Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Πατερικό των Σπηλαίων του Κιέβου

Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων Της Κίεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας. Η ΛΑΥΡΑ των Σπηλαίων του Κιέβου (Κίεβο-Πετσέρσκαγια ή απλώς Πετσέρσκαγια Λαύρα) βρίσκεται στο νότιο άκρο του Κιέβου, πάνω σε δυο λοφίσκους της δεξιάς όχθης του Δνείπερου πόταμου. Τον 11ο αιώνα, ο τόπος αυτός ήταν καλυμμένος με πυκνά δάση. Πρώτος ασκητής της περιοχής ήταν ο πρεσβύτερος Ιλαρίων, που έσκαψε εδώ ένα σπήλαιο και επιδόθηκε στη νηστεία και την προσευχή. Το 1051 ο Ιλαρίων γίνεται μητροπολίτης Κιέβου και το σπήλαιο του μένει έρημο. Τότε έρχεται και κατοικεί σ’ αυτό ο όσιος Αντώνιος ο Αθωνίτης, ο πατέρας και θεμελιωτής του ρώσικου μοναχισμού. Μέσ’ από τις σελίδες του «Πατερικού» θα γνωρίσουμε τις συνθήκες και τα περιστατικά που συνδέονται με την ίδρυση της Λαύρας στον τόπο που ασκήτεψε ο όσιος Αντώνιος. Θα δούμε ακόμη την οργάνωσή της σε κοινόβιο, από το μεγάλο οργανωτή του ρώσικου μοναχισμού όσιο Θεοδόσιο, με βάση το τυπικό της μονής του Στουδίου Κωνσταντινουπόλεως. ********** Στους δυο πρώτους αιώνες της υπάρξεώς της (11ο και 12ο), η μονή διαλάμπει σαν μεγάλη μοναστική και πνευματική εστία, καθώς και σαν κέντρο χρονογραφικών συγγραφών και συναξαριών. Γύρω στα 1113 ο μοναχός της όσιος Νέστωρ (1050-1114), ολοκληρώνει το «Χρονικό» του, που τον αναδεικνύει σε πρώτο χρονογράφο της Ρωσίας. Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτούς τους δυο αιώνες από τη μονή προήλθαν είκοσι επίσκοποι της Ρωσικής Εκκλησίας. Μέχρι τα μέσα του 13ου Αι. η μονή των Σπηλαίων δεν θα γνωρίσει κάποια σοβαρή καταστροφή, πέρα από κείνη που προκάλεσε στα 1096 μια από τις επιδρομές των Πολόφτσων. Τότε έχασαν τη ζωή τους πολλοί μοναχοί, καταστράφηκαν κειμήλια και πυρπολήθηκε ο κεντρικός ναός της Θεοτόκου, εγκαινιασμένος μόλις επτά χρόνια πριν. Πενήντα χρόνια χρειάστηκαν οι μοναχοί που επέζησαν για ν’ αποκαταστήσουν τις τεράστιες ζημιές. Στα 1240 όμως, οι Μογγόλοι καταστρέφουν στο πέρασμά τους την εκκλησία και τα περισσότερα κελιά, ενώ σε μια δεύτερη επιδρομή, στα 1300, αποτελειώνουν ό,τι άφησαν την πρώτη φορά. Τότε οι μοναχοί σκορπίστηκαν στα γύρω βουνά, όπου έσκαψε ο καθένας κι από μια σπηλιά. Συχνά όμως συγκεντρώνονταν στα ερείπια της μονής για κοινές ακολουθίες. Δυο φορές ακόμη θ’ ανοικοδομηθεί κι άλλες τόσες θα καταστροφή η πολύπαθη μονή από τους Τατάρους, σ’ επιδρομές τους του 1399 και του 1484. Μέχρι τα τέλη του 16ου Αι. η μονή υπάγεται στο μητροπολίτη Κιέβου. Τότε όμως τη διοικητική και πνευματική της εποπτεία αναλαμβάνει το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που την καθιστά πατριαρχικό σταυροπήγιο. Στα τέλη του ίδιου αιώνα, η μονή αντιμετωπίζει έναν άλλου είδους εχθρό. Δεν είναι τώρα οι βάρβαροι, «οι αποκτείνοντες το σώμα, την δε ψυχήν μη δυνάμενοι αποκτείναι», αλλ’ οι ψυχοκτόνοι ουνίτες. Συγκεκριμένα, στην ουνιτική ψευδοσύνοδο του Μπρέστ-Λιτόφσκ (1596), ο βασιλιάς της Πολωνίας Σιγισμούνδος Γ’ (1566-1632) και ο πάπας Κλήμης Η’ (1592-1605), συμφώνησαν να υπαγάγουν πάλι τον αρχιμανδρίτη της Λαύρας στο μητροπολίτη Κιέβου, που είχε προσχωρήσει στην Ουνία. Για την υλοποίηση της αποφάσεως, έπρεπε πρώτα ν’ απομακρυνθεί ο ορθόδοξος αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Τούρα. Ο ουνίτης μητροπολίτης Κιέβου Μιχαήλ Ροσόγκα, ζήτησε για το σκοπό αυτό τη βοήθεια του Πολωνού βασιλιά. Ο τελευταίος επιχείρησε επέμβαση στη μονή για τη σύλληψη του αρχιμανδρίτη Νικηφόρου, που απέτυχε χάρη στη δυναμική συσπείρωση και μαχητική αντίσταση των μοναχών. Δυο χρόνια αργότερα (1598), ο βασιλιάς και ο ουνίτης μητροπολίτης, κάνουν νέα απόπειρα, στέλνοντας στη μονή τον πανούργο Ιωάννη Κοσίτσυ. Κι αυτός όμως αντικρίζει τις πύλες κλειστές και εκατοντάδες ορθοδόξων Κοζάκων να τις φρουρούν. Ακολούθησε ένας αληθινός θρησκευτικός πόλεμος, που κατέληξε σε θρίαμβο των μοναχών και της Ορθοδοξίας. Μέχρι τα μέσα του 17ου αι. το μοναστήρι παραμένει ένα πανίσχυρο κέντρο αντιδράσεως κατά της ουνίας και της λατινικής προπαγάνδας. Στα 1688, έναν αιώνα μετά την ίδρυση του πατριαρχείου Μόσχας (1589), περιέρχεται στη δικαιοδοσία του, χάνοντας οριστικά την κανονική εξάρτηση από το οικουμενικό πατριαρχείο. Στις αρχές του 17ου Αι. οι αρχιμανδρίτες Ελισαίος Πλετενέτσκυ και Ζαχαρίας Κοπισιένσκυ, ίδρυσαν το μοναστηριακό τυπογραφείο, όπου μέχρι το τέλος του ίδιου αιώνα τυπώθηκαν 117 αξιόλογα βιβλία, λειτουργικά και αντιλατινικά. Το έργο τους συνέχισε και επέκτεινε ο αρχιμανδρίτης Πέτρος Μογίλας (1627-1633), ο οποίος ίδρυσε και ανώτερη εκκλησιαστική σχολή. Η σχολή αυτή, η πρώτη στη Ρωσία, εξελίχθηκε στην περίφημη θεολογική ακαδημία του Κιέβου. Τον ίδιο όμως αιώνα, εξαιτίας των ρωσοτουρκικών διενέξεων, η μονή δέχεται συχνές και καταστρεπτικές επιθέσεις των Τούρκων. Για την προφύλαξή της, ο τσάρος την οχυρώνει απ’ όλες τις πλευρές, αρχικά με χωμάτινα αναχώματα κι έπειτα με πέτρινο τείχος και πύργους. Το 1718 μεγάλη πυρκαγιά καταστρέφει το τυπογραφείο, τη βιβλιοθήκη, την εκκλησία και το μεγαλύτερο τμήμα του μοναστηριακού συγκροτήματος. Μέσ’ από τη στάχτη, οι μοναχοί ανασύρουν τη θαυματουργό εικόνα της Θεοτόκου, που δεν έχει υποστεί παρά ασήμαντες ζημιές. Την ημέρα εκείνη, ο αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος, πηγαίνει για ν’ αναφέρει το τραγικό γεγονός στο Μ. Πέτρο. Σώθηκε η εικόνα της Θεοτόκου; ρώτησε αμέσως ο τσάρος. Σώθηκε! Αν η εικόνα σώθηκε, τότε και η μονή σώθηκε! είπε ο μονάρχης με χαρά. Την ίδια κιόλας ημέρα, άρχισε με αυτοκρατορική βοήθεια, η ανοικοδόμηση της μονής. Ο Μ. Πέτρος, άφησε μάλιστα διαθήκη στους διαδόχους του, να την προστατεύουν και να την ενισχύουν. Στους επόμενους δύο αιώνες, μέχρι την πτώση του τσαρικού καθεστώτος, η περίδοξη Κίεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρα — συνοδικό σταυροπήγιο από το 1721 — θα λάμπει σ’ όλη τη ρωσική επικράτεια σαν εργαστήριο της ευσέβειας και της αγιότητας, σαν κάστρο Ορθοδοξίας και αντιαιρετικών αγώνων, σαν κέντρο εικονογραφίας και λοιπών εκκλησιαστικών τεχνών, σαν εστία καλλιέργειας των θεολογικών γραμμάτων και εκδόσεως ορθοδόξων Βιβλίων. Ο ακτινοβόλος αυτός φάρος του πνεύματος και της ορθοδόξου παραδόσεως, έσβησε όμως βίαια, «κρίμασιν οις Κύριος οίδε», μετά την οκτωβριανή επανάσταση του 1917. Το 1941, η Λαύρα και ο ναός της, λεηλατήθηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές, που αφαίρεσαν μοναδικά μνημεία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής των 11ου-18ου Αι. Τα τελευταία χρόνια, στον ιερό αυτό τόπο, όπου για πολλές δεκαετίες δεν συναντούσε κανείς «ούτε εορτή, ούτε θυμίαμα, ούτε προσφορά», με τη χάρη του πανάγαθου Θεού, αρχίζει να λάμπει πάλι το θείο φως, της μοναχικής βιοτής και πολιτείας.