π. Κλεόπας μετώκησε στο μοναστήρι Σλάτινα με 30 ενάρετους μοναχούς, προκειμένου να ανανέωση και εκεί την πνευματική ζωή. Η επαφή του με την Μπουκοβίνα και τους ευλαβείς χριστιανούς της που κατοικούσαν στα βόρεια της Μολδαβίας του αύξησαν την ποιμαντική πείρα και την ιεραποστολική δράση και του έδωσαν την ευκαιρία να εργασθεί με περισσότερο ενθουσιασμό για τον σκοπό του Ευαγγελίου του Χριστού. Ιδιαίτερα το κήρυγμα, η προσωπική στον καθένα συμβουλή, η πνευματικότητα και η ελεημοσύνη του έκαναν το όνομά του γνωστό σ’ όλη την χώρα.
Ό πατήρ Κλεόπας μ’ αυτό τον τρόπο έγινε ο πλέον φημισμένος και άξιος εκτιμήσεως ηγούμενος ανάμεσα στα μοναστήρια μας και ένας Πνευματικός με υψίστη πνευματική αυθεντία.
Χωρικοί και διανοούμενοι, λαϊκοί και μοναχοί, νέοι και γέροντες, υγιείς και ασθενείς, ιεράρχες και Ιερείς ευρίσκουν στον αρχιμ. π. Κλεόπα έναν αληθινό πνευματικό πατέρα, υπόδειγμα ζωής για όλους, έτοιμο να προσφέρει στο καθένα ότι μπορεί, να συμβουλεύσει, να ανάπαυση και όλους να τους οδηγήση στον Χριστό με μία καταπληκτική πειθώ και κύρος.
Το έτος 1953 παραιτήθηκε από την ηγουμενεία.
Το έτος 1956, αφού βοήθησε στην αναδιοργανώσει του μοναστηρίου Πούτνα και των σκητών Ραρέου και Γκάϊ – Άράντ, ό π. Κλεόπας επέστρεψε στην Συχαστρία την πολυαγαπημένη του μετάνοια. Εδώ συνέχισε την ίδια πνευματική δραστηριότητα με την προσευχή, την εμβάθυνση στα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων, την καθοδήγηση και πνευματική πρόοδο των πολλών μαθητών του.
Η τελευταία πνευματική του ανάβαση και εμπειρία ήταν η αναχώρηση για μερικά χρόνια στην ησυχαστική άσκηση, η οποία συνέβαλε περισσότερο στην εξοικείωση και εσωτερική αίσθηση της πνευματικής ζωής δια της προσευχής, των Ιερών στοχασμών και της συμμετοχής στα Θεία Μυστήρια.
Με την προτροπή των μαθητών του και την ευλογία πολλών ιεραρχών ο π. Κλεόπας από το έτος 1965 άρχισε να γράφει κηρύγματα, διδαχές και ψυχωφελείς πνευματικούς λόγους τόσο για τους λαϊκούς όσο και για τους μοναχούς.
Ως καλός γνώστης της κοινωνικής ζωής της χώρας μας, των παρεκτροπών του κλήρου, της ελλείψεως ενιαίας γραμμής σχετικά με την συχνή Θεία Κοινωνία, της θρησκευτικής κινήσεως “Ό στρατός του Κυρίου” και προπαντός του φανατικού προσηλυτισμού των αιρετικών στις ημέρες μας ο πατήρ Κλεόπας άρχισε να γράφει απολογητικά έργα για να υπερασπίσει την Ορθόδοξο πίστη και να καταπολέμηση τις αιρετικές διδασκαλίες και τις ξένες προς την Ορθόδοξο Εκκλησία θρησκευτικές επιδράσεις.
Τα σπουδαιότερα γραπτά του έργα μ’ αυτό το περιεχόμενο είναι:
“Διάλογος περί οραμάτων και ονείρων” (1962), ο οποίος περιέχει επτά συνομιλίες πού ασχολούνται με το πρόβλημα των οραμάτων, των ονείρων και της συχνής Θείας Κοινωνίας.
“Αιρεσιολογία”, ένα μνημειώδες έργο, το όποιο περιέχει 33 διάλογους όπου αναφέρονται όλες οι αντιδογματικές και αντορθόδοξες διδασκαλίες των αιρετικών και απλοϊκών πιστών της χώρας μας. Το έργο αυτό εκτυπώθηκε το έτος 1981 με τον τίτλο “Περί της ‘Ορθοδόξου Πίστεως”.
Άλλες εργασίες με ηθικό – κατηχητικό χαρακτήρα πού τελείωσαν ή πρόκειται να τελειώσουν προσεχώς, μνημονεύουμε:
“Τα κηρύγματα των εορτών” (1976), το όποιο περιέχει 36 κηρύγματα για τις μεγαλύτερες εορτές και πανηγύρεις του έτους. “Κηρύγματα για μοναχούς” ένα μνημειώδες έργο πού περιέχει 48 φιλοκαλικά κηρύγματα, προοριζόμενο για μοναχούς, το όποιον βοηθά στην πρόοδο και ψυχική κάθαρση των εραστών του Χριστού.
Κατόπιν “Κηρύγματα για όλες τις Κυριακές και εορτές του χρόνου”, έργο επίσης μνημειώδες και ογκώδες, και “Κηρύγματα για λαϊκούς” πού τελειώνει προσεχώς, καθώς και μερικά άλλα.
Το φθινόπωρο του έτους 1974 ό πατήρ Κλεόπας έκανε ένα προσκύνημα στον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου μαζί με μερικούς μαθητές του και επισκέφθηκε όλους τους Ιερούς εκεί Τόπους καθώς και το Όρος Σινά. Μετά από τρία χρόνια, τον Σεπτέμβριο του 1977 έκανε δεύτερο προσκύνημα στο Άγιον Όρος, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κόρινθο, Πελοπόννησο. Προσκύνησε το σκήνωμα του αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα.
Κατόπιν προσκύνησε στην Ιταλία τα Λείψανα του Αγίου Νικολάου, τις Κατακόμβες της Ρώμης και μερικά μοναστήρια της Γιουγκοσλαβίας. Αυτά τα δύο ταξίδια, η προσκύνησις στους σπουδαιότερους Ιερούς Τόπους του Χριστιανισμού, οι συζητήσεις με ιεράρχες, ηγουμένους, Πνευματικούς και ησυχαστές προκάλεσαν μία πνευματική γνωριμία, μία βαθιά εντύπωση της πνευματικής ζωής και ένα μεγάλο άνοιγμα αγάπης και συμπαραστάσεως στους ανθρώπους.
Για πολύ καιρό επιθυμούσε η πανοσιότης του να αναχώρηση για πάντα στην ησυχία του Αγίου Όρους. Εάν βέβαια για την πανοσιότητά του αυτό ήταν ένα κέρδος, για την Ορθόδοξη όμως Ρουμανική Εκκλησία, για τον ρουμανικό μοναχισμό και για όλους εμάς θα ήταν μία ανεπανόρθωτη και ανυπολόγιστη ζημιά. Αλλά τον πόθο για την ησυχία του Άθωνος κατέβαλε η αγάπη και υπακοή στον Πνευματικό του.
Ό πατήρ Κλεόπας παραιτήθηκε για πάντα από την επιθυμία του να εγκατασταθεί στο Άγιον Όρος και δέχθηκε να υπηρέτηση την Εκκλησία του Χριστού στην πατρίδα του, να θυσιάσει τον εαυτό του για τα πνευματικά του παιδιά, να υπεράσπιση την αληθινή πίστη με τα έργα και τον λόγο, να προσευχηθεί με τον ίδιον ζήλο για τους ανθρώπους, να παρηγόρηση αυτούς πού κτυπούν την πόρτα του κελιού του και να είναι μία αναμμένη λαμπάδα για όλους μας.
Σήμερα ό πατήρ Κλεόπας εισήλθε στην προφητική ηλικία του ψαλμωδού Δαβίδ, δηλαδή στα 70 χρόνια.
Η μορφή του είναι φωτεινή, το πρόσωπο του λευκό, αδύνατο από την νηστεία και οι κόποι του φέρνουν τον νου μας στην μεγάλη στιγμή της προς τον Χριστό αναχωρήσεως, για την οποία η πανοσιότης του μας μιλάει συχνά. Γι’ αυτό ακριβώς οι μαθητές του, οι πιστοί από παντού και ακόμη αρκετοί ξένοι έξω από τα σύνορα μας, έρχονται να τον δουν, να του ζητήσουν ωφέλιμες συμβουλές και να πάρουν την ευλογία του.
Όμως τον πατέρα Κλεόπα δύσκολα μπορεί να τον εύρει κανείς.
Ακόμη πιο δύσκολα ο ίδιος ανοίγει την πόρτα του κελιού του. Και τούτο διότι θεωρεί ότι, πριν να άνοιξη την πόρτα στους ανθρώπους, πρέπει να άνοιξη πρώτα την καρδιά του σε προσευχή προς τον Χριστό.
Γι’ αυτό ο ίδιος διαιρεί τον χρόνο του σε τρία μέρη.
Το πρώτο και μεγαλύτερο μέρος το αφιερώνει στην προσευχή και την αναπαύσει και καλύπτει το διάστημα της νύκτας.
Το δεύτερο μέρος στην συγγραφή, την ησυχία και την ανάγνωση των πατερικών βιβλίων, το όποιον διέρχεται μόνος του στο ησυχαστικό κελί του στο βουνό.
Ενώ το τρίτο μέρος το προσφέρει στους πιστούς, στους μαθητές και σ’ όλους όσοι έρχονται είτε από κοντά, είτε από μακριά.
Και αυτό γίνεται κατά το βραδάκι, όταν κατεβαίνει στο μοναστήρι, ακούει και δέχεται τον καθένα, δίνει συμβουλές, πιάνει κουβέντα στα χορτάρια, εξομολογεί, άπαντα στις ερωτήσεις των, παρηγορεί, δίνει ελεημοσύνες και βοηθά όλους το κατά δύναμη.
Όταν αναχωρήσουν όλοι, ο πατήρ Κλεόπας πηγαίνει για φαγητό στο κελί του μαθητού του ιερομόναχου Βαρσανουφίου.
Κατόπιν, πάλι τραβάει την κουρτίνα, κλειδώνει την πόρτα του κελιού του, ανάβει το καντήλι και αρχίζει την νυκτερινή προσευχή του.
Την επιθυμία πραγματοποιήσεως πνευματικών συνομιλιών με τον π. Κλεόπα την είχα στην ψυχή από πολλά χρόνια. Στην αρχή σκέφθηκα μόνο τις ιδικές μου πνευματικές ανάγκες, επειδή τον γνώριζα ως έμπειρο καθοδηγώ των μοναχών. Άλλα βλέποντας ότι τις ζητούσαν και πολλοί χριστιανοί, ως προερχόμενες από ειδικό Πνευματικό οδηγό για λαϊκούς και μοναχούς, θεώρησα σκόπιμο να συγκεντρώσω από τον π. Κλεόπα τις συμβουλές και τις διδαχές του πού οικοδομούν τις ψυχές όλων μας.
Και τώρα, είναι περισσότερα από 15 χρόνια πού πηγαίνω στο κελί του πατρός Κλεόπα με το τετράδιο και το μολύβι στο χέρι και του θέτω ερωτήσεις, παίρνω απαντήσεις ή ακούω συμβουλές του πού έδωσε σε άλλους, λαϊκούς ή μοναχούς, τις οποίες σημειώνω με σπουδή και όσο πιο πιστά είναι δυνατόν, για να μη σφάλω σε τίποτε, ούτε στο περιεχόμενο, ούτε στο ύφος των λόγων του, πού είναι τόσο γλυκά και πειστικά.
Άλλοτε συγκέντρωνα περισσότερες, άλλοτε λιγότερες, αλλά ουδέποτε επέστρεψα αδειανός.
Αυτό πού έχει πράγματι μοναδικό ο π. Κλεόπας είναι η αυθεντία και η ακρίβεια με την οποία δίνει στον καθένα οποιαδήποτε απάντηση, χωρίς κανένα δισταγμό και αμφιβολία, αναλαμβάνοντας ολόκληρη την ευθύνη αυτών πού λέγει. Επί πλέον έχει ως στήριγμα τις σπουδαιότερες από τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων και της Αγίας Γραφής για την κάθε περίπτωση και το θέμα για το όποιο μιλάει.
Και επί πλέον, έχει το ιδικό του προσωπικό διηγηματικό ύφος, πού είναι χαρακτηριστικό στους Μολδαβούς, με πολύ ποικίλες ιδέες, με αγιασμένη και σοβαρή όψη και γνωρίζει πολλές Ιστορίες με τις όποιες ενισχύει τις συζητήσεις του.
Με τη βοήθεια του Θεού συντάξαμε μέχρι τώρα δέκα πνευματικές συνομιλίες με τον π. Κλεόπα και με τα πλέον ενδιαφέροντα θέματα, τα όποια απασχολούν τόσο τους μοναχούς όσο και τους λαϊκούς.
Αυτές τις συνομιλίες συνέγραψα με όλη την δυνατή προσοχή και φροντίδα και ακολουθούν στις επόμενες σελίδες. Ελπίζω ότι θα αποτελέσουν μία πραγματική ψυχική ωφέλεια για όλους μας.
Χωρίς αμφιβολία δεν εξαντλήθηκαν όλες οι ερωτήσεις, γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να ικανοποιήσω την κάθε απορία του καθενός. Άλλα, οπωσδήποτε, πιστεύω ότι εδόθησαν οι περισσότερες απαντήσεις στις κυριότερες ερωτήσεις, οι όποιες ενημερώνουν και ζυμώνουν την ανθρώπινη ψυχή.
Αφού ζητήσω συγχώρηση για τις ελλείψεις, δέχομαι οποιεσδήποτε γνώμες και προτάσεις επί του περιεχομένου των συνομιλιών από τους αναγνώστες μου.
Για ότι έγινε μέχρι τώρα, ας είναι το Όνομα του Κυρίου μας ευλογημένο.
ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ
001. Η πίστης στον Θεό αποκτάται από τον άνθρωπο η είναι ένα δώρο του Θεού;
Η πίστης είναι ένα δώρο του Θεού. (Ρωμ. 12, 3 Εφεσ. 2, 8 Φιλιπ. Ι, 29 Β’ Πέτρου 1,1).
Η πίστης είναι ένα έργο του Θεού (Πράξ. 11,21 Α’ Κοριν. 2, 5 Έφεσ. 1, 19 Κολ. 2, 12 Β’ Θεσ. 1,11 Α’ Τιμ. 1, 14), η πίστης είναι ένα δώρο του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ.12,9 και Γαλ. 5,22) και εξαρτάται από την θέληση του ανθρώπου (Ματθ. 8,13 9,22 Μάρκ. 5,34 10,52 Λουκ. 7,50 17,19 18,42).
Η πίστης αυξάνεται και αναπτύσσεται με την θέληση του ανθρώπου, είναι δηλ. «συνεργασία και συνεργεία αυτού με τον Θεό» (Ηθική θεολογία τ. 3ος Βουκουρέστι 1981, σελ.95).
002. Η απιστία στον Θεό οφείλεται στην έλλειψη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ή στην έλλειψη θρησκευτικού αισθητηρίου της ψυχής του ανθρώπου; Δηλαδή η εκδηλουμένη απιστία είναι μία πράξης ελεύθερη της θελήσεως του ανθρώπου ή οφείλεται στην ανικανότητα του να πιστέψει και στην έλλειψη θρησκευτικής αγωγής;
Η απιστία του ανθρώπου προέρχεται από την ελεύθερη προαίρεση του με το να αιχμαλωτίζεται στα ματαιόδοξα και εφήμερα πράγματα του παρόντος αιώνος (Άγιος Εφραίμ Ο Σύρος).
Πάλι η απιστία του ανθρώπου οφείλεται στην άσεβη καρδιά του (Έβρ.3,12), στην σκληροκαρδία του (Μάρκ. 16, 14), εξ αιτίας της παρεκκλίσεως από την αλήθεια (Ιωάν. 8, 44-46), της σκοτίσεως αυτού κατά παραχώρηση του Θεού (Ιωάν. 12, 39-40), της τυφλώσεως υπό, του διαβόλου (Β’ Κοριν. 4,4) ό οποίος απομακρύνει τον θείο λόγο της πίστεως (Λουκ. 8,12), καθώς επίσης και εξ αιτίας της ανθρωπινής δόξης (Ιωάν. 5,14).
Η απιστία είναι ένα ελεύθερο έργο του ανθρώπου με το οποίο δεν θέλει να πιστέψει στον Θεό (Λουκ. 16,23 Ιωάν. 19, 9-10), στις υποσχέσεις Του και στα θαύματα του (Ιωάν. 12,37) και (Ψαλμ. 77,36).
003. Ποιο είναι το καλλίτερο πνευματικό μέσο με το οποίο μπορεί να πιστέψει κάποιος στον Θεό; Η κατήχησης, η ανάγνωσης της Αγίας Γραφής, η θερμή προσευχή, η ελεημοσύνη, το κήρυγμα ή το προσωπικό παράδειγμα;
Το πρώτο μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να πιστέψει στον Θεό είναι το κήρυγμα, δεδομένου ότι η πίστης έρχεται δια της ακοής και η ακοή έρχεται με την διήγηση του λόγου του Θεού (Ρωμ. 10,17). Διότι πώς θα πιστέψει εάν δεν ακούσει; (Ιωάν. 1,7 17,20 Πράξ. 8,12 14,27 Ρωμ. 1,5 Έφεσ. 1,13 Β’ Θεσ. 1,10).
Το δεύτερο μέσον είναι Η ανάγνωσης των Αγίων Γραφών, κατά την μαρτυρία Η οποία λέγει: «Ταύτα δε γέγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστίν ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού» (Ιωάν. 20,30-31).
Το τρίτο μέσον είναι τα θαύματα του Θεού «Είπον ούν αύτω• τι ούν ποιείς συ σημείον ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν σοι;» (Ιωάν. 6,30 7,31 11,23 20,30-31).
Το τέταρτο μέσον είναι θεωρία των κτισμάτων του Θεού, όπως είναι γραμμένο στην προς Ρωμ. επιστολή (1,20) «Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράτε, ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτούς αναπολόγητους». Γι’ αυτό και ο άγιος Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης ονομάζει αληθινή θεολογία τους λόγους των κτισμάτων με τα όποια από τα κατώτερα ανερχόμεθα στα ανώτερα, δηλαδή από τα αιτιατά ανερχόμεθα στον αίτιο. “Έτσι στην κτίση σαν σε ένα καθρέπτη, βλέπουμε τον Κτίστη και τον δοξάζουμε και τον πιστεύουμε ότι είναι ο Θεός, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Και όλα δημιουργήθηκαν και υπάρχουν με την θεία βούληση, διότι Αυτός είναι ο αίτιος όλων (καταφατική θεολογία, θετική), και τίποτε από όλα δεν είναι υπεράνω αυτού (Αποφατική – αρνητική θεολογία)
Λέγει ακόμη ο θείος Διονύσιος ότι: «Ό Θεός από όλα, όσα υπάρχουν μεγαλύνεται και είναι ο αίτιός των. Και υπάρχει πάλι Η θεία γνώσις του Θεού η οποία με την αγνοία – τον θείο γνόφο – γνωρίζεται με την μυστική ένωση του νου μετά των θείων μυστηρίων».
Και πάλι «ο Θεός σ’ όλα υπάρχει και σ’ όλα δεν υπάρχει. Και όντας ανάμεσα σε όλα από όλα γνωρίζεται και σε τίποτε δεν γνωρίζεται από κανένα».
Και ο μέγας Βασίλειος λέγει ότι: «Ολόκληρη Η δημιουργία του Θεού είναι σχολή των πνευματικών λόγων (των σκοπών της υπάρξεως των) και τόπος διδασκαλίας της γνώσεως του Θεού. Από τα ορώμενα και αισθητά αναγόμεθα με τον νου μας στην θεωρία των αοράτων».
Το πέμπτο μέσο με το οποίο πείθεται κάποιος να πιστέψει στον Θεό είναι το κήρυγμα της υποδειγματικής ζωής, το προσωπικό παράδειγμα, δηλ. Η κατά Χριστόν ζωή και Η απόδειξη με τα έργα αυτών τα όποια διδάσκουμε. Για αυτό έλεγε ένας από τους αγίους Πατέρας: «Σιώπησε και άφησε να μιλήσουν τα έργα σου».
Και πάλι: «Έλεγξε με την δύναμη των αγίων έργων σου αυτούς που διαφωνούν σε δογματικά θέματα μαζί σου και όχι με την γλυκύτητα της φωνής των λόγων σου «(Φιλοκαλία). Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τον μαθητή του Τιμόθεο, όπως «τύπος γίνου των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστη, εν αγνεία» (Α’ Τιμ. 4,12). Παρόμοια και τους Εφεσίους συμβουλεύει να συμπεριφέρονται «ως υιοί φωτός» (Έφεσ. 5, 8-10). Ενώ προς τους Κολασσαείς γράφει: «Εν σοφία περιπατείτε προς τους έξω, τον καιρόν εξαγοραζόμενοι. Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, αλάτι ήρτυμένος, είδέναι πώς δει υμάς ένί έκάστω άποκρίνεσθαι». (Κολ. 4,5-6).
004. Πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι χριστιανοί προς τους απίστους και τους ειδωλολάτρες; Επιτρέπεται να μιλούν, να τρώγουν μαζί, να κατοικούν στον ίδιο τόπο, ή να παντρεύονται μεταξύ των;
Προς τους ειδωλολάτρες πρέπει να συμπεριφερόμαστε με αγάπη και πραότητα, διότι μ’ αυτές τις δύο αρετές πολλούς μπορούμε να οδηγήσουμε στον Χριστό, κατά την μαρτυρία του αγίου Εφραίμ του Σύρου, ό οποίος λέγει: «Ο τρόπος για να έλθουν όλοι στον Χριστό είναι μόνο Η αγάπη και Η πραότης». Και ό άγιος Μακάριος ό Μέγας, μόνο με λίγους λόγους αγάπης και πραότητας, επέστρεψε στον Χριστό ένα ολόκληρο ειδωλολατρικό λαό, οι οποίοι κατόπιν έγιναν μοναχοί και μαθητές του.
Όσο άφορα τους αιρετικούς έχουμε μαρτυρία του θείου Αποστόλου Παύλου, ό οποίος λέγει: «Αιρετικό άνθρωπον μετά μίαν και δευτέρα νουθεσία παραιτού» (Τίτ. 3,10). Οι αιρετικοί είναι εχθροί της αληθείας και του Θεού (Ψαλμ. 36,20). Οι αιρετικοί είναι τέκνα του πονηρού (Ματθ. 13,38), τους οποίους δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε (Ιωάν. 2,24). Οι αιρετικοί είναι εχθροί του Θεού (Ψαλμ. 36,20 και 91,9) και δεν έχουμε την άδεια να τους αγαπούμε διότι είναι παιδιά του διαβόλου, «γεννήματα εχιδνών» (Ματθ. 3,7 12,34 23,33).
Με τους αιρετικούς δεν επιτρέπεται στο σπίτι μας να συμπροσευχώμαστε (Καν. 10 και 64 εκ των Αποστολικών). Η αμαρτία των στρέφεται εναντίον του Αγίου Πνεύματος, Η οποία «ουκ άφεθήσεται αύτω ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι» (Ματθ. 12,31, 31-32Μάρκ. 3,29 Λουκ. 12,10).
Τους αιρετικούς δεν επιτρέπεται ούτε στο σπίτι μας να τους δεχόμαστε, ούτε και καλημέρα να τους λέγωμεν (Β’ Ιωάν. 10-11). Όσο άφορα την σύναψη γάμου με¬ταξύ ενός ορθοδόξου και αιρετικής γυναίκας Η το αντίθετο δεν επιτρέπεται, επειδή δεν μπορούν να συζήσουν ό λύκος με το πρόβατο με την αποκτήσει μάλιστα και παιδιών (Εκκλησιαστικοί Κανόνες Νικόδημου Σακελλαρίε, Ρουμάνου).
Ενώ, εάν δύο σύζυγοι, πριν να γίνουν χριστιανοί, συνήψαν δεσμό με γάμο και εάν κατόπιν, ό ένας άπ’ αυτούς ασπασθεί την αλήθεια της ορθοδόξου πίστεως και ο άλλος παραμείνει στην απιστία του τότε να μη χωρίσουν διότι ο άπιστος άνδρας αγιάζεται από την πιστή γυναίκα του και Η άπιστη γυναίκα αγιάζεται και ωφελείται από τον πιστό άνδρα της (Α’ Κορ. 7,12-14) και 6η Οικουμενική . Σύνοδος Καν. 72).
005. Πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι ορθόδοξοι χριστιανοί ενώπιον των χριστιανών των άλλων ομολογιών;
Προς αυτούς, εάν δεν μας προκαλούν σε συζήτηση για την αλήθεια της πίστεως μας, πρέπει να τους συμπεριφερώμεθα με αγάπη και με ευσπλαχνία, να τους βοηθάμε στις ανάγκες των, κατά το παράδειγμα που μας έδωσε ό Σωτήρ μας Ιησούς Χριστός με τον καλό Σαμαρείτη (Λουκ. 10,37 και Ματθ. 7,12). Ενώ, εάν θελήσουν να αμφισβητήσουν και μας προκαλέσουν για την αγία μας πίστη ή την Ιερά Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, τότε «πρέπει να την υπερασπίσουμε με όλη μας την δύναμη και να πολεμήσουμε μέχρι θανάτου» (Αόρατος Πόλεμος, Αγίου Νικόδημου Αγιορείτου).
Επειδή πρέπει να αγαπούμε τον πλησίον μέσα στα πρέποντα όρια, ενώ τον Θεό άνευ ορών. Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι είναι καλό να αγαπούμε τον πλησίον και να αφήνουμε να καταπατείται από τους ξένους Η αληθινή πίστης του Χριστού, διότι αυτοί θέλουν να μας απομακρύνουν απ’ αυτή την πίστη και να μας διδάξουν την δική τους, την σκόλια και αιρετική. Πρέπει λοιπόν, κάθε ορθόδοξος Ιερεύς και κάθε πιστός της Εκκλησίας μας να είναι ένας καλός στρατιώτης του Χριστού με όλη την ευλάβεια, την γενναιότητα και την δύναμη της ευσέβειας για να προστατεύσει με τον λόγο και με τα γραπτά του, εάν μπορεί, την αλήθεια της ορθοδόξου πίστεως μας.
Δεν πρέπει να είναι πράος εκεί που δεν υπάρχει ανάγκη πραότητας, διότι άκουσε τι λέγει ο προφήτης: «Εκεί ό πραύς έστω μαχητής» (Ίωήλ 4,11). Το ίδιο μας διδάσκει και ο όσιος Ποιμήν ο Μέγας, λέγοντας: «Πρέπει να υπομένουμε οτιδήποτε ήθελε μας προκαλέσει κάποιος και τα μάτια να μας βγάλει και το δεξί χέρι να μας κόψη, ενώ, εάν κάποιος θέληση να μας απομακρύνει και μας χωρίσει από τον Θεό, τότε να οργιστούμε» (Γεροντικό). Και πάλι λέγει: «Την πρώτη φορά απομακρύνσου, την δεύτερη φορά και την τρίτη αγωνίσου εναντίον αυτού που θέλει να σε χωρίσει από την αληθινή πίστη».
006. Ποια είναι η ευαγγελική θέσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας απέναντι των απίστων, των ειδωλολατρών, που δεν πιστεύουν στον Χριστό και των άλλων χριστιανικών αιρέσεων και ομολογιών;
Η ευαγγελική θέσει της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας απέναντι όλων αυτών των θρησκευτικών αποχρώσεων φαίνεται ανωτέρω στις ερωτήσεις 4 και 5. Εδώ έχουμε να προσθέσουμε ακόμη αυτό μόνο, ότι Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας, έχουσα ύπ’ όψιν της την διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου που λέγει: «Παρακαλώ ούν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας, υπέρ πάντων ανθρώπων» (Α’ Τιμ. 2,1-2), διδάσκει να κάνουμε προσευχή για τους μνημονευθέντος ανωτέρω, αλλά μόνο με γενικό τρόπο, «ομαδικός», και όχι να τους μνημονεύουμε ονομαστικώς δεδομένου ότι αυτοί δεν έχουν κοινωνία με εμάς.
Ως παράδειγμα, όταν ακούμε στην Θεία Λειτουργία τον Ιερέα να λέγει: «Αποκάλυψη αυτοίς το Εύαγγέλιον της δικαιοσύνης, διδάξει αυτούς τον λόγον της αληθείας, ένωση αυτούς τη Αγία αυτού, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία..» η όταν λέγωμεν: «Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου…» και αλλά παρόμοια, τότε Η Αγία Εκκλησία μας προσεύχεται με συνοδικό τρόπο, για όλους γενικά, όπως είπαμε, τους ανθρώπους. Την συμπροσευχή με αυτούς τιμωρούν οι θείοι Κανόνες (Των Αποστόλων οι 9,10,45,64, Λαοδ. 6,7,33). Βλέπε και στον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης στην ερώτηση 47).
Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ενώπιον όλων των ανθρώπων παντός θρησκεύματος και ομολογίας, διαφυλάσσει και προβάλλει την διδασκαλία του Σωτήρος, επειδή πιστεύει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ο πλησίον μας (Ματθ. 22,39) και πάλι άλλου λέγει: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν Οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» (Ματθ. 7,12). Όσον άφορα για την πίστη των δεν μπορούμε να έχομε κοινωνία με αυτούς ούτε στην προσευχή, ούτε στα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας του Χριστού, μέχρις ότου έλθουν στην αληθινή πίστη (Καν. Άποστ. 10-11). Ενώ για τις αμαρτίες των δεν έχουμε λόγο να μισούμε αυτούς, αλλά τον διάβολο, ό οποίος τους έριξε στην πτώση όπως λέγει και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Αγάπησε τους αμαρτωλούς, αλλά μίσησε τα έργα των και μη τους καταφρονείς γι’ αυτά». Με άλλα λόγια να μισούμε την ασθένεια και όχι τον ασθενή.
Εάν είναι αιρετικοί οποιασδήποτε αιρέσεως δεν επιτρέπεται να προσευχώμεθα μαζί, ούτε να τρώγωμεν, ούτε στο σπίτι μας να τους δεχώμεθα για να μη κοινωνήσωμεν με τα κακά των έργα και τις αιρετικές των δοξασίες (Β’ Ιωάν. 1,10-11), Β’ Οικουμ. 5ος Κανών, Γ’ Οικουμ. 7ος και ΣΤ’ ό 1ος και ό 2ος).
007. Από απόψεως της πίστεως στον Θεό σε ποιες κατηγορίες διαιρούνται οι άνθρωποι επί της γης;
Διαιρούνται σε τρεις μεγάλες ομάδες:
Στους χριστιανούς, οι οποίοι πιστεύουν στον Θεό, στους ειδωλολάτρες, οι οποίοι δεν πιστεύουν στο Ευαγγέλιο του Χριστού, αλλά σε ορισμένους ανθρώπους θεωρούμενους ως θεούς, όπως τον Βράχμαν, τον Βούδα, τον Κομφούκιο, τον Μωάμεθ κ.λ.π, και στην τρίτη ομάδα των άθεων, οι οποίοι δεν πιστεύουν σε καμία θεότητα, αλλά μόνο στην ύλη.
Οι ειδωλολάτρες χωρίζονται και αυτοί σε τρεις μεγάλες ομάδες:
Στους μονοθεϊστές Εβραίους και Μωαμεθανούς, στους δυαλιστάς, οι οποίοι πιστεύουν σε δύο αρχές, στην αρχή του καλού και του κακού και στους πολυθεϊστές, οι οποίοι πιστεύουν σε πολλά είδωλα ή ψευδείς θεούς.
Οι Χριστιανοί χωρίζονται και αυτοί με την σειρά των σε τρεις μεγάλες ομολογίες και Εκκλησίες.
Στους ορθοδόξους, στους καθολικούς και στους προτεστάντες.
Από τον προτεσταντισμό σχηματίσθηκαν πάρα πολλές διακλαδώσεις όπως: Οι προτεστάντες της ομολογίας της Αυγούστης, οι Λουθηρανοί, οι Καλβινιστές, οι Αγγλικανοί, οι Μεθοδιστές οι Πρεσβυτεριανοί κ.λ.π.
Οι τελευταίες νεοπροτεσταντικές παραφυάδες απεσχίσθησαν από τους κόλπους, του προτεσταντισμού και λυμαίνονται επί ένα τώρα αιώνα τους χριστιανούς όλων των ορθοδόξων χωρών.
Αυτές είναι: Οι Βαπτιστές, οι Αντβεντιστές, οι Ευαγγελικοί, οι Πεντηκοστιανοί, οι Ιεχωβάδες κ.λ.π., και φθάνουν στις ημέρες μας μέχρι τις εκατό αιρέσεις, οι οποίες ξεσχίζουν τον χιτώνα του Χριστού και την ενότητα της Αποστολικής Εκκλησίας.
008. Ποιες είναι οι κατηγορίες των χριστιανών που έχουν την Χάρη της σωτηρίας;
Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας διδάσκει ότι Η χάρις προσφέρεται σ’ όλους τους ανθρώπους «Επεφάνη γαρ Η χάρις του Θεού Η σωτήριος πάσιν άνθρώποις» (Τίτ. 2′, 11), διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις έπίγνωσιν αληθείας έλθείν» (Α’ Τιμ. 2,4).
Αλλά Η χάρις δεν αναγκάζει κανέναν. Οι άνθρωποι έχουν την ελευθερία να την δεχθούν και να συνεργήσουν μαζί της ή να την απορρίψουν.
Όσοι την δέχονται σώζονται οι δε άλλοι όχι.
009. Πώς μπορούν να σωθούν οι χριστιανοί που δεν έχουν την αληθινή πίστη και βάσει ποίου νόμου θα κριθούν στο έσχατο Δικαστήριο;
Μόνο οι χριστιανοί που υπηρετούν τον Θεό με την αληθινή πίστη θα σωθούν, όπως λέγει το Άγιο Πνεύμα: «Εγγύς Κύριος πάση τοις επικαλουμένοις αυτόν, πάση τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία» (Ψαλμ. 144,18). Για τους ανθρώπους που δεν πίστευσαν στον αληθινό Θεό δεν μπορούμε να πούμε ότι σώζονται, διότι ο Απόστολος μας διδάσκει: «Εις Κύριος, μία πίστης και εν βάπτισμα» (Έφεσ.4,5 Α’ Κορ. 12,12). Και πάλι: «Και όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν ειρήνη έπ’ αυτούς και έλεος» (Γαλ. 6,16) και σε άλλο μέρος: «Εάν δε και αθλητής ου στεφανούται, εάν μη νομίμως άθληση» (Β’ Τιμ. 2,5).
Όσον άφορα τα κριτήρια με τα οποία θα κριθούν οι επί της γης άνθρωποι, μας λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσεις, ότι θα κριθούν βάσει τεσσάρων κριτηρίων: Οι ειδωλολάτρες βάσει του νόμου της συνειδήσεως των (Ρωμ. 2,14-15), οι Ιουδαίοι κατά τον νόμο του Μωϋσέως (Ρωμ. 2,12), οι χριστιανοί βάσει του Νόμου του Ευαγγελίου. (Ιωάν. 12,48 Ρωμ. 2,16 Ιακώβ 2,12).
Υπάρχει ακόμη και ένα τέταρτο κριτήριο, το οποίον άφορα όλους τους ανθρώπους και αυτό είναι ο νόμος των κτισμάτων του Θεού, ή όπως λέγουν οι Άγιοι Πατέρες ο φυσικός νόμος, που έχει δοθεί εξ αρχής στον άνθρωπο από τον Θεό, δηλαδή Η θεωρία των δημιουργημάτων του Θεού, κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο.
Γι` αυτό τον νόμο των κτισμάτων, ο οποίος είναι πάντοτε ορατός ενώπιον όλων των ανθρώπων, είπε ο Απόστολος Παύλος: «τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράτε, ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης εις το είναι αυτούς αναπολόγητους» (Ρωμ. 1,20). Γι` αυτόν τον νόμο, είπε και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσεις τα εξής: «Η δημιουργία του Θεού είναι σαν μια σάλπιγγα, Η οποία σαλπίζει εξ ουρανού στους ανθρώπους ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός και Πλάστης της». Αυτός ο νόμος θα ελέγξει όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν θέλησαν να γνωρίσουν τον Κτίστη του κόσμου.
010. Τι τύχη θα έχουν, βάσει του Ιερού Ευαγγελίου, οι λαοί που δεν θέλησαν να πιστεύσουν στην αλήθεια του Θεού;
Οι ειδωλολατρικοί λαοί στους οποίους κηρύχθηκε το Άγιο Ευαγγέλιο και δεν θέλησαν να πιστεύσουν στον Ιησού Χριστό και το Ευαγγέλιο Του, την Ημέρα της εσχάτης Κρίσεως θα τιμωρηθούν σκληρότερα απ’ ότι οι κάτοικοι Σοδόμων και Γομόρρας.
Αυτή την αλήθεια μας την φανερώνει ο ίδιος ο Σωτήρ μας Ιησούς Χριστός, όταν λέγει:
«Και ως εάν μη δέξηται υμάς μηδέ ακούσει τους λόγους υμών, εξερχόμενοι έξω της οικίας ή της πόλεως εκείνης εκτινάξατε τον κονιορτόν των ποδών υμών. Αμήν λέγω υμίν, ανεκτότερων εσταί γη Σοδόμων και Γομόρρας εν Ημέρα της κρίσεως ή τη πόλει εκείνη». (Ματθ. 10,14-15 Μάρκ. 6,11 Λουκ. 10,12 και Β’ Πέτρ. 2,9).
011. Ποιος είναι ο συντομότερος ορισμός της πίστεως και της ελπίδος;
Είναι η λέξη «Πιστεύω», η οποία σημαίνει ότι δέχεσαι και ομολογείς οτιδήποτε διδάσκει η Εκκλησία του Χριστού. Ενώ ο ορισμός της ελπίδος είναι: «Η προσμονή με εμπιστοσύνη των αγαθών επαγγελιών του Θεού».
012. Ποια αγαθά έργα αυξάνουν την πίστη μας στον Θεό; Η αμφιβολία για την πίστη είναι αμαρτία; Πώς μπορεί να απομακρυνθεί η αμφιβολία από την καρδιά του ανθρώπου;
Η πίστης αποκτάται, αυξάνει και ενισχύεται με τους πειρασμούς, με τις στενοχώριες και τα βάσανα (Α’ Πέτρου 1, 6-7 Ιακώβ•1,3) και δεύτερον με τον προσευχή (Μάρκ.9,24 και Λουκ.17, 15).
Η αμφιβολία της πίστεως είναι αμαρτία και συμβαίνει στον άνθρωπο από την ελάττωση της πίστεως του (Ματθ. 8, 26 14, 31 Λουκ. 8, 24-25 και Ιακώβ 1, 6).
Η αμφιβολία απομακρύνεται από την καρδιά του ανθρώπου με την πίστη, την προσευχή και την Παράδοση εξ ολοκλήρου του εαυτού μας στο θέλημα του Θεού (Ματθ. 26, 38-41).
Μερικές φορές Η αμφιβολία διώχνεται με κάποια ενέργεια του Θεού είτε για να μας λυτρώσει από την τυραννία των αμαρτιών μας είτε προπαντός για να μας ταπεινώσει και έτσι να ζητήσουμε περισσότερο την βοήθεια Του.
013. Η χριστιανική ελπίδα γεννάται από την πίστη ή από όλα τα αγαθά έργα;
Η χριστιανική ελπίδα γεννάται από την πίστη (Γαλ. 5,5 Έβρ.10,23). Επίσης γεννάται και από την υπομονή (Ρωμ. 5,4).
014. Πώς μπορούμε να αυξήσουμε στην καρδιά μας την ελπίδα της σωτηρίας;
Μπορούμε να την αυξήσουμε με την έμπρακτη πίστη, δηλαδή την πίστη που συνοδεύεται με τα έργα της αγάπης (Γαλ. 5,5-6 Α’ Θεσ. 1-3 Τίτ. 3,15 Φιλ. 1,5). Αυτή την πίστη την έχει όποιος εργάζεται με βία του εαυτού του σ’ όλη την ζωή του τα καλά έργα. Όποιος ελπίζει στην σωτηρία χωρίς την εκτέλεση των καλών έργων, κατά το δυνατόν, αυτός έχει μία ανόητη ελπίδα. «’Έλπισον επί Κύριον και ποίει χρηστότατα..» (Ψαλμ. 36,3)
015. Πώς κατανοείται ο λόγος της Αγίας Γραφής, που λέγει: «Επικατάρατος άνθρωπος, ός την ελπίδα έχει έπ’ άνθρωπον;» (Ίερμ.17,5).
Την ελπίδα μας πρέπει να την στηρίζουμε μόνο στον Θεό (ψαλμός . 2,12 5,11 και 117, 8-9) και όχι στον άνθρωπο (Ψαλμ. 145,3και Ησαΐου 2,22). Η ελπίδα του πιστού δεν πρέπει να στηρίζεται στο σώμα (στα σωματικά – πρόσκαιρα πράγματα), ούτε στους εαυτούς μας (Φιλ. 3,4 και Β’ Κορ. 1,9). Δεν πρέπει να ελπίζουμε στην δικαιοσύνη μας (Λουκ. 18,19). Ό άνθρωπος ομοιάζει με το χόρτο (ψαλμ.102,15), με άνθος του αγρού, με σκιά, με καλάμι που σαλεύετε από τον άνεμο, με ιστό αράχνης (Ησαΐου 36,6 Ιώβ 18,14). Επομένως είναι καταραμένος ο άνθρωπος που ελπίζει σε άνθρωπο, διότι ελπίζει στο μικρότερο κτίσμα του Θεού και αδύναμο και όχι στον Θεό των δυνάμεων. Όποιος ελπίζει στον Θεό αγαπάται υπό του Θεού (ψαλμ. 146,11), ενώ οποίος ελπίζει στον άνθρωπο, ελπίζει στην ματαιότητα, διότι για τον άνθρωπο «αι ημέραι μου ωσεί σκιά εκλήθησαν, καγώ ωσεί χόρτος εξηράνθην (ψαλμ. 101,12). Είναι καταραμένος ο άνθρωπος, όταν ελπίζει στα μάταια, τα φθαρτά και σε ανθρώπους που είναι δούλοι των παθών των. (Ιωαν. 8,34, Ρωμ. 1,24 3,9 7,5 14,23 Εφεσ. 2,3).
016. Τι είναι η απελπισία και ποιες είναι οι συνέπειές της στην ζωή τον ανθρώπων;
Απελπισία είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης στην αγαθοσύνη και ελεημοσύνη του Θεού. Αυτή είναι μία αμαρτία κατά του Αγίου Πνεύματος. Η απελπισία, κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, είναι η ενδέκατη βαθμίδα της κακίας. Οι συνέπειές της, οδηγούν τον άνθρωπο στην δωδέκατη βαθμίδα, που είναι η αυτοκτονία, όπως συνέβη με τον Ιούδα.
017. Γιατί μερικοί από τους ανθρώπους χάνουν την ελπίδα της σωτηρίας των και καταλήγουν στην αυτοκτονία;
Ο άνθρωπος φθάνει στην αυτοκτονία κυρίως λόγω της απιστίας, της υπερηφάνειας, της απολύτου εμπιστοσύνης στον εαυτό του και της στερήσεως ενός καλού Πνευματικού.
018. Πώς μπορούμε να αποφύγουμε την απελπισία και την αυτοκτονία; Τι μας διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες γι’ αυτή την περίπτωση; Επιτρέπεται να μνημονεύονται στις Ιερές ακολουθίες παρόμοια πρόσωπα;
Η απελπισία και η σκέψη της αυτοκτονίας θεραπεύονται με την επίμονη προσευχή (Ιακώβ 5,13 Ιούδα 20).
Οποιαδήποτε προσευχή που γίνεται με ζήλο επιφέρει «την απαλλαγή από την απελπισία και την ενίσχυση της ελπίδος».
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, (Λόγος 28).
Επίσης ο άνθρωπος θεραπεύεται από την απελπισία με την εξομολόγηση και την Θεία Κοινωνία.
Όσοι αυτοκτόνησαν δεν επιτρέπεται να μνημονεύονται με κανένα είδος προσευχής, ούτε στο σπίτι, ούτε στην Αγία Εκκλησία εκτός των περιπτώσεων, εκείνων που έπασχαν από παραφροσύνη η βαρείας μορφής κλονισμό των νεύρων των.
019. Τι είναι χριστιανική αγάπη, σε πόσα μέρη διαιρείται και πώς γεννάται στην καρδιά του ανθρώπου;
Η αγάπη, με την γενική έννοια, είναι ο πόθος του ανθρώπου για κάθε τι το καλό και ωραίο, για κάθε τι το επιθυμητό. Η χριστιανική αγάπη είναι η θεία δύναμης, που εκχύνεται στην καρδιά του άνθρωπου με το Μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος, με το οποίο ανάβει ο θερμός και καθαρός πόθος για τον Θεό, το αγαθό η οτιδήποτε άξιο τιμής και επιθυμεί με όλες τις δυνάμεις της (η καρδιά του ανθρώπου) την ένωση μ’ Αυτόν και την πραγματοποίηση του θελήματος Του, θυσιάζοντας εν ώρα ανάγκης οποιοδήποτε ανθρώπινο αγαθό.
Η θεία αγάπη χωρίζεται σε δύο μέρη και συγκεκριμένα:
Στην αγάπη, που κερδίζεται με την εκτέλεση όλων των καλών έργων και προπαντός με την καθαρά καρδιακή προσευχή και δεύτερον στην αγάπη που εκφράζεται με τις άκτιστες θείες ενέργειες, οι όποιες είναι δώρο του Ουρανού.
(Ηθική Θεολογία π. Δημήτρη. Στανιλοάε).
020. Ποια αγαθά έργα αυξάνουν την χριστιανική αγάπη στον άνθρωπο και ποιες αμαρτίες περισσότερο την ελαττώνουν;
Όλα τα καλά έργα βοηθούν τον άνθρωπο να αποκτήσει την θεία αγάπη, αλλά περισσότερο από όλα η καθαρά προσευχή. Διότι με αυτή «κράζοντας ο άνθρωπος προς τον Θεό, εξέρχεται έξω από το είναι του (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής).
Το μεγαλύτερο αμάρτημα είναι η χαλάρωση και εκδίωξη από την καρδιά μας της θείας αγάπης.
Είναι κακία, που ισοδυναμεί με την αυτοκτονία του άνθρωπου (Πράξ. 27,41 Α’ Ιωάν. 3,15 και 4,20).