Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Για μια αγιότατη παρθένο.

Επισκεφτήκαμε τον αββά Ιωάννη τον αναχωρητή, το λεγόμενο Πυρρό, και μας διηγήθηκε τα εξής: «Άκουσα τον αββά Ιωάννη το Μωαβίτη να λέει ότι ήταν κάποια μονάστρια στην αγία πόλη πολύ ευλαβής και προκομμένη κατά Θεό. Επειδή λοιπόν φθόνησε ο διάβολος την παρθένα, βάζει σε κάποιο νέο σατανικό έρωτα προς αυτήν. Η θαυμαστή όμως εκείνη παρθένα, βλέποντας τη σκευωρία του δαίμονα και τον κίνδυνο να χαθεί ο νέος, παίρνει σ’ ένα μαντήλι λίγα βρεγμένα όσπρια κι έρχεται στην έρημο προξενώντας και στο νέο την απαλλαγή από την ενόχληση και τη σωτηρία με την αναχώρηση και στον εαυτό της την ασφάλεια της ερημιάς. Μετά πολύ λοιπόν καιρό κατ’ οικονομία Θεού, για να μη μείνει άγνωστη η ενάρετή της ζωή, τη βλέπει κάποιος αναχωρητής στην έρημο του Ιορδάνη και της λέει: «Αμμά, τί κάνεις σ’ αυτή την έρημο;» Αυτή, θέλοντας να κρυφτεί από τον αναχωρητή, του λέει: «Συμπάθα με, γιατί έχασα το δρόμο· αλλά, κάνε αγάπη, πάτερ, για τον Κύριο, και δείξε μου τον». Αυτός, επειδή ήξερε από Θεού την υπόθεσή της, της λέει: «Σε διαβεβαιώνω, αμμά, ότι ούτε έχασες το δρόμο, ούτε δρόμο αναζητάς, αλλά μια και ξέρεις ότι το ψέμα είναι από το διάβολο, πες μου αληθινά την αίτια για την οποία ήρθες εδώ». Τότε λέει η παρθένα: «Συμπάθα με, αββά, κάποιος νέος σκανδαλίστηκε με μένα και γι’ αυτό ήρθα σ’ αυτήν την έρημο, προτιμώντας μάλλον να πεθάνω εδώ παρά να γίνω πρόσκομμα σε κάποιον, κατά το λόγο του Αποστόλου».Της λέει ο γέροντας: «Και πόσο καιρό έχεις εδώ;». Αυτή του λέει: «Έχω, με τη χάρη του Χριστού, δεκαεφτά χρόνια». Της ξαναλέει ο αναχωρητής: «Και από πού τρως;» Αυτή βγάζει το μαντήλι με τα βρεγμένα όσπρια και λέει στον αναχωρητή: «Να, τούτο το πανί που βλέπεις βγήκε μαζί μου από τήν πόλη μ’ αυτά τα λίγα βρεγμένα όσπρια και τέτοια οικονομία έκανε ο Θεός σε μένα την ταπεινή, ώστε τόσο καιρό τρώω απ’ αυτά και δεν ελαττώθηκαν. Κι αυτό να ξέρεις, πάτερ, ότι τόσο με σκέπασε η αγαθότητά Του. ώστε αυτά τα δεκαεφτά χρόνια δεν με είδε άνθρωπος, έκτος από σένα μόνο σήμερα· εγώ όμως τους έβλεπα όλους». Και μαθαίνοντας αυτά ο αναχωρητής δόξασε το Θεό». (Ιωαν, Μόσχου «Λειμωνάριον», εκδ. Ι.Μ. Σταυρονικήτα, Αγ. Όρος)