Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Το θαύμα της Ορθοδοξίας

ΤΡΙΑΝΤΑ μίλια μακριά από τις Αιγαιές, πόλη της Κιλικίας, ησύχαζαν δύο στυλίτες. Ό ένας απ' αυτούς ήταν ορθόδοξος, ενώ ο άλλος άνηκε στην αίρεση του Σεβήρου. 'Ασκήτευαν σε απόσταση έξι μιλίων ο ένας από τον άλλο.
Ο αιρετικός κατηγορούσε την ορθόδοξη 'Εκκλησία και προσπαθούσε με διάφορα επιχειρήματα νά παρασύρει στην αίρεσή του και τον ορθόδοξο. 'Εκείνος τότε, θέλοντας νά τον πληροφορήσει για το ποια είναι ή ορθή πίστη, του μήνυσε νά του στείλει μία μερίδα της δικής του κοινωνίας.
Ο αιρετικός, νομίζοντας πώς θα δεχόταν ο ορθόδοξος την πλάνη του, έστειλε με χαρά τη μερίδα. "Έβαλε τότε ο ορθόδοξος ένα καζάνι νά βράζει κι έριξε μέσα τη μερίδα του αιρετικού. 'Αμέσως αυτή διαλύθηκε στο καυτό νερό του καζανιού.
Ύστερα πήρε μία μερίδα από την άγία Κοινωνία της ορθόδοξης 'Εκκλησίας και την έριξε κι αυτή ατό ίδιο καζάνι πού κόχλαζε. την ίδια στιγμή το καζάνι κρύωσε, ενώ ή άγία μερίδα όχι μόνο δεν διαλύθηκε, μα ούτε καν βράχηκε!
Η νίκη του Χριστού.
ΚΑΠΟΙΟΣ μάγος έκανε ψευτοθαύματα με τη βοήθεια του διαβόλου, για νά πλανεύει τους χριστιανούς και νά τούς παίρνει με το μέρος του.
Ανάμεσα στις άλλες θαυματουργίες του έκανε και τούτη: 'Έμπαινε στη φωτιά για πολλή ώρα. 'Ύστερα ζητούσε τη βοήθεια του δαίμονα, πού έσβηνε τη φωτιά κι έτσι ο μάγος παρέμενε άβλαβής.
'Όταν ο τοπικός επίσκοπος πληροφορήθηκε το περιστατικό, πήρε το άγιο αρτοφόριο με το δεσποτικό Σώμα και πλησίασε στη φωτιά. Αμέσως πρότεινε στο μάγο νά δεθεί με αλυσίδα και νά πέσει μέσα στη φωτιά, για νά δει κι αυτός τη θαυμαστή του διάσωση.
Ό μάγος δέχτηκε νά τον δέσουν και νά τον ρίξουν ατή φωτιά, νομίζοντας πώς κι εκείνη τη φορά, όπως τόσες άλλες, θα γινόταν το θαύμα. Μόλις όμως βρέθηκε τυλιγμένος στις φλόγες, άρχισε νά καίγεται και νά φωνάζει δυνατά:
Βοήθησέ με δαίμονα, γιατί θα με καταφάει ή φωτιά! Άκουσαν όλοι τότε μία απαίσια φωνή:
Πολλές φορές σε βοήθησα. Τώρα. όμως δεν μπορώ, γιατί στέκεται πλάι σου ο ισχυρότερός μου. Έτσι λοιπόν ο μάγος έγινε στάχτη.


Σαρανταλείτουργο «υπέρ υγείας».

ΚΑΠΟΙΟΣ άρχοντας από τη Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει ατό θάνατο, κάλεσε τη γυναίκα του για νά της εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες:
Την περιουσία μου νά τη μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους νά τούς ελευθερώσεις.
Αλλά στους ιερείς δεν θέλω νά δώσεις χρήματα για λειτουργίες.
Σ' αύτή του τη μεγάλη θλίψη ο ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή του άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά ατή Νικομήδεια, και αμέσως - ω του θαύματος! - έγινε καλά.
Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο.
Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας το Θεό για το μεγάλο θαύμα.
Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποία ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε Εκείνος.
Ο όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τι είχε λεχθεί ατή διάρκεια της αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για τη σωτηρία της ψυχής σου; Όχι, γέροντα.
Τι θα είχα νά ωφεληθώ αν τους άφηνα κάτι; δεν θα πήγαινε χαμένο; Μην το λες αυτό. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις εν ύμίν;»
Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ' αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν το ονόματι του Κυρίου.
Και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα και εγείρει αυτόν ο Κύριος καν αμαρτίας ή πεποιηκώς αφεθήσεται αυτώ».
Νά λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη.
Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό για λειτουργίες, και θα λάβεις από το Θεό την πρέπουσα πληροφορία. 'Έτσι κι έκανε.
'Έδωσε χρήματα σ' έναν ιερέα για νά του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στο σπίτι του.
Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν' ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και νά μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά.
Κύριοί μου, φώναξε έκπληκτος ο άρχοντας πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μας έστειλε εκείνος, για νά σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησία. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Νά, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για νά ενωθεί ο Χριστός μαζί σου και νά κατοικήσει στην καρδιά σου.
'Ύστερα απ' αυτά, ο άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για νά γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν ν' ανεβάσουν την ψυχή τού άνθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.


«Βοήθεια των αβοήθητων»
ΤΟ ΠΟΣΟ μπορεί νά βοηθήσει ή θεία λειτουργία τούς χριστιανούς, πού μνημονεύονται αυτήν, φαίνεται και από τ' ακόλουθα περιστατικά, πού διηγείται ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος, πάπας Ρώμης (590-604):
Ζούσε κάποτε ένας αιχμάλωτος μακριά από τούς δικούς του και δεμένος με βαριές αλυσίδες.
Η γυναίκα του συνήθιζε σε τακτές μέρες νά τελεί για χάρη του τη θεία λειτουργία.
Μετά από χρόνια ο αιχμάλωτος επέστρεψε στην πατρίδα του.
Ανέφερε τότε στη γυναίκα του, πώς ορισμένες μέρες οι αλυσίδες του λύνονταν αόρατα και παράδοξα, κι έτσι ανακουφιζόταν λιγάκι.
Κατάπληκτη εκείνη, διαπίστωσε πώς αυτό συνέβαινε τις μέρες ακριβώς πού γινόταν για τη σωτηρία του ή θεία λειτουργία.
Ένας ναύτης ταξίδευε μαζί με τον επίσκοπο Πανόρμου Αγάθωνα για τη Ρώμη.
Στη διάρκεια τού ταξιδιού ο ναύτης βρισκόταν μέσα σε μία βάρκα, πού ήταν δεμένη με σχοινί στο πίσω μέρος του πλοίου.
Κάποια στιγμή από την τρικυμία κόπηκε το σχοινί και ή σάρκα εξαφανίστηκε. Το πλοίο ξέπεσε σ' ένα νησί, την Ούστισα.
Εκεί ο επίσκοπος περίμενε τρεις μέρες μήπως φανεί ή σάρκα με το ναύτη. Τέλος, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο ναύτης πνίγηκε.
'Έδωσε λοιπόν εντολή νά γίνει θεία λειτουργία για την ανάπαυση της ψυχής του.
'Όταν ο επίσκοπος έφτασε στην 'Ιταλία, εκεί, στην πόλη του Πόρτου, συνάντησε απροσδόκητα το ναύτη. 'Η χαρά του ήταν απερίγραπτη.
Πώς γλίτωσες από το ναυάγιο; τον ρώτησε με φιλόστοργη περιέργεια.
Για πολλή ώρα, άγιε δέσποτα, πάλευα με τ' άγρια κύματα.
Ή σάρκα γέμισε νερά και αναποδογύρισε πολλές φορές. . Από την προσπάθεια νά συγκρατηθώ επάνω της, τελικά εξαντλήθηκα και κάποια στιγμή λιποθύμησα.
Τότε, κι ενώ ούτε ξύπνιος ήμουν ούτε κοιμισμένος, εμφανίζεται μπροστά μου, μες στο πέλαγος, κάποιος, πού μου πρόσφερε ψωμί.
'Έφαγα και δυνάμωσα. Σε λίγο πέρασε ένα πλοίο, που με παρέλαβε και μ' έβγαλε σώο σε κάποια ακτή.
Μήπως θυμάσαι ποια μέρα εμφανίστηκε εκείνος ο άγνωστος, πού σου πρόσφερε ψωμί; ρώτησε ο επίσκοπος.
Ή απάντηση του ναύτη τον γέμισε έκπληξη. Ήταν ή μέρα πού τέλεσε για χάρη του τη θεία λειτουργία στην Ούστίβα!!


'Η ανακούφιση του φυλακισμένου

ΠΑΡΟΜΟΙΟ με τα προηγούμενα, περιστατικό διηγήθηκε κάποτε ο άγιος 'Ιωάννης ο 'Ελεήμων, πατριάρχης' Αλεξανδρείας (610-619) στους κληρικούς του, για νά τούς αποδείξει πόσο πολύ ωφελούν οι λειτουργίες:
Ένας νέος από την Κύπρο, συμπατριώτης του άγίου, οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Περσία και κλείστηκε σε μία φυλακή, πού ονομάζονταν Λήθη.
Υπήρχε αυστηρός περσικός νόμος νά μη βγαίνουν ποτέ ζωντανοί όσοι φυλακίζονταν εκεί.
Κάποτε όμως μερικοί κατάφεραν νά δραπετεύσουν. Αυτοί πληροφόρησάν λάθος τούς συγγενείς του νέου ότι πέθανε μέσα στη φυλακή.
Ύστερα άπ' αυτό οι γονείς του πήγαιναν τρεις φορές το χρόνο πρόσφορα στην εκκλησία για την ανάπαυση της ψυχής του, πιστεύοντας πως ειναι νεκρός.
Πέρασαν τέσσερα χρόνια. μία μέρα ο νέος κατάφερε νά δραπετεύσει και νά γυρίσει στην πατρίδα του. 'Η έκπληξη και ή χαρά των γονιών του ήταν απερίγραπτη, γιατί δεν τον υποδέχθηκαν σαν δραπέτη από τη φυλακή, άλλά σαν νεκραναστημένο.
Ύστερα του διηγήθηκαν πώς, για την ανάπαυση της ψυχής του, μνημόνευαν ιδιαίτερα το όνομά του στις λειτουργίες των Φώτων, του Πάσχα και της Πεντηκοστής.
Τότε ο νέος τούς διαβεβαίωσε συγκινημένος ότι τις μέρες εκείνες εμφανιζόταν κάποιος λαμπροφόρος, πού τον ελευθέρωνε για λίγο από τις αλυσίδες.


Σημεία θαυμαστά

Ο ΟΣΙΟΣ Θεόδωρος ο Συκεώτης (6ος-7ος αι) καταγόταν από το χωριό Συκεών της Αναστασιουπόλεως
της μεγαλύτερης επαρχίας της" Άγκυρας.
Ήταν νόθος γιος πόρνης, αλλ` αυτό όμως δεν εμπόδισε το Θεό νά τον αναδείξει σε σκεύος εκλογής Του και τίμιο αρχιερέα.
Τελικά, ο Φιλήσυχος Θεόδωρος εγκατέλειψε την επισκοπή και επιδόθηκε απερίσπαστος στην αγαπημένη του άσκηση και ησυχία.
Κάποτε πέρασε από το κελί του ένας κατάδικος, ο Γεώργιος, με τούς φρουρούς του, για νά πάρουν την ευχή του.
Οι στρατιώτες παρακάλεσαν τον όσιο νά συμβουλεύσει το Γεώργιο.
Πραγματικά, ο όσιος τον νουθέτησε, κι εκείνος, κατανυγμένος, ζήτησε νά μεταλάβει.
Λύστε τον, παιδιά μου, από τα δεσμά για να τον κοινωνήσω, παρακάλεσε τούς φρουρούς ο όσιος.
δεν τολμάμε, γέροντα, γιατί είναι δυνατός.
Κι αν θελήσει νά κάνει καμιά τρέλα δεν θα μπορέσουμε νά τον σταματήσουμε, δικαιολογήθηκαν εκείνοι.
Τότε ο θεοφόρος Θεόδωρος πήρε στα χέρια του το άγιο ποτήρια, σήκωσε τα μάτια του ψηλά και αναστέναξε.
την ίδια στιγμή οι αλυσίδες λύθηκαν κι έπεσαν κάτω με θόρυβο.
ΟΙ στρατιώτες τρόμαξαν κι έτρεξαν ν' ασφαλίσουν τις πόρτες.
Μην τον φοβάστε, τούς καθησύχασε ο όσιος. Γνωρίζω τη σύνεσή του. δεν θα κάνει καμιά απερισκεψία.
'Έτσι λοιπόν κοινώνησε τον κατάδικο, κι ύστερα έβαλε σ' όλους νά φάνε.
Μετά το φαγητό, οι φρουροί του πέρασαν πάλι τις αλυσίδες και συνέχισαν το δρόμο τους.


Νίκη κατά των δαιμόνων

Η ΕΡΗΜΟΣ δεν είναι μόνο καταφύγιο των φιλήσυχων μοναχών. Είναι και τόπος εξορίας των δαιμόνων, πού στήνουν στους αγωνιστές του Χριστού τις πιο φοβερές παγίδες.
Η τοποθεσία Μελανά ήταν ο τόπος όπου ασκήθηκε ο όσιος 'Αθανάσιος ο 'Αθωνίτης .
Ο διάβολος αγωνίστηκε μεθοδικά για νά τον εκτοπίσει από κει, αλλά δεν τα κατάφερε.
Έτσι ο όσιος ετοιμαζόταν για την οικοδομή του μοναστικού συγκροτήματος της Μεγίστης Λαύρας.
Όταν όμως άρχισε ή οικοδομή, ότι έχτιζαν οι οικοδόμοι τη μέρα, το γκρέμιζαν οι δαίμονες τη νύχτα.
Εμφανίζεται τότε ή Κυρία Θεοτόκος στον όσιο Αθανάσιο και του λέει: Για νά προχωρήσει το έργο, πρέπει νά χτίσεις σε μία μέρα ένα ναϋδριο, κι εκει νά τελεστεί την ίδια μέρα θεία λειτουργία.
Πραγματικά, μέσα σε μία μέρα χτίστηκε και λειτουργήθηκε ένας ναός αφιερωμένος στους άγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό.
Κι ήταν τόσο μικρός, πού μόλις χωρούσαν ο λειτουργός στο Ιερό και τέσσερα-πέντε άτομα στον υπόλοιπο χώρο.
Έτσι λοιπόν, με τη χάρη της θείας λειτουργίας, έφυγαν οι δαίμονες και προχώρησε ή οικοδομή της Λαύρας.


Ή τιμωρία του Τούρκου

ΜΙΑ νέα Οσιακή μορφή από τα Φάρασα της Καππαδοκίας, γνωστή στην πατρίδα του με την προσωνυμία «Χατζεφεντής», είναι ο όσιος 'Αρσένιος ο Καππαδόκης (1840-1924).Οι Φαρασιώτες διηγούνται πολλά θαυμαστά γεγονότα, πού σχετίζονται με τον όσιο.
Κάποτε στα Φάρασα, τη μέρα της Αναστάσεως, μπήκε ένας Τούρκος λήσταρχος στην εκκλησία, την ώρα πού τελούσε ο όσιος τη θεία λειτουργία.
Μόλις είδε τον Τούρκο αρματωμένο και αδιάντροπο μέσα στο ναό, τον ειδοποίησε νά φύγει αμέσως.
'Εκείνος όμως δεν έδωσε σημασία. Ό όσιος συνέχισε ατάραχος τη θεία λειτουργία.
Όταν βγήκε για τη μεγάλη είσοδο, τον είδε ο Τούρκος νά μην πατάει στη γη, αλλά νά περπατάει στον αέρα.
Βλέποντας αυτό το θαύμα, άρχισε νά τρέμει.
'Έκανε νά φύγει, μα δεν μπορούσε, γιατί ένιωθε δεμένος μ' ένα αόρατο σχοινί ο όσιος, αφού μπήκε με τα Άγια στο ιερό, έκανε νόημα στον Τούρκο νά φύγει.
Πραγματικά, την ώρα εκείνη ο λήσταρχος ένιωσε λυμένος. Τρέμοντας ολόκληρος βγήκε έξω κι έπεσε κάτω σαν νεκρός.
'Όταν τελείωσε ή λειτουργία, βγήκε ο λειτουργός από το ναό, πλησίασε τον τούρκο, τον σήκωσε, κι έτσι εκείνος μπόρεσε νά στηριχθεί στα πόδια του.
'Ύστερα του έκανε αυστηρή παρατήρηση, του έδωσε πέντε γρόσια και τον άφησε νά φύγει υγιή, άλλά κατατρομαγμένο.


Ή άξία της προσκομιδής

Η ΘΕΙΑ χάρη, πού αναβλύζει από την αναίμακτη θυσία, προσφέρεται όχι μόνο στους ζωντανούς, αλλά και στους νεκρούς.
Γι' αυτό οι λειτουργοί δεν παύουν νά δέονται όχι μόνο «υπέρ υγείας»,
άλλά και «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού».
Όσο περισσότερη είναι ή πίστη και ή αγάπη των ιερέων, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κατάλογος των ονομάτων, πού μνημονεύουν στην προσκομιδή
Ό παπα-Σάββας ο πνευματικός, μία όσιακή αθωνίτικη μορφή (1821-1908), φαινόταν, με το μικροσκοπικό του σώμα ένας άσημος καλόγερος.
Όταν όμως λειτουργούσε, φαινόταν μεγαλοπρεπής και το πρόσωπό του έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου.
Στην προσκομιδή, μνημόνευε ονόματα «Ων ουκ εστίν αριθμός».
Χρησιμοποιούσε ένα πολύ μεγάλο δισκάριο, και για δύο-τρεις ώρες έβγαζε μερίδες και μνημόνευε ακατάπαυστα.
Άγιε πνευματικέ, πολύ κουράζεσαι με τόσα ονόματα, του έλεγαν από αγάπη μερικοί πατέρες.
δεν κουράζομαι, απαντούσε εκείνος. 'Αντίθετα, αισθάνομαι μεγάλη χαρά. Ωφελούνται πολύ οι μνημονευόμενοι. Ή ωφέλεια τους εΙναι χαρά μου.
Νέος ακόμα ιερέας ο παπα-Σάββας δέχτηκε κάποια αποκάλυψη, με την όποία ο Θεός του φανέρωσε τη μεγάλη ωφέλεια πού αποκομίζουν οι ψυχές από τη μνημόνευση. την κατέγραψε, λίγο πριν την κοίμησή του, σαν απάντηση σε εκείνους πού τον ρωτούσαν για ποίο λόγο μνημόνευε καθημερινά τόσα ονόματα.
Το 1843, έγραφε, μου έδωσαν αρκετά ονόματα, για νά κάνω σαρανταλείτουργο. τη μέρα πού θα τελούσα την τελευταία λειτουργία, περιμένοντας το γέροντά μου νά πάρω καιρό, αποκοιμήθηκα ακουμπώντας στο αναλόγιο και είδα το έξης αποκαλυπτικό όνειρο:
Ήμουν φορεμένος την ιερατική στολή και στεκόμουν μπροστά στην άγία τράπεζα, πάνω στην όποία βρισκόταν ο άγιος δίσκος της λειτουργίας, γεμάτος με το Αίμα του Χριστού.
Βλέπω τότε άγγελο Κυρίου με μορφή ιερέως νά παίρνει το χαρτί με τα ονόματα από την προσκομιδή και νά πλησιάζει στην άγία τράπεζα. Έκει, αφού έβαλε το χαρτί κοντά στον άγιο δίσκο, βουτάει τη λαβίδα στο Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα όνομα, και πάλι βουτάει και σβήνει, μέχρι πού τελείωσαν όλα τα ονόματα και καθάρισε το χαρτί.
Μετά τη θεία λειτουργία ανέφερα το όνειρο στο γεροντα μου κι εκείνος μου είπε:
Εσύ δεν είσαι άξιος για νά συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων, πού μνημόνευσες. με την πίστη έλαβαν την άφεση των αμαρτιών τους.
Αυτό το όνειρο είναι ή αιτία πού μνημονεύω τα , ονόματα όλων" .


Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»

Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή νά σόι κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.
'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή.
το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. 'Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα εΙναι ο παράδεισος!", μονολόγησε. ""Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!"
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;
Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
'Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.
ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.


Ή ακαταμάχητη δύναμη

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος ( 1985) υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας στην ' Αλβανία, κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο του' 40. οι μαρτυρίες πού ακολουθούν είναι από το προσωπικό του ημερολόγιο και από προφορικές διηγήσεις του. Αποδεικνύουν, πώς ή θεία Κοινωνία ήταν μεγάλη δύναμη, πού θωράκιζε τούς 'Έλληνες αγωνιστές στο μέτωπο.
…..9 Μαρτίου 1940. Ήμέρα Κυριακή. Κυριακή της 'Ορθοδοξίας και μνήμη των άγίων Σαράντα.
στο μέτωπο της Αλβανίας είναι παρών ο ίδιος ο Μουσολίνι και κατευθύνει προσωπικά την περίφημη εαρινή επίθεση.
Νιώθω μία ψυχική αγαλλίαση, συνδυασμένη με έντονη νευρικότητα.
Ενώ δηλαδή νωρίς το πρωί ετοιμαζόμασταν για νά τελέσουμε στο σπίτι πού μέναμε τη θεία λειτουργία, ξαφνικά άρχισε καταιγισμός πυρός από όλμους του αντίπαλου πυροβολικού.
Παππούλη μου, μου λέει δ διοικητής, πώς να κάνουμε σήμερα λειτουργία;
Σήμερα ακριβώς επιβάλλεται νά λειτουργήσουμε, απάντησα εγώ, για νά μπούμε κάτω από την προστασία του Θεού.
Ό διοικητής τελικά υποχώρησε, κι έτσι απολαύσαμε τη θεία μυσταγωγία με μία ωραία χορωδία
από τούς στρατιώτες, ενώ ο γύρω χώρος είχε μεταβληθεί σε κόλαση φωτιάς.
Στη λειτουργία αυτή ζήσαμε τη θαυμαστή παρουσία του Χριστού.
Δυο φορές στη διάρκειά της οβίδες πυροβολικού έγλειψαν την άκρη του τοίχου του σπιτιού μας,
έπεσαν στον απέναντι χώρο και βυθίστηκαν στο χώμα χωρίς νά εκραγούν.
Αν έσκαζαν, θα σκοτωνόμασταν όλοι μέσα στο σπίτι... Τη μέρα αυτή κοινώνησαν ο υποδιοικητής, ο υπασπιστής και πολλοί στρατιώτες του συντάγματος.
Τελειώνοντας όμως τη λειτουργία, ένα θλιβερό γεγονός ήρθε νά μας δώσει ένα καλό μάθημα.
Μερικοί στρατιώτες, αντί νά έρθουν νά λειτουργηθούν, προτίμησαν νά προφυλαχθούν μέσα σ' ένα υπόγειο χαράκωμα.
Κι ενώ ο τόπος αυλακωνόταν από τις οβίδες, μία άπ' αυτές έπεσε μέσα στο χαράκωμα, σκότωσε τέσσερις άνδρες και τραυμάτισε άλλους τρεις. Ο ένας μάλιστα βρέθηκε αποκεφαλισμένος...
Την Κυριακή, στις 30 Μαρτίου του '41, ξεκίνησα πολύ πρωί για το πρώτο τάγμα, όπου λειτούργησα και κήρυξα.
Κοινώνησαν γύρω στους πεντακόσιους άνδρες. το χέρι μου πιάστηκε και πονούσε φοβερά από τη συνεχή μετάδοση της θείας Κοινωνίας. .
Άλλοτε πάλι αναγκάστηκα νά λειτουργήσω γονατιστός σε αντίσκηνο, γιατί έξω έβρεχε συνεχώς.
Οι στρατιώτες παρακολούθησαν τη θεία λειτουργία μέσα Στη βροχή, και στο τέλος κοινώνησαν τα άχραντα Μυστήρια.
Τι συγκινητικό θέαμα!
Μέσα στ' άγρια βουνά, και με βροχή, νά προσέρχονται οι στρατιώτες, για νά ενωθούν με τον Σωτήρα Χριστό.
 

Ή θεία λειτουργία και τα σύκα

ΟΤΑΝ ο π. Βενέδικτος Πετράκης (1961) ήταν ιεροκήρυκας στα Γιάννενα, πήγε ένα κυριακάτικο πρωινό νά λειτουργήσει και νά κηρύξει σε κάποια εκκλησία της πόλης.
'Έξω από το ναό είδε έναν άνθρωπο, πού πουλούσε με το καροτσάκι του σύκα.
Σκέπασέ το, ευλογημένε, του λέει, κι έλα μέσα στην εκκλησία νά λειτουργηθείς.
Μετά τη λειτουργία θα τα πουλήσεις όλα.
Παππούλη μου, αποκρίθηκε εκείνος με ύφος θρασύ, εσύ στη δουλειά σου κι εγώ ατή δουλειά μου!
'Έ, καλά... Τότε νά ξέρεις πώς, μέχρι νά τελειώσει ή λειτουργία, όλα θα σκουληκιάσουν, του λέει προφητικά ο γέροντας. Και πράγματι, όλα σκουλήκιασαν και τα πέταξε!
'Όταν μετά τη λειτουργία ο π. Βενέδικτος έβγαινε από την εκκλησία, έτρεξε μετανοημένος και του ζήτησε συγχώρηση.



Ό μέθυσος ιερέας

ΖΕΙ ακόμα ο επίσκοπος πού διηγήθηκε τούτη την ιστορία.
Είναι αληθινή ιστορία κι έχει βαθύ νόημα, γιατί αναφέρεται στην προσευχή των ζώντων για τούς τεθνεώτες.
Οι προσευχές αυτές πάντοτε εισακούονται, μα πιο πολύ την ώρα της θείας λειτουργίας.
0 επίσκοπος πού αναφέραμε είχε στην περιοχή του έναν ιερέα, τον παπα-Γιάννη, ευλαβικό και σ' όλους αγαπητό.
Μάλιστα στην άγία πρόθεση αργούσε λίγο, γιατί διάβαζε πολλά ονόματα.
Είχε όμως ένα φοβερό ελάττωμα' του άρεσε το κρασί. .
Όσο καλός ήταν στα καθήκοντά του, τόση αδυναμία είχε στο πιοτό.
Πολλοί του έλεγαν νά κόψει αυτό το πάθος, το τόσο αταίριαστο σε λειτουργό του Θεού.
Το καταλάβαινε κι ο ίδιος, έκλαιγε με παράπονο, έκανε μερικές προσπάθειες, άλλά σε λίγες μέρες άρχιζε πάλι τα ίδια.
Μία μέρα πού είχε πάλι υποκύψει ατό πάθος του, πήγε στην εκκλησία και, όπως ήταν μισοζαλισμένος, έβαλε «Ευλογητός» κι άρχισε τη θεία λειτουργία.
Παραχώρησε όμως ο Θεός και κάποια στιγμή παραπάτησε μέσα ατό ιερό, όπότε του έπεσαν από τα χέρια τα τίμια Δώρα.
Πάγωσε άπ' το φόρο του. 'Έπεσε κάτω κλαίγοντας κι άρχισε νά μαζεύει με τη γλώσσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
'Ένιωθε την ενοχή νά τον πνίγει, γιατί το έπαθε επειδή ήταν ζαλισμένος από το κρασί.
Πήγε στον επίσκοπο κι εξομολογήθηκε το φρικτό του αμάρτημα.
Κι εκείνος την άλλη μέρα, ύστερα από πολλή περίσκεψη, κάθισε στο γραφείο του και πήρε την πέννα στο χέρι.
Έπρεπε νά κινήσει τη διαδικασία για την καθαίρεση του παπα-Γιάννη, άλλά...
Εκεί πού το χέρι του επισκόπου στεκόταν διστακτικό, βλέπει ξαφνικά σαν σε όραμα νά βγαίνουν μέσ' από τον τοίχο του δωματίου χιλιάδες άνθρωποι.
Είχαν μάτια πονεμένα και περνούσαν μπροστά του φωνάζοντας:
'Όχι, Δέσποτα, Μην τιμωρείς τον παπά, Μην τον καθαιρέσεις, συγχώρεσέ τον!
Περνούσαν αμέτρητες στρατιές ανθρώπων, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, καλοντυμένοι
Τι φτωχοντυμένοι, αληθινό συλλαλητήριο ψυχών.
Κι όλοι χειρονομούσαν προς το μέρος του, φώναζαν και παρακαλούσαν επίμονα:όχι, Σεβασμιότατε.
Μην το κάνεις αυτό, μη διώξεις τον παπά μας!
Αυτός μας θυμάται και μας βοηθάει σε κάθε λειτουργία, μας λυπάται αληθινά, είναι φίλος μας!
Μην τον καθαιρέσεις! μη! μη! μη!...
Κράτησε αρκετή ώρα αύτή ή οπτασία. .0 επίσκοπος, έκπληκτος, παρακολουθούσε αύτή την ανθρωποθάλασσα νά φωνάζει και νά ικετεύει για τον μέθυσο ιερέα. Κατάλαβε πώς ήταν οι ψυχές των νεκρών πού μνημόνευε ο παπα-Γιάννης όταν λειτουργούσε.
Κι αύτή ή μνημόνευση τούς ανακούφιζε πολύ, όσο το νερό τον διψασμένο στην καλοκαιριάτικη ζέστη.
"Νά ή χειροπιαστή απόδειξη", σκέφτηκε, "πώς οι προσευχές μας αναπαύουν τις ψυχές των νεκρών".
Ύστερα έστειλε και κάλεσε τον ιερέα. δεν μου λες, παπα-Γιάννη, μνημονεύεις πολλά ονόματα
την άγία πρόθεση όταν λειτουργείς; Εκατοντάδες, Σεβασμιότατε. δεν τα έχω μετρήσει.
Γιατί το κάνεις αυτό και καθυστερείς τη λειτουργία; τον μάλωσε τάχα ο επίσκοπος.
Λυπάμαι πολύ τούς πεθαμένους, γιατί δεν έχουν από αλλού βοήθεια, παρά μόνο από τις ευχές τις εκκλησίας.
Γι' αυτό παρακαλώ τον "Ύψιστο νά τούς αναπαύσει.
Έχω ένα βιβλίο και γράφω μέσα όλα τα ονόματα πού μου δίνουν για μνημόνευση. Αύτή την τάξη παρέλαβα από τον πατέρα μου, πού, ήταν επίσης παπάς.
Καλά κάνεις, συμφώνησε ο επίσκοπος, έχουν ανάγκη οι ψυχές.
Συνέχισε νά κρατάς την τάξη αύτή. Πρόσεξε μόνο νά μην ξαναμεθύσεις.
Από σήμερα δεν θα ξαναβάλεις κρασί ατό στόμα σου. Αυτός είναι ο κανόνας πού σου δίνω. Είσαι συγχωρημένος.
Πραγματικά, ο παπα-Γιάννης ελευθερώθηκε οριστικά από το πάθος του πιοτού.
Μόνο πού στέκει στην προσκομιδή περισσότερο τώρα, μνημονεύοντας τα ονόματα των «τεθνεώτων».




http://www.psathades.gr/bibliothiki/Paterikon/ThaumataKaiApokalipseis.htm