Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Πατερικά

 
Δοξολογία      
Ο χριστιανός οφείλει να δοξάζει το Θεό και με το σώμα του και με το πνεύμα του. Άλλωστε, και τα δυο ανήκουν στο Θεό και, επομένως, δεν έχει εξουσία να τα ατιμάζει ή να τα χρησιμοποιεί με πολλή ευχαριστία.Όποιος θυμάται ότι το σώμα του και το πνεύμα του ανήκουν στο Θεό, έχει μια ευλάβεια κι ένα μυστικό φόβο γι’ αυτά, και τούτο συντελεί στο να τα διατηρεί αγνά και καθαρά από κάθε ρύπο, σε αδιάλειπτη επικοινωνία μ’ Εκείνον, από τον οποίο αγιάζονται και ενισχύονται.
Ο άνθρωπος δοξάζει το Θεό με το σώμα του και με το πνεύμα του, πρώτα, όταν θυμάται ότι αγιάστηκε από το Θεό και ενώθηκε μαζί του, και ύστερα, όταν ενώνει τη θέλησή του με τη θέληση του Θεού, ώστε να εκτελεί πάντοτε το αγαθό και ευάρεστο και τέλειο θέλημά Του. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν ζει για τον εαυτό του, αλλά για το Θεό. Εργάζεται για τη βασιλεία του Θεού στη γη. Δοξάζει σε όλα το Θεό, με λόγια και με έργα. Οι πράξεις του, που γίνονται για το καλό των συνανθρώπων του, δίνουν αφορμή δοξολογίας του θείου ονόματος. Η ζωή του, καταυγαζόμενη από το θείο φως, λάμπει σαν φως δυνατό. Έτσι η πολιτεία του γίνεται οδηγός προς το Θεό για όσους ακόμα δεν Τον γνώρισαν.
 
Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως


Οι Πατέρες της Εκκλησίας για τη Θεία Ευχαριστία (μέρος δεύτερο)    
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στις προσπάθειες και τους αγώνες του οποίου οφείλεται η ανακίνηση του ξεχασμένου ορθοδόξου φρονήματος και της «χαριτωμένης συνηθείας να μεταλαμβάνουν συχνά οι χριστιανοί», μάς χάρισε το ψυχοφελέστατο βιβλίο «Περί της συχνής θείας Μεταλήψεως» από το οποίο θα αναφέρουμε μερικές σοφές σκέψεις του.Ο Άγιος Νικόδημος, όπως σχολιάζει το βιβλίο ο μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης, θεωρούσε τη συνεχή θεία Μετάληψη πιο αναγκαία δια τους ατελείς (εκείνους όμως που δεν έχουν κανονικά εμπόδια). Και δια μεν τους ατελείς τη θεία Μεταλήψη την βλέπει σα φάρμακο προς θεραπεία των παθών, δια δε τους τελείους σα μέσο τελειότητος, σαν τροφή και απόλαυση.
Γράφει, λοιπόν, ο άγιος Νικόδημος «Ποίον άλλο καλόν αγαπάς, Χριστιανέ, ν’ απολαύσης και δεν απολαμβάνεις από την συχνήν Κοινωνίαν; Αγαπάς να εορτάζεις κάθε ημέρα; Αγαπάς να κάμνης Λαμπρήν και Πάσχα οπόταν θέλης και να χαίρεσαι με χαράν και ανεκλάλητον εις ταύτην την τεθλιμμένην ζωήν; Τρέχε συνεχώς εις τα μυστήρια και μεταλάμβανε με την πρέπουσαν προετοιμασίαν και θέλεις το απολαύσεις».
Για να μας δώσει να καταλάβουμε καλύτερα το θέμα ερωτά: «Ανίσως εις τον καιρόν του Μυστικού Δείπνου, ήθελεν είπει τις των Αποστόλων, ότι εγώ δεν μεταλαμβάνω σήμερον, άραγε τι ήθελεν είπει ο Κύριος; Βέβαιο μού φαίνεται, πώς ήθελεν είπει εκείνο, όπερ είπε και προς τον Πέτρον εις τον ιερόν νιπτήρα, εάν μη νίψω σε, ουκ έχεις μέρος μετ’ εμού. Απαραλλάκτως και εις τον θείον Δείπνον ήθελε είπει προς τον μη μεταλαμβάνοντα, εάν μη πίης το αίμα μου, ουκ έχεις μέρος μετ’ εμού».
Είναι γεμάτη από λύπη η ψυχή του αγίου, καθώς βλέπει τους συγχρόνους του να μην προσέρχονται συχνά στο Ιερά Μυστήρια και λέει: «Εγώ εξίσταμαι και απορώ πώς του νυν καιρού οι Χριστιανοί ημπορούν, να εορτάζουν ή τας Κυριακάς ή άλλας εορτάς του χρόνου και να χαρούν πνευματικώς με αληθινήν χαράν, εάν μη μεταλαμβάνουν συνεχώς την θείαν Κοινωνίαν, η οποία είναι η αιτία και αφορμή εκάστης εορτής και πανηγρύρεως».
[...]
Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας στην ομιλία του «Ερμηνεία εις την θείαν Λειτουργίαν» γράφει:
«Αν δεν προσέλθει στην τράπεζα κανείς, ενώ μπορεί, αυτός είναι τελείως αδύνατο να επιτύχη τον αγιασμό από τα τίμια δώρα, όχι απλώς διότι δεν προσήλθε, αλλά διότι δεν προσήλθε ενώ ημπορούσε και με αυτό φανερώνει ότι έχει έρημη την ψυχή από τις αγαθές διαθέσεις, που χρειάζονται για τα μυστήρια.
Πραγματικά ποια ορμή και προθυμία προς την τράπεζα, έχει αυτός που, ενώ μπορεί εύκολα να τρέξη προς αυτήν δεν θέλει. Ποια πίστις προς τον Θεό υπάρχει σ’ αυτόν που δεν φοβήται την απειλή που ευρίσκεται στους λόγους του Κυρίου, σ’ αυτούς που περιφρονούν το δείπνο τούτο. Πώς θα μπορούσε να πιστευθή ότι αγαπά αυτό που δεν το λαμβάνει, ενώ μπορεί να το λάβη;»
Και στον Δ’ λόγο του «Περί της εν Χριστώ ζωής», αναφέρει μεταξύ των άλλων για το υπερφυές μυστήριο τα εξής: «Επειδή η φαυλότης της ύλης δεν αφήνει την σφραγίδα να μένη ακίνητο, διότι έχομε τον θησαυρό αυτό μέσα σε οστράκινα σκεύη, γι’ αυτό δεν απολαύουμε μία φορά το φάρμακο, αλλά συνεχώς και πρέπει πάντοτε ο αγαλματοποιός να κάθεται δίπλα στον πηλό και όταν η μορφή του αγάλματος καταστρέφεται να την αναπλάττη και να την αποκαθιστά και συνεχώς να απολαύωμε το χέρι του ιατρού, καθώς θεραπεύει την ύλη όταν φθείρεται και επανορθώνει την γνώμη όταν λοξοδρομή, μήπως εμφανισθή ο θάνατος χωρίς να το καταλάβωμε. «Ενώ ήμαστε νεκροί, λέγει, από τα παραπτώματα, μάς εζωοποίησε μαζί με το Χριστό» και «το αίμα του Χριστού καθαρίζει τη συνείδησή μας από νεκρά έργα για να λατρεύωμε Θεό ζώντα».
Διότι αφ’ ενός μεν η δύναμις της ιεράς τραπέζης έλκει την αληθινή ζωή από την μακαρία εκείνη καρδιά, αφ’ ετέρου δε η καθαρά λατρεία του Θεού από εδώ μάς εξασφαλίζεται. Πραγματικά, αν καθαρά λατρεία του Θεού είναι τούτο, η υποταγή, η υπακοή, το να εκτελούμε κάθε πράγμα με κινούντα αυτόν, δεν γνωρίζω πότε θα ημπορούσαμε να υποταχθούμε στον Θεό περισσότερο, παρά όταν γίνωμε μέλη αυτού. Τελειότερα από κάθε άλλη ιερά τελετή καθιστά μέλη του Χριστού τους αγιαζομένους ο άρτος της ζωής».
Σχετικά με τις ωφέλειες, που αποκομίζουμε από τη συχνή θεία Κοινωνία γράφει παρακάτω: «Τόσο μεγάλος είναι ο σωρός αγαθών, που εξέρχεται για μάς από την ιερά τράπεζα, μάς ελευθερώνει από την καταδίκη, εξαφανίζει την εντροπή, που προέρχεται από την αμαρτία, αποκαθιστά την ωραιότητα, προσδένει με τον ίδιο το Χριστό πληρέστερα από τους φυσικούς δεσμούς, με ένα λόγο, μάς καθιστά τελείους στον αληθινό Χριστιανισμό καλύτερα από κάθε άλλη τελετή».
Στην ίδια ομιλία συγκρίνοντας τις ωφέλειες των άλλων Μυστηρίων τονίζει: «Αν είναι δυνατό και με τα άλλα Μυστήρια να εύρη κανείς το Χριστό, αυτό συμβαίνει μόνο για να προετοιμασθή λαμβάνοντάς Τον, για να επιτύχη την συνύπαρξι, ενώ εδώ επιτυγχάνεται καθαρώς η πρόσληψις και η συνύπαρξις. Σε ποιο από τα άλλα Μυστήρια υπάρχει πραγματικά το ένα σώμα και το ένα πνεύμα, το να μένη κανείς σ’ αυτόν, μένοντας δε να τον κατέχη, κάτι άλλωστε για το οποίο νομίζω και ο Χριστός λέγει ότι η μακαριότης των δικαίων είναι δείπνο, που έχει Αυτόν διάκονο».
Και συνεχίζει ο Ν. Καβάσιλας στον ίδιο του λόγο: «Αυτό που δημιουργεί την πλήρη κοινωνία των ανθρώπων προς τον Θεό, είτε λατρεία πρέπει να χαρακτηρίσουμε το πράγμα είτε υιοθεσία είτε και τα δύο, είναι το ιερό δείπνο, το οποίο μας καθιστά συγγενείς προς το Χριστό περισσότερο από όσο μάς καθιστά με τους γονείς το γεγονός ότι εγεννηθήκαμε απ’ αυτούς. Διότι μάς καταβάλλει θεμέλια σώματος όχι ασθενή και στοιχεία αίματος όχι μικρά, αλλά κοινωνεί με εμάς πλήρως, όχι σαν αίτιος της ζωής όπως οι γονείς, αλλά σαν ζωή.
Και συνεχίζει: «Της αγίας τελετής των ιερών Μυστηρίων, έργον μεν η των θείων Δώρων εις το θείον Σώμα και Αίμα μεταβολή, τέλος δε (σκοπός) το τους πιστούς αγιασθήναι δι’ αυτών».
Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τονίζει: «Ω θαύματος, ουδεμίαν απολείποντος υπερβολήν. Και αυταίς ταις ανθρωπίναις υποστάσεσιν ενούται των πιστευόντων εκάστω συνανακυρνών εαυτόν, δια της του αγίου σώματος αυτού μεταλήψεως, και σύσσωμος ημίν γίνεται, και νανόν της όλης θεότητας ημάς απεργάζεται».
Και ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης συμβουλεύει πατρικά τους πιστούς, που πρόκειται να προσέλθουν στα φρικτά μυστήρια: «Αδελφοί και αδελφαί μου, όσοι προετοιμάζεσθε δια την θείαν Κοινωνίαν, ας φοβούμεθα μήπως γίνωμεν αναίσθητοι προς τας αμαρτίας μας ας φοβούμεθα μήπως γίνωμεν αναίσθητοι προς τας αμαρτίας μας ας φοβούμεθα την αλαζονείαν της καρδίας μας η οποία λέγει: «Δεν έχω ανάγκην αφέσεως αμαρτιών, δεν είμαι ένοχος, δεν είμαι αμαρτωλός» ή άλλως «Αι αμαρτίαι μου είναι μηδαμιναί, είναι μόνον ανθρώπιναι» ωσάν να είναι ανάγκη να είναι διαβολικαί ή «Δεν αισθάνομαι άσχημα ζων εν ταις αμαρτίαις μου».
Αυτή είναι η αλαζονεία αυτού του Σατανά και αυτός ο Σατανάς, λαλεί τους λόγους τούτους εις τας καρδίας μας. Ας αισθανώμεθα βαθύτατα, με όλην μας την καρδίαν, τας αναριθμήτους ανομίας μας, ας χύνωμεν δάκρυα συντριβής δι’ αυτάς δια να εξιλεώσωμεν τον Κύριον, τον οποίον παρωργίσαμεν».

Ερμηνεία της θ. Λειτουργίας κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα (μέρος τρίτο)    
Αγία αναφορά
«Στώμεν καλώς στώμεν μετά φόβου πρόσχωμεν την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν», προτρέπει πάλι ο ιερέας. Δηλαδή: «Ας σταθούμε γερά σε όσα ομολογήσαμε με το Πιστεύω...», χωρίς να κλονιζόμαστε από τους αιρετικούς, ας σταθούμε με φόβο, γιατί είναι μεγάλος ο κίνδυνος να πλανηθούμε. Όταν έτσι σταθεροί παραμένουμε στην πίστη, τότε ας προσφέρουμε τα δώρα μας στο Θεό με ειρήνη». Στο σημείο αυτό οι πιστοί πρέπει να έχουν στο νου τους και τα λόγια του Κυρίου: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και θυμηθείς ότι κάποιος έχει κάτι εναντίον σου, συμφιλιώσου πρώτα μαζί του, και μετά έλα να προσφέρεις το δώρο σου» (πρβλ. Ματθ. 5,23- 24).
Αφού λοιπόν ο ιερέας ανυψώσει τις ψυχές και τα φρονήματα των πιστών από τα επίγεια προς τα ουράνια, αρχίζει την ευχαριστήρια προσευχή. Μιμείται έτσι τον πρώτο Ιερέα, το Χριστό, που ευχαρίστησε το Θεό Πατέρα προτού παραδώσει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Τον δοξολογεί τώρα κι αυτός και Τον υμνεί μαζί με τους αγγέλους. Τον ευγνωμονεί για όλες τις ευεργεσίες που μάς έκανε από την αρχή της δημιουργίας. Τον ευχαριστεί ιδιαίτερα για την έλευση του Μονογενούς Του Υιού στον κόσμο και για την παράδοση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Διηγείται μάλιστα και τα σχετικά με τον Μυστικό Δείπνο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Λάβετε, φάγετε... Πίετε εξ αυτού πάντες...» (Ματθ. 26, 26-27).
Ο ιερέας, αφού πει, «Έχοντας λοιπόν στο νου μας αυτή τη σωτήρια εντολή και όλα όσα έχουν γίνει για μάς, δηλαδή τη σταύρωση, την ταφή, την τριήμερη ανάσταση, την ανάληψη στους ουρανούς, την ενθρόνιση στα δεξιά του Πατέρα, τη δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία», καταλήγει με την εκφώνηση: «τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες κατά πάντα και διά πάντα, σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών».
Με τούτα τα λόγια είναι σαν να λέει στον ουράνιο Πατέρα: «Σου προσφέρουμε την ίδια εκείνη προσφορά που ο ίδιος ο Μονογενής Σου Υιός πρόσφερε σ’ Εσένα, το Θεό και Πατέρα. Και προσφέροντάς την Σ’ ευχαριστούμε, γιατί κι Εκείνος προσφέροντάς την Σ’ ευχαριστούσε. Τίποτα δικό μας δεν προσθέτουμε σ’ αυτή την προσφορά των δώρων. Γιατί δεν είναι δικά μας έργα τούτα τα δώρα, αλλά δικά σου δημιουργήματα. Ούτε και δική μας επινόηση είναι αυτός ο τρόπος της λατρείας, αλλά Εσύ μάς τον δίδαξες κι Εσύ μάς παρακίνησες να Σε λατρεύουμε μ’ αυτόν τον τρόπο. Γι’ αυτό, όσα Σού προσφέρουμε, είναι εξ ολοκλήρου δικά Σου...»
Την ίδια στιγμή ο ιερέας προσπίπτει και ικετεύει θερμά το Θεό. Παρακαλεί για τα δώρα που έχει μπροστά του, ώστε να δεχθούν το πανάγιο και παντοδύναμο Πνεύμα Του και να μεταβληθούν ο μεν άρτος στο ίδιο το άγιο σώμα του Χριστού, ο δε οίνος στο ίδιο το άχραντο αίμα Του.
Έπειτα απ’ αυτές τις ευχές, η θεία ιερουργία ολοκληρώθηκε! Τα δώρα αγιάστηκαν! Η θυσία πραγματοποιήθηκε! Το μεγάλο θύμα και σφάγιο, που θυσιάστηκε για χάρη του κόσμου, βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, πάνω στην αγία Τράπεζα! Γιατί ο άρτος δεν είναι πλέον τύπος του Δεσποτικού σώματος. Είναι το ίδιο το πανάγιο σώμα του Κυρίου που δέχτηκε όλες εκείνες τις προσβολές, τα ραπίσματα, τα φτυσίματα, τις πληγές, τη χολή, τη σταύρωση. Και ο οίνος είναι το ίδιο το αίμα που ξεπήδησε, όταν σφαζόταν το σώμα. Αυτό είναι το σώμα, αυτό είναι το αίμα που έλαβε σύσταση από το Άγιο Πνεύμα, που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, που θάφτηκε, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, ανέβηκε στους ουρανούς και κάθησε στα δεξιά του Πατέρα.
Και πιστεύουμε πως έτσι είναι, γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Τούτο εστί το σώμα μου... τούτο εστί το αίμα μου» (Μαρκ. 14, 22, 24). Και γιατί ο Ίδιος παρήγγειλε στους Αποστόλους και σ’ όλη την Εκκλησία: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22, 19). Δεν θα πρόσταζε να επαναλαμβάνουν αυτό το μυστήριο, αν δεν είχε σκοπό να τους δώσει τη δύναμη να το επιτελούν. Και ποια είναι η δύναμη; Το Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι που με το χέρι και τη γλώσσα των ιερέων τελεσιουργεί τα μυστήρια. Ο λειτουργός είναι υπηρέτης της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να προσφέρει τίποτε από τον εαυτό του. Γι’ αυτό και δεν έχει σημασία αν τύχει να είναι ο ίδιος γεμάτος αμαρτίες. Κάτι τέτοιο δεν νοθεύει την προσφορά των δώρων, τα οποία είναι πάντοτε ευάρεστα στο Θεό. Όπως κι ένα φάρμακο που κατασκευάστηκε από άνθρωπο άσχετο με την ιατρική επιστήμη, δεν χάνει τη θεραπευτική του δράση, αρκεί μόνο να κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.
Αφού λοιπόν συμπληρωθεί θυσία, ο ιερέας, βλέποντας μπροστά του το ενέχυρο της θείας φιλανθρωπίας, τον Αμνό του Θεού, ευχαριστεί και ικετεύει. Ευχαριστεί το Θεό για όλους τους αγίους, γιατί στο πρόσωπό τους η Εκκλησία βρήκε εκείνο που ζητάει, τη βασιλεία των ουρανών. Ιδιαίτερα – «εξαιρέτως»- ευχαριστεί για την υπερευλογημένη Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, γιατί αυτή υπερβαίνει κάθε αγιοσύνη. Και ικετεύει ο ιερέας για όλους τους πιστούς –τους κεκοιμημένους και τους ζώντες- γιατί αυτοί δεν έφτασαν στην τελειότητα ακόμα κι έχουν ανάγκη από προσευχή.
Θεία Κοινωνία
Σε λίγο ο λειτουργός θα κοινωνήσει ο ίδιος και θα προσκαλέσει και τους πιστούς στα θεία Μυστήρια. Επειδή όμως δεν επιτρέπεται σε όλους ανεξαίρετα η θεία Μετάληψη, ο ιερέας, υψώνοντας τον ζωοποιό Άρτο και δείχνοντάς Τον, εκφωνεί: «Τα άγια τοις αγίοις». Είναι σαν να λέει: «Να ο Άρτος της ζωής! Τον βλέπετε. Λοιπόν, τρέξτε να τον μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. Γιατί τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους».
Αγίους εδώ εννοεί όχι μόνο εκείνους που έφτασαν στην τελειότητα της αρετής, αλλά κι εκείνους που αγωνίζονται να φτάσουν σ’ αυτήν, έστω κι αν ακόμα υστερούν. Γι’ αυτό οι χριστιανοί, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα, που τους χωρίζουν από το Χριστό και τους νεκρώνουν πνευματικά, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν. (Άλλωστε η θεία Λειτουργία γίνεται για να κοινωνούν οι πιστοί. Όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, «το να κοινωνεί κανείς και να μεταλαμβάνει κάθε μέρα το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού, είναι καλό και ωφέλιμο». Η συχνή θεία Κοινωνία, όμως, προϋποθέτει τον συνεχή πνευματικό αγώνα και την κατάλληλη προετοιμασία .)
Στην εκφώνηση του ιερέα, «Τα άγια τοις αγίοις», οι πιστοί αποκρίνονται δυνατά: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Γιατί κανείς δεν έχει την αγιότητα από μόνος του, ούτε και είναι κατόρθωμα της ανθρώπινης αρετής, αλλά όλοι από το Χριστό την αντλούν. Και όπως, αν κάτω από τον ήλιο τοποθετηθούν πολλοί καθρέφτες, έτσι και ο μόνος Άγιος, ο Χριστός, καθώς διαχέεται με τη μετάληψη μέσα στους πιστούς, φαίνεται σε πολλές ψυχές και παρουσιάζει πολλούς ως αγίους. Αυτό όμως είναι ο ένας και μοναδικός Άγιος.
Αφού λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο συγκαλέσει ο λειτουργός τους πιστούς στο ιερό δείπνο, μεταλαμβάνει πρώτα ο ίδιος και οι άλλοι κληρικοί που βρίσκονται στο άγιο Βήμα. Προηγουμένως όμως χύνει θερμό νερό μέσα στο άγιο Ποτήριο, πράγμα που υποδηλώνει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Γιατί αυτό το ζεστό νερό, επειδή και νερό είναι αλλά και φωτιά έχει μέσα του λόγω του βρασμού, φανερώνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο με «ύδωρ ζων» (Ιω. 7, 38) το παρομοίασε ο Κύριος, και με τη μορφή της φωτιάς κατέβηκε στους αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής.
Στη συνέχεια ο ιερέας στρέφεται προς το εκκλησίασμα και, δείχνοντας τα Άγια, προσκαλεί όσους θέλουν να κοινωνήσουν, να προσέλθουν «μετά φόβου Θεού και πίστεως». Να μην καταφρονήσουν δηλαδή την ταπεινή εμφάνιση που έχουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, αλλά να πλησιάσουν έχοντας επίγνωση της αξίας των Μυστηρίων και πιστεύοντας ότι αυτά προξενούν την αιώνια ζωή σ’ εκείνους που μεταλαμβάνουν.
Το σώμα και το αίμα του Χριστού είναι αληθινή τροφή και αληθινό ποτό. Και όταν τα μεταλαμβάνει κανείς, δεν μετατρέπονται αυτά σε ανθρώπινο σώμα, όπως γίνεται με τις συνηθισμένες τροφές, αλλά το ανθρώπινο σώμα μεταβάλλεται σ’ εκείνα. Όπως και το σίδερο, όταν έρθει σε επαφή με τη φωτιά, γίνεται κι αυτό φωτιά, δεν κάνει τη φωτιά σίδερο.
Τη θεία Κοινωνία τη δεχόμαστε βέβαια με το στόμα, αλλ’ αυτή εισέρχεται πρώτα στην ψυχή κι εκεί πραγματοποιείται η ένωσή μας με το Χριστό, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα μ’ Αυτόν» (Α’ Κορ.6, 17). Χωρίς την ένωσή του με το Χριστό, ο άνθρωπος, από μόνος του, είναι ο παλαιός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα κοινό με το Θεό.
Ποια όμως είναι εκείνα που ζητάει από εμάς ο Χριστός, για να μάς αγιάσει με τα θεία μυστήρια; Είναι η κάθαρση της ψυχής, η πίστη και η αγάπη στο Θεό, ο διάπυρος πόθος και η λαχτάρα μας για τη θεία Κοινωνία. Αυτά ελκύουν τον αγιασμό, κι έτσι πρέπει να κοινωνούμε. Γιατί πολλοί είναι εκείνοι που προσέρχονται στα μυστήρια, και όχι μόνο δεν ωφελούνται καθόλου, αλλά φεύγουν χρεωμένοι με αμέτρητες αμαρτίες.
Απόλυση
Αφού κοινωνήσουν οι πιστοί, εύχονται να παραμείνει μέσα τους ο αγιασμός που έλαβαν, και να μην προδώσουν τη χάρη ούτε να χάσουν τη δωρεά.
Ο ιερέας τους καλεί τώρα να ευχαριστήσουν με ζήλο το Θεό για τη θεία Μετάληψη. Γι’ αυτό λέει: «Ορθοί... αξίως ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Όχι δηλαδή ξαπλωμένοι ούτε καθισμένοι, αλλά υψώνοντας την ψυχή και το σώμα προς Αυτόν. Και οι πιστοί με λόγια της Γραφής δοξολογούν το Θεό, που είναι αίτιος και χορηγός όλων των αγαθών: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος» (Ψαλμ. 112, 2). Αφού ψάλλουν τρεις φορές αυτόν τον ύμνο, ο ιερέας βγαίνει από το Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στο πλήθος και απευθύνει την τελευταία ευχή: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών...». Ζητάει από τον Κύριο να μάς σώσει με το έλεός Του, γιατί από τον εαυτό μας δεν έχουμε να επιδείξουμε τίποτε άξιο σωτηρίας. Γι’ αυτό και ως πρεσβευτές μνημονεύει πολλούς αγίους και ιδιαίτερα την παναγία Του Μητέρα.
Τέλος, ο λειτουργός μοιράζει το αντίδωρο. Αυτό έχει αγιαστεί, καθώς προέρχεται από τον αρχικό άρτο, που προσφέραμε στο Θεό για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Οι πιστοί παίρνουν με ευλάβεια το αντίδωρο, φιλώντας το δεξί χέρι του ιερέα. Γιατί αυτό το χέρι, μόλις πριν, άγγιξε το πανάγιο σώμα του Χριστού, δέχτηκε από εκείνο τον αγιασμό και τον μεταδίδει τώρα σε όσους το ασπάζονται.
Εδώ η θεία Λειτουργία φτάνει στο τέλος της και το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ολοκληρώνεται. Γιατί και τα δώρα, που προσφέραμε στο Θεό, αγιάστηκαν και τον ιερέα αγίασαν και στο υπόλοιπο πλήρωμα της Εκκλησίας μετέδωσαν τον αγιασμό.
Για όλα αυτά, λοιπόν, στο Χριστό, στον αληθινό Θεό μας, πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στην ατέλειωτη αιωνιότητα. Αμήν.

Ερμηνεία της θ. Λειτουργίας κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα (μέρος δεύτερο)    
Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Δοξολογία
«Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος...» .Μ’ αυτή τη δοξολογία αρχίζει ο ιερέας τη Λειτουργία. Γιατί και οι ευγνώμονες δούλοι το ίδιο κάνουν όταν παρουσιάζονται στον κύριό τους. Πρώτα- πρώτα δηλαδή τον εγκωμιάζουν, κι έπειτα τον παρακαλούν για τις δικές τους υποθέσεις. Ειρηνικά
Και ποια είναι η πρώτη αίτηση του ιερέα; «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και της σωτηρίας των ψυχών ημών». Λέγοντας ειρήνη, δεν εννοεί μόνο τη μεταξύ μας ειρήνη, όταν δηλαδή δεν μνησικακούμε εναντίον κανενός, αλλά και την ειρήνη προς τους εαυτούς μας, όταν δηλαδή η καρδιά μας δεν μάς κατηγορεί για τίποτα. Την αρετή της ειρήνης, βέβαια, την έχουμε πάντοτε ανάγκη, μα ιδιαίτερα την ώρα της προσευχής, γιατί χωρίς αυτήν κανείς δεν μπορεί να προσευχηθεί σωστά και ν’ απολαύσει κάποιο καλό από την προσευχή του.
Στη συνέχεια παρακαλούμε για την Εκκλησία, για το κράτος και τους άρχοντες, για όσους βρίσκονται σε κινδύνους, για όλους γενικά τους ανθρώπους. Και δεν προσευχόμαστε μόνο για ό,τι ενδιαφέρει την ψυχή, αλλά και για τα αναγκαία υλικά αγαθά –«υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης...». Γιατί ο Θεός είναι ο αίτιος και χορηγός όλων, και σ’ Αυτόν μόνο πρέπει να έχουμε στραμμένα τα βλέμματά μας.
Σ’ όλες τις αιτήσεις του ιερέα οι πιστοί επαναλαμβάνουν μια μόνο φράση, το «Κύριε, ελέησον». Το να ζητάμε το έλεος του Θεού ισοδυναμεί με το να ζητάμε τη βασιλεία Του. Γι’ αυτό και οι πιστοί αρκούνται σ’ αυτή τη δέηση, γιατί αυτή τα περιλαμβάνει όλα.
Αντίφωνα
Έπειτα αρχίζουν οι ψαλμωδίες που περιέχουν θεόπνευστα λόγια από τους προφήτες. Τα αντίφωνα –έτσι λέγονται- μάς αγιάζουν και μάς προπαρασκευάζουν για το μυστήριο. Ταυτόχρονα όμως μάς θυμίζουν τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του Χριστού στη γη, τότε που Εκείνος δεν φαινόταν ακόμα στον πολύ κόσμο, και γι’ αυτό ήταν απαραίτητα τα προφητικά λόγια. Όταν αργότερα εμφανίστηκε ο Ίδιος, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη των προφητών, αφού Τον έδειχνε παρόντα ο Βαπτιστής Ιωάννης.
Μικρή Είσοδος
Την ώρα που ψάλλεται το τρίτο αντίφωνο, γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με συνοδεία λαμπάδων. Το Ευαγγέλιο το κρατάει ο διάκονος ή, αν δεν υπάρχει διάκονος, ο ιερέας. Ενώ λοιπόν αυτός πρόκειται να εισέλθει στο Ιερό, στέκεται σε μικρή απόσταση από την Ωραία Πύλη και παρακαλεί το Θεό να τον συνοδεύσουν άγιοι άγγελοι, για να γίνουν συμμέτοχοί του στην ιερουργία και τη δοξολογία. Στη συνέχεια σηκώνει ψηλά το Ευαγγέλιο, το δείχνει στους πιστούς και, αφού εισέλθει στο Θυσιαστήριο, το αποθέτει στην αγία Τράπεζα.
Η ύψωση του Ευαγγελίου συμβολίζει την ανάδειξη του Κυρίου, όταν άρχισε να εμφανίζεται στα πλήθη. Γιατί με το Ευαγγέλιο δηλώνεται ο ίδιος ο Χριστός. Τώρα λοιπόν που φανερώνεται ο Χριστός, κανείς δεν προσέχει τα λόγια των Προφητών, γι’ αυτό, μετά τη μικρή Είσοδο, ψάλλουμε ό,τι έχει σχέση με την καινούρια ζωή που έφερε ο Χριστός. Υμνούμε τον Ίδιο το Χριστό για όσα έκανε για μάς. Εγκωμιάζουμε επίσης την Παναγία ή άλλους αγίους, ανάλογα με την εορτή ή τον άγιο που τιμά η Εκκλησία κάθε φορά.
Τρισάγιος Ύμνος
Ανυμνούμε τέλος τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό, ψάλλοντας: «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Το «Άγιος, άγιος, άγιος...» αποτελεί τον ύμνο των αγγέλων (Ησ. 6,3). Και τα «Θεός», «ισχυρός» και «αθάνατος» είναι λόγια του προφήτη Δαβίδ: «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα» (Ψαλμ. 41,3).
Ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο μετά την είσοδο του Ευαγγελίου, για να διακηρύξουμε πως με την έλευση του Χριστού άγγελοι και άνθρωποι ενώθηκαν και αποτελούν πλέον μια Εκκλησία.
Αναγνώσματα
Αμέσως μετά, ο ιερέας παραγγέλλει σε όλους να μη στέκονται με οκνηρία, αλλά να έχουν προσηλωμένο το νου τους σ’ εκείνα που θ’ ακολουθήσουν. Αυτό σημαίνει το «Πρόσχωμεν». Και με το «Σοφία» υπενθυμίζει στους πιστούς τη σοφία με την οποία πρέπει να συμμετέχουν στη Λειτουργία. Αυτή είναι οι καλοί λογισμοί που έχουν όσοι είναι πλούσιοι σε πίστη και ξένοι από καθετί ανθρώπινο. Είναι πράγματι ανάγκη να παρακολουθούμε τη Λειτουργία με τους πρέποντες λογισμούς, αν βέβαια θέλουμε να μη χάνουμε άδικα τον καιρό μας. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, χρειάζεται και η δική μας προσοχή και η εξωτερική υπενθύμιση, ώστε να ξανασυγκεντρώνουμε το νου μας, που συνεχώς ξεχνιέται και παρασύρεται σε μάταιες φροντίδες.
Επίσης και η εκφώνηση «Ορθοί» περιέχει παραίνεση. Θέλει μπροστά στο Θεό να στεκόμαστε πρόθυμοι, με ευλάβεια και ζήλο πολύ. Και πρώτο σημάδι αυτού του ζήλου είναι η όρθια στάση του σώματός μας.
Ύστερα απ’ αυτές τις εκφωνήσεις, διαβάζονται το Αποστολικό και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτά δηλώνουν τη φανέρωση του Κυρίου, όπως γινόταν σιγά- σιγά μετά την πρώτη Του εμφάνιση στους ανθρώπους. Στη μικρή Είσοδο το Ευαγγέλιο ήταν κλειστό και συμβόλιζε το διάστημα των τριάντα πρώτων ετών του Κυρίου, τότε που ο Ίδιος ακόμα σιωπούσε. Τώρα όμως που διαβάζονται τα αναγνώσματα, έχουμε την πληρέστερη αποκάλυψή Του, με όσα ο Ίδιος δίδασκε δημόσια και με όσα πρόσταζε τους αποστόλους να κηρύσσουν.
Μεγάλη Είσοδος
Σε λίγο ο λειτουργός θα προχωρήσει πλέον στη θυσία. Και πρέπει τα δώρα που πρόκειται να θυσιαστούν, να τοποθετηθούν στην αγία Τράπεζα. Γι’ αυτό έρχεται τώρα στην Πρόθεση, παίρνει τα τίμια δώρα, τα κρατάει στο ύψος του κεφαλιού του και βγαίνει από το Ιερό. Προχωρώντας με πολλή κοσμιότητα και με βήμα αργό, τα περιφέρει στο ναό, ανάμεσα στο πλήθος, συνοδευόμενος από λαμπάδες και θυμιάματα. Τελικά εισέρχεται στο Θυσιαστήριο και το αποθέτει στην αγία Τράπεζα.
Στο πέρασμα του ιερέα, οι πιστοί ψάλλουν και προσκυνούν με κάθε σεβασμό, παρακαλώντας να τους μνημονεύσει την ώρα που θα προσφέρει στο Θεό τα τίμια δώρα. Γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει αποτελεσματικότερη ικεσία από τούτη τη φρικτή θυσία, που καθάρισε δωρεάν όλες τις αμαρτίες του κόσμου.
Η μεγάλη Είσοδος συμβολίζει την πορεία του Χριστού προς την Ιερουσαλήμ, όπου έπρεπε να θυσιαστεί. Καθισμένος τότε πάνω σε ζώο, έμπαινε στην αγία Πόλη, συνοδευόμενος και υμνούμενος από τα πλήθη.
Σύμβολο της Πίστεως
Ο ιερέας καλεί τώρα τους πιστούς να προσευχηθούν «υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων»: «Ας παρακαλέσουμε το Θεό ν’ αγιαστούν τα τίμια δώρα που είναι μπροστά μας, ώστε να εκπληρωθεί έτσι ο αρχικός μας σκοπός».
Ύστερα, αφού προσθέσει και άλλες αιτήσεις, παρακινεί όλους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη («Ειρήνη πάσι») και αγάπη («Αγαπήσωμεν αλλήλους...»). Κι επειδή τη μεταξύ μας αγάπη ακολουθεί η αγάπη στο Θεό και η τέλεια και ζωντανή μας πίστη σ’ Αυτόν, γι’ αυτό, αμέσως μετά, ομολογούμε τον αληθινό Θεό: «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».
«Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν», συμπληρώνει ο λειτουργός. Μ’ αυτό θέλει να πει: «Ανοίξτε διάπλατα όλες τις πόρτες, δηλαδή τα στόματα και τ’ αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή τα στόματα και τ’ αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή σε όσα υψηλά μάθατε και πιστεύετε για το Θεό. Αυτά συνεχώς να λέτε και ν’ ακούτε, και μάλιστα με ζήλο και προσοχή».
Τότε οι πιστοί απαγγέλουν δυνατά το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω εις ένα Θεόν...»)

Ερμηνεία της θ. Λειτουργίας κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα (μέρος δεύτερο)    
Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Δοξολογία
«Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος...» .Μ’ αυτή τη δοξολογία αρχίζει ο ιερέας τη Λειτουργία. Γιατί και οι ευγνώμονες δούλοι το ίδιο κάνουν όταν παρουσιάζονται στον κύριό τους. Πρώτα- πρώτα δηλαδή τον εγκωμιάζουν, κι έπειτα τον παρακαλούν για τις δικές τους υποθέσεις. Ειρηνικά
Και ποια είναι η πρώτη αίτηση του ιερέα; «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και της σωτηρίας των ψυχών ημών». Λέγοντας ειρήνη, δεν εννοεί μόνο τη μεταξύ μας ειρήνη, όταν δηλαδή δεν μνησικακούμε εναντίον κανενός, αλλά και την ειρήνη προς τους εαυτούς μας, όταν δηλαδή η καρδιά μας δεν μάς κατηγορεί για τίποτα. Την αρετή της ειρήνης, βέβαια, την έχουμε πάντοτε ανάγκη, μα ιδιαίτερα την ώρα της προσευχής, γιατί χωρίς αυτήν κανείς δεν μπορεί να προσευχηθεί σωστά και ν’ απολαύσει κάποιο καλό από την προσευχή του.
Στη συνέχεια παρακαλούμε για την Εκκλησία, για το κράτος και τους άρχοντες, για όσους βρίσκονται σε κινδύνους, για όλους γενικά τους ανθρώπους. Και δεν προσευχόμαστε μόνο για ό,τι ενδιαφέρει την ψυχή, αλλά και για τα αναγκαία υλικά αγαθά –«υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης...». Γιατί ο Θεός είναι ο αίτιος και χορηγός όλων, και σ’ Αυτόν μόνο πρέπει να έχουμε στραμμένα τα βλέμματά μας.
Σ’ όλες τις αιτήσεις του ιερέα οι πιστοί επαναλαμβάνουν μια μόνο φράση, το «Κύριε, ελέησον». Το να ζητάμε το έλεος του Θεού ισοδυναμεί με το να ζητάμε τη βασιλεία Του. Γι’ αυτό και οι πιστοί αρκούνται σ’ αυτή τη δέηση, γιατί αυτή τα περιλαμβάνει όλα.
Αντίφωνα
Έπειτα αρχίζουν οι ψαλμωδίες που περιέχουν θεόπνευστα λόγια από τους προφήτες. Τα αντίφωνα –έτσι λέγονται- μάς αγιάζουν και μάς προπαρασκευάζουν για το μυστήριο. Ταυτόχρονα όμως μάς θυμίζουν τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του Χριστού στη γη, τότε που Εκείνος δεν φαινόταν ακόμα στον πολύ κόσμο, και γι’ αυτό ήταν απαραίτητα τα προφητικά λόγια. Όταν αργότερα εμφανίστηκε ο Ίδιος, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη των προφητών, αφού Τον έδειχνε παρόντα ο Βαπτιστής Ιωάννης.
Μικρή Είσοδος
Την ώρα που ψάλλεται το τρίτο αντίφωνο, γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με συνοδεία λαμπάδων. Το Ευαγγέλιο το κρατάει ο διάκονος ή, αν δεν υπάρχει διάκονος, ο ιερέας. Ενώ λοιπόν αυτός πρόκειται να εισέλθει στο Ιερό, στέκεται σε μικρή απόσταση από την Ωραία Πύλη και παρακαλεί το Θεό να τον συνοδεύσουν άγιοι άγγελοι, για να γίνουν συμμέτοχοί του στην ιερουργία και τη δοξολογία. Στη συνέχεια σηκώνει ψηλά το Ευαγγέλιο, το δείχνει στους πιστούς και, αφού εισέλθει στο Θυσιαστήριο, το αποθέτει στην αγία Τράπεζα.
Η ύψωση του Ευαγγελίου συμβολίζει την ανάδειξη του Κυρίου, όταν άρχισε να εμφανίζεται στα πλήθη. Γιατί με το Ευαγγέλιο δηλώνεται ο ίδιος ο Χριστός. Τώρα λοιπόν που φανερώνεται ο Χριστός, κανείς δεν προσέχει τα λόγια των Προφητών, γι’ αυτό, μετά τη μικρή Είσοδο, ψάλλουμε ό,τι έχει σχέση με την καινούρια ζωή που έφερε ο Χριστός. Υμνούμε τον Ίδιο το Χριστό για όσα έκανε για μάς. Εγκωμιάζουμε επίσης την Παναγία ή άλλους αγίους, ανάλογα με την εορτή ή τον άγιο που τιμά η Εκκλησία κάθε φορά.
Τρισάγιος Ύμνος
Ανυμνούμε τέλος τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό, ψάλλοντας: «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Το «Άγιος, άγιος, άγιος...» αποτελεί τον ύμνο των αγγέλων (Ησ. 6,3). Και τα «Θεός», «ισχυρός» και «αθάνατος» είναι λόγια του προφήτη Δαβίδ: «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα» (Ψαλμ. 41,3).
Ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο μετά την είσοδο του Ευαγγελίου, για να διακηρύξουμε πως με την έλευση του Χριστού άγγελοι και άνθρωποι ενώθηκαν και αποτελούν πλέον μια Εκκλησία.
Αναγνώσματα
Αμέσως μετά, ο ιερέας παραγγέλλει σε όλους να μη στέκονται με οκνηρία, αλλά να έχουν προσηλωμένο το νου τους σ’ εκείνα που θ’ ακολουθήσουν. Αυτό σημαίνει το «Πρόσχωμεν». Και με το «Σοφία» υπενθυμίζει στους πιστούς τη σοφία με την οποία πρέπει να συμμετέχουν στη Λειτουργία. Αυτή είναι οι καλοί λογισμοί που έχουν όσοι είναι πλούσιοι σε πίστη και ξένοι από καθετί ανθρώπινο. Είναι πράγματι ανάγκη να παρακολουθούμε τη Λειτουργία με τους πρέποντες λογισμούς, αν βέβαια θέλουμε να μη χάνουμε άδικα τον καιρό μας. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, χρειάζεται και η δική μας προσοχή και η εξωτερική υπενθύμιση, ώστε να ξανασυγκεντρώνουμε το νου μας, που συνεχώς ξεχνιέται και παρασύρεται σε μάταιες φροντίδες.
Επίσης και η εκφώνηση «Ορθοί» περιέχει παραίνεση. Θέλει μπροστά στο Θεό να στεκόμαστε πρόθυμοι, με ευλάβεια και ζήλο πολύ. Και πρώτο σημάδι αυτού του ζήλου είναι η όρθια στάση του σώματός μας.
Ύστερα απ’ αυτές τις εκφωνήσεις, διαβάζονται το Αποστολικό και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτά δηλώνουν τη φανέρωση του Κυρίου, όπως γινόταν σιγά- σιγά μετά την πρώτη Του εμφάνιση στους ανθρώπους. Στη μικρή Είσοδο το Ευαγγέλιο ήταν κλειστό και συμβόλιζε το διάστημα των τριάντα πρώτων ετών του Κυρίου, τότε που ο Ίδιος ακόμα σιωπούσε. Τώρα όμως που διαβάζονται τα αναγνώσματα, έχουμε την πληρέστερη αποκάλυψή Του, με όσα ο Ίδιος δίδασκε δημόσια και με όσα πρόσταζε τους αποστόλους να κηρύσσουν.
Μεγάλη Είσοδος
Σε λίγο ο λειτουργός θα προχωρήσει πλέον στη θυσία. Και πρέπει τα δώρα που πρόκειται να θυσιαστούν, να τοποθετηθούν στην αγία Τράπεζα. Γι’ αυτό έρχεται τώρα στην Πρόθεση, παίρνει τα τίμια δώρα, τα κρατάει στο ύψος του κεφαλιού του και βγαίνει από το Ιερό. Προχωρώντας με πολλή κοσμιότητα και με βήμα αργό, τα περιφέρει στο ναό, ανάμεσα στο πλήθος, συνοδευόμενος από λαμπάδες και θυμιάματα. Τελικά εισέρχεται στο Θυσιαστήριο και το αποθέτει στην αγία Τράπεζα.
Στο πέρασμα του ιερέα, οι πιστοί ψάλλουν και προσκυνούν με κάθε σεβασμό, παρακαλώντας να τους μνημονεύσει την ώρα που θα προσφέρει στο Θεό τα τίμια δώρα. Γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει αποτελεσματικότερη ικεσία από τούτη τη φρικτή θυσία, που καθάρισε δωρεάν όλες τις αμαρτίες του κόσμου.
Η μεγάλη Είσοδος συμβολίζει την πορεία του Χριστού προς την Ιερουσαλήμ, όπου έπρεπε να θυσιαστεί. Καθισμένος τότε πάνω σε ζώο, έμπαινε στην αγία Πόλη, συνοδευόμενος και υμνούμενος από τα πλήθη.
Σύμβολο της Πίστεως
Ο ιερέας καλεί τώρα τους πιστούς να προσευχηθούν «υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων»: «Ας παρακαλέσουμε το Θεό ν’ αγιαστούν τα τίμια δώρα που είναι μπροστά μας, ώστε να εκπληρωθεί έτσι ο αρχικός μας σκοπός».
Ύστερα, αφού προσθέσει και άλλες αιτήσεις, παρακινεί όλους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη («Ειρήνη πάσι») και αγάπη («Αγαπήσωμεν αλλήλους...»). Κι επειδή τη μεταξύ μας αγάπη ακολουθεί η αγάπη στο Θεό και η τέλεια και ζωντανή μας πίστη σ’ Αυτόν, γι’ αυτό, αμέσως μετά, ομολογούμε τον αληθινό Θεό: «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».
«Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν», συμπληρώνει ο λειτουργός. Μ’ αυτό θέλει να πει: «Ανοίξτε διάπλατα όλες τις πόρτες, δηλαδή τα στόματα και τ’ αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή τα στόματα και τ’ αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή σε όσα υψηλά μάθατε και πιστεύετε για το Θεό. Αυτά συνεχώς να λέτε και ν’ ακούτε, και μάλιστα με ζήλο και προσοχή».
Τότε οι πιστοί απαγγέλουν δυνατά το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω εις ένα Θεόν...»)


Ερμηνεία της θ. Λειτουργίας κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα (μέρος πρώτο)    
Έργο της θείας Λειτουργίας είναι η μεταβολή των δώρων που προσφέρουν οι πιστοί –του άρτου και του οίνου- σε σώμα και αίμα Χριστού. Και σκοπός της είναι ο αγιασμός των πιστών, οι οποίοι με τη θεία μετάληψη αποκομίζουν την άφεση των αμαρτιών τους, την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών και κάθε πνευματικό αγαθό.Σ’ αυτό το έργο και το σκοπό συμβάλλουν οι προσευχές, οι ψαλμωδίες, τα αγιογραφικά αναγνώσματα και όλα εκείνα που τελούνται και λέγονται στη διάρκεια της Λειτουργίας. Μέσα σ’ αυτά είναι σαν να βλέπουμε σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής ολόκληρη τη ζωή του Χριστού, από την αρχή ως το τέλος της. Γιατί ο καθαγιασμός των δώρων, η ίδια δηλαδή η θυσία, διακηρύσσει το θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη Του, καθώς τα δώρα αυτά μεταβάλλονται στο ίδιο το σώμα του Κυρίου, σ’ αυτό που σταυρώθηκε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε. Όσα προηγούνται της θυσίας, φανερώνουν τα γεγονότα που έγιναν από το θάνατο του Κυρίου, δηλαδή την έλευσή Του στον κόσμο, τη δημόσια εμφάνισή Του, τα θαύματα και τη διδασκαλία Του. Κι εκείνα που έπονται της θυσίας, συμβολίζουν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους, την επιστροφή των ανθρώπων στο Θεό και την κοινωνία τους μαζί Του.
Οι πιστοί που εκκλησιάζονται και συμμετέχουν σε όλα αυτά με προσηλωμένο το νου, γίνονται πιο σταθεροί στην πίστη, πιο θερμοί στην ευλάβεια και την αγάπη τους προς το Θεό. Με τέτοιες λοιπόν διαθέσεις αξιώνονται να πλησιάσουν και τη φωτιά των Μυστηρίων και να μεταλάβουν με κάθε ασφάλεια και οικειότητα.
Αυτό είναι συνοπτικά το νόημα της θείας Λειτουργίας. Ας την εξετάσουμε τώρα όσο μπορούμε λεπτομερέστερα, αρχίζοντας μ’ εκείνα που τελούνται στην αγία Πρόθεση. (Αγία Πρόθεση: Ειδικός χώρος που βρίσκεται αριστερά από την αγία Τράπεζα, όπου τοποθετούνται (προτίθενται- πρόθεση) τα δώρα που προσφέρουν (προσκομίζουν- προσκομιδή) οι πιστοί για τη θεία Ευχαριστία. Εδώ γίνεται η αναγκαία προετοιμασία τους από τον λειτουργό ιερέα.
Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ
Τα τίμια δώρα
Το ψωμί και το κρασί που προσφέρουν οι πιστοί για τη Λειτουργία, και τα οποία συμβολίζουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, δεν τοποθετούνται από την αρχή στο Θυσιαστήριο για τη θυσία, αλλά πρώτα τοποθετούνται στην αγία Πρόθεση και αφιερώνονται στο Θεό σαν δώρα τίμια –αυτή είναι πλέον η ονομασία τους.
Προσφέρουμε στο Θεό ψωμί και κρασί, γιατί αυτά αποτελούν τροφή αποκλειστικά ανθρώπινη, με την οποία συντηρείται και εκδηλώνεται η ζωή μας. Γι’ αυτό και πιστεύεται πως, όταν προσφέρει κανείς τροφή, είναι σαν προσφέρει την ίδια τη ζωή. Επειδή λοιπόν με τα θεία Μυστήρια ο Θεός μας χαρίζει την αιώνια ζωή, ήταν φυσικό και το δικό μας δώρο να είναι κατά κάποιο τρόπο ζωή, για να μην είναι αταίριαστη η προσφορά μας με την ανταπόδοση του Θεού, αλλά να έχει κάτι συγγενικό. Άλλωστε ο Κύριος παρήγγειλε να Του προσφέρουμε ψωμί και κρασί, κι Αυτός πάλι μάς ανταποδίδει «άρτον ουράνιον» και «ποτήριον ζωής». Θέλησε να Του προσφέρουμε εμείς εφόδια της πρόσκαιρης ζωής, κι Εκείνος να μάς αντιπροσφέρει την αιώνια ζωή. Για να φανούν έτσι η χάρη Του σαν αμοιβή και το αμέτρητο έλεός Του σαν πράξη δικαιοσύνης.
Ανάμνηση της σταυρικής θυσίας
Ο ιερέας, αφού πάρει στα χέρια του τον άρτο, από τον οποίο θα κόψει το ιερό τμήμα που θα μεταβληθεί σε σώμα Χριστού, λέει: «Εις ανάμνησιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Τα λόγια αυτά αναφέρονται σ’ όλη τη Λειτουργία και ανταποκρίνονται στην παραγγελία που άφησε ο Χριστός όταν παρέδωσε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22, 19).
Αλλά ποια είναι αυτή η ανάμνηση; Πώς θα θυμηθούμε τον Κύριο στη Λειτουργία και τι θα διηγηθούμε γι’ Αυτόν; Μήπως εκείνα που Τον απέδειξαν Θεό παντοδύναμο; Ότι δηλαδή ανέστησε νεκρούς, χάρισε το φως σε τυφλούς, πρόσταξε τους ανέμους να κοπάσουν, χόρτασε χιλιάδες ανθρώπους με λίγα ψωμιά; Όχι, ο Χριστός δεν ζήτησε να θυμόμαστε αυτά, αλλά μάλλον εκείνα που φανερώνουν αδυναμία, δηλαδή τη σταύρωση, το πάθος, το θάνατο. Γιατί τα πάθη ήταν πιο αναγκαία από τα θαύματα. Τα πάθη του Χριστού μάς προξενούν τη σωτηρία και την ανάσταση, ενώ τα θαύματά Του αποδεικνύουν μόνο ότι Αυτός είναι ο αληθινός Σωτήρας.
Αφού λοιπόν ο ιερέας πει, «Εις ανάμνησιν του Κυρίου...», προσθέτει εκείνα που δηλώνουν τη σταύρωση και το θάνατο. Τεμαχίζει δηλαδή με το μαχαίρι τον άρτο, λέγοντας την προφητεία: «Σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή. Και σαν αρνί αμώμητο, που παραμένει άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει, έτσι κι Αυτός δεν ανοίγει το στόμα Του. Καταδικάστηκε σε ταπεινωτικό θάνατο και Του αρνήθηκαν δίκαιη κρίση. Και ποιος μπορεί να μάς μιλήσει για την καταγωγή του; Γιατί εξαλείφθηκε η ζωή Του από το πρόσωπο της γης» (Ησ 53, 7-8). Κι αφού εναποθέσει στο άγιο Δισκάριο το ιερό τμήμα που έκοψε (Αμνό), προσθέτει τα λόγια: «Θυσιάζεται ο Αμνός του Θεού, που παίρνει επάνω Του την αμαρτία των ανθρώπων» (πρβλ.Ιω. 1, 29). Μετά χαράζει πάνω στον Αμνό το σημείο του σταυρού, δείχνοντας έτσι τον τρόπο που έγινε η θυσία: με το σταυρό. Ύστερα, με το μαχαίρι που έχει σχήμα λόγχης, κεντάει τον Αμνό στο δεξί μέρος και λέει: «Ένας από τους στρατιώτες Του τρύπησε την πλευρά με τη λόγχη». Και χύνοντας μέσα στο άγιο Ποτήριο κρασί και νερό, συμπληρώνει: «κι αμέσως βγήκε αίμα και νερό» (Ιω. 19, 34).
Μνημονεύσεις των ονομάτων
Ο ιερέας συνεχίζει την Προσκομιδή. Αφαιρεί τώρα μικρά κομμάτια (μερίδες) από τους υπόλοιπους άρτους, και σαν δώρα ιερά τα τοποθετεί στο άγιο Δισκάριο, λέγοντας για το καθένα: «Εις δόξαν της Παναγίας του Θεού Μητρός» ή «Εις πρεσβείαν του τάδε ή του τάδε Αγίου» ή «Εις άφεσιν αμαρτιών των τάδε ζώντων ή των τάδε τεθνεώτων».
Τι σημαίνουν αυτά; Ευχαριστία στο Θεό και ικεσία. Γιατί με τα δώρα μας είτε ανταποδίδουμε στον ευεργέτη την ευεργεσία που μάς έκανε είτε καλοπιάνουμε κάποιον για να μάς ευεργετήσει. Έτσι κι εδώ, η Εκκλησία, με τα δώρα που προσφέρει στο Θεό, Τον ευχαριστεί, γιατί στα πρόσωπα των αγίων της τής δόθηκαν η άφεση των αμαρτιών και η βασιλεία των ουρανών. Και Τον ικετεύει να δοθούν αυτά τα αγαθά και στα παιδιά της εκείνα που ακόμα ζουν και το τέλος τους είναι αβέβαιο, καθώς επίσης και σ’ εκείνα που έχουν πεθάνει, αλλά με ελπίδες όχι τόσο καλές και σίγουρες. Γι’ αυτό λοιπόν μνημονεύει ονομαστικά πρώτα τους αγίους, έπειτα τους ζώντες και τέλος τους κεκοιμημένους. Και για τους αγίους ευχαριστεί, ενώ για τους άλλους ικετεύει.
Κάλυψη των τιμίων δώρων
Τα όσα ειπώθηκαν και έγιναν πάνω στον Αμνό, για να συμβολίσουν το θάνατο του Κυρίου, είναι απλές περιγραφές και σύμβολα. Ο Αμνός παρέμεινε άρτος, μόνο που τώρα έγινε δώρο αφιερωμένο στο Θεό, και συμβολίζει το σώμα του Χριστού στην πρώτη Του ηλικία. Γι’ αυτό ο ιερέας αναπαριστά τα θαύματα που έγιναν στον νεογέννητο Κύριο στη φάτνη. Βάζει πάνω στον άρτο τον λεγόμενο Αστερίσκο και λέει: «Και να, το αστέρι ήρθε και στάθηκε πάνω από τον τόπο, όπου ήταν το Παιδί» (Ματθ. 2, 9). Ύστερα σκεπάζει το Δισκάριο και το Ποτήριο με πολυτελή καλύμματα και θυμιάζει. Γιατί αρχικά ήταν συγκαλυμμένη η δύναμη του Χριστού, μέχρι τον καιρό που Αυτός άρχισε να θαυματουργεί, και ο Θεός Πατέρας έδινε τη μαρτυρία Του από τον ουρανό.
Αφού λοιπόν ολοκληρωθεί η Προσκομιδή, ο λειτουργός έρχεται στο Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στην αγία Τράπεζα και αρχίζει τη Λειτουργία.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για τη Θεία Ευχαριστία (μέρος πρώτο)    
Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος συμβουλεύει τους μοναχούς: «Ας καταγινώμεθα, αδελφοί μου, εις την ησυχίαν, εις την νηστείαν, εις την προσευχήν, εις τα δάκρυα, εις το εργόχειρον, εις την συνομιλίαν των αγίων Πατέρων, εις την υπακοήν της αληθείας, εις την ακρόασιν των αγίων Γραφών, δια να μη χερσωθή η διάνοιά μας και φυτρώση ακάνθας των πονηρών λογισμών, και μάλιστα ας ποιήσωμεν εαυτούς αξίους δια την κοινωνίαν των θείων και αχράντων Μυστηρίων, ίνα καθαρισθή η ψυχή μας από τους λογισμούς της απιστίας και ακαθαρσίας και ίνα κατοικήση εις ημάς ο Κύριος και μάς λυτρώση από τον πονηρόν διάβολον». Το ίδιο ισχύει και για κάθε χριστιανό. Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης μάς συμβουλεύει να στοχαστούμε και τούτο: «ότι από μεν την τράπεζαν των κοινών φαγητών και ποτών, κανένας δεν απομένει όπου να μην φάγη κάθε ημέρα, ει δε τύχη και δεν φάγη πικραίνεται πολλά και του κακοφαίνεται. Από δε την πνευματικήν τράπεζαν του άρτου της ζωής και του ποτηρίου της αθανασίας αν απομείνωμεν και δεν μεταλάβωμεν, μάς φαίνεται η στέρησις αυτή ένα πράγμα αδιάφορον. Και γνωρίζοντες πόση δύναμιν και χάριν έχει η αγία Κοινωνία, ας καθαριζώμεθα όσον είναι δυνατόν, και ας μεταλαμβάνωμεν συχνώς... Και η συχνή αυτή Κοινωνία βεβαιότατα θέλει μάς βοηθήσει, διότι ανίσως και δεν συχνοκοινωνούμεν, αδύνατον να μη δουλωθώμεν εις τα πάθη. Η δε συχνή Κοινωνία θέλει να γίνη εις ημάς καλή συντροφία δια την ζωήν την αιώνιον».
Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας πιστεύει ότι «οι της Εκκλησίας και της Κοινωνίας εαυτούς απομακρύνοντες εχθροί του Θεού γίνονται και δαιμόνων φίλοι».
Ο Γρηγόριος Παλαμάς συγκρίνοντας την ευχαριστιακή ένωση του πιστού με τον Κύριο και την ένωση, που πραγματοποιείται δια του γάμου παρατηρεί τα εξής: «Εκεί μεν ουν προσκολληθήσεται, φησί, εις σάρκα μίαν, αλλ’ ουχί και πνέυμα εν. Ημείς δε ου προσκολλώμεθα μόνον, αλλά και ανακυρνώμεθα τω του Χριστού σώματι δια της μεταλήψεως του θείου τούτου άρτου, και ου σώμα μόνον εν γινόμεθα, αλλά και πνεύμα εν. Οράς ότι το υπερβάλλον μέγεθος της εις ημάς αγάπης του Θεού δια της μεταδόσεως του άρτου και του ποτηρίου τούτου και γίνεται και δείκνυται».
Ο μοναχός Ιώβ ο ομολογητής σχετικά με το θέμα της συχνής θείας Κοινωνίας λέγει: «Δίκαιον και πρέπον είναι συνεχώς πολλές φορές να αγιάζεται ο χριστιανός με την Αγίαν Μετάληψιν και περισσότερο από ανάγκη της αναπνοής να αισθάνεται την ανάγκη της θείας Κοινωνίας».
Πολύ σοφά παριστάνει την ανάγκη αυτή, κάνοντας σύγκριση με την τροφή των Πρωτοπλάστων και ο Γεννάδιος, Πατριάρχης Κων/πόλεως, λέγοντας «Φαγητόν σωματικόν ήτο εκείνο όπου, εις τον Παράδεισον μάς εχάλασε, φαγητόν σωματικόν είναι και η αγία Κοινωνία, ήτις τώρα μάς διαφυλάττει. Όμως από εκείνο μεν μας εμπόδιζεν ο Θεός να φάγωμεν, την δε αγίαν Κοινωνίαν αυτός ο ίδιος μάς δίδει και μας παρακινεί εις αυτήν. Και εκείνην με την βρώσιν μάς την εδίδαξεν ο πονηρός δαίμων, της δε αγίας Κοινωνίας, όχι μόνον διδάσκαλος και σύμβουλος είναι ο Υιός του Θεού, αλλά και ο ίδιος αυτός έγινε υπηρέτης και μάς την εχάρισε. Και εις εκείνη μεν ήτο κεκρυμμένον το φαρμάκι της παραβάσεως, εις δε την θείαν Μετάληψιν κρύπτεται αγαθών θησαυρός ανεκτίμητος».
Την επίδραση, που έχει το ιερό μυστήριο στην ψυχή και το σώμα αυτού, που μεταλαμβάνει την αποκρυσταλλώνει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος στον 28ο Λόγο του «Το ακάθαρτον και παροδικό αυτό σκήνωμα αφού ενώθηκε με το καθαρώτατο Δικό Σου σκήνωμα αφού ενώθηκε με το καθαρώτατο Δικό Σου Σώμα και αναμίχθηκε το αίμα μου με το Δικό Σου αίμα γνωρίζω πια ότι ενώθηκα με τη θεότητά Σου και έγινα δικό Σου καθαρώτατο Σώμα, ξέχωρο, λαμπερό μέρος του Σώματός Σου, πραγματικά άγιο, που φωτίζει μακρυά, κρυστάλλινο και λαμπερό.
Βλέπω την ωραιότητα, βλέπω το απαστράπτον μεγαλείο Σου καθρεφτίζομαι μέσα στο φως της ευεργεσίας Σου και της χάριτος και μένω έκθαμβος από την άφατη γοητεία και απορώ γνωρίζοντας τον εαυτό μου, τι ήμουν και τι πραγματικό θαύμα έχει συντελεστεί μέσα μου.
Και σέβομαι και τον εαυτό μου αισχύνομαι και όπως Εσένα, αρχίζω να τιμώ και να φοβούμαι τον εαυτό μου γιατί Σε κατέχει και με τη ντροπή μου αυτή βρίσκομαι σε αμηχανία που να εξασφαλίσω τα μέλη Σου, που να πλησιάσω και που να τοποθετήσω, σε ποια έργα, σε ποιες πράξεις. Όλως εξαιρετικά πρέπει να χρησιμοποιήσω τα φοβερά και θεία αυτά Δώρα!»


Λόγοι για την Αγάπη      
Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού.
Αγάπη είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμάει τίποτ’ άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει το Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν’ αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα.
Εκείνος που φοβάται το Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς τους, και πως απ’ όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο. Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτάει και την αγάπη προς το Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη.
Εκείνος που αγαπάει το Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό.
Η ανέκφραστη ειρήνη, που έχουν οι άγιοι άγγελοι, οφείλεται σ’ αυτά τα δύο: στην αγάπη προς το Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από το Σωτήρα μας, ότι σ’ αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών. (Ματθ. 22, 40).
Όποιος αγαπάει το Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά, όταν τους βλέπει να διορθώνονται.
«Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14, 23). «Και η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 15,12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου. Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατό ν’ αγαπήσει.
Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε, αν δηλαδή τις κάνουμε γι’ Αυτόν ή για κάτι άλλο. Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν’ αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στο Θεό. Σ’ Αυτόν ν’ αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα.
Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων.
Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.
Εκείνος που αγαπάει το Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. Ο Χριστός, για παράδειγμα,
-δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους
-έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν
-υπέμεινε, όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.
Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μάς βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ. 7,21). Και πάλι: «Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15).
«Εγώ σάς λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σάς μισούν, προσεύχεστε για όσους σάς βλάπτουν» (Ματθ. 5,44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν’ αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατο να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου.
Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι’ αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους εναρέτους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν το καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για νά τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου.
Αγωνίσου, όσο μπορείς, ν’ αγαπήσεις κάθε άνθρωπο. Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα, τουλάχιστον μη μισήσεις κανέναν. Αλλά ούτε αυτό θα μπορέσεις να το πετύχεις, αν δεν καταφρονήσεις τα πράγματα του κόσμου.
Αν «η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (Ρωμ. 13,10), εκείνος που φθονεί τον αδελφό και λυπάται για την προκοπή του και με ειρωνείες προσπαθεί να κηλιδώσει την υπόληψή του ή τον επιβουλεύεται με κάποια κακοήθεια, αυτός ο άνθρωπος δεν αποξενώνει άραγε τον εαυτό του από την αγάπη και δεν τον κάνει ένοχο για την αιώνια καταδίκη;
Ο Χριστός δεν θέλει να έχεις εναντίον κανενός ανθρώπου μίσος ή λύπη ή οργή ή μνησικακία οποιασδήποτε μορφής και για οποιοδήποτε πρόσκαιρο πράγμα. Κι αυτό το διακηρύσσουν παντού τα τέσσερα Ευαγγέλια.
Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν λοιπόν ο νους σκέφτεται το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι του κρατάει κακία. «Οι δρόμοι όμως των μνησικάκων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο» (Παρ. 12,28), γιατί «ο κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του νόμου» (Παρ. 21,24).
Την ώρα της ειρήνης σου, μη θυμάσαι εκείνα που σου είπε ο αδελφός όταν σε στενοχώρησε –είτε σ’ εσένα κατά πρόσωπο τα είπε, είτε σε άλλον και μετά τα άκουσες-, για να μην πέσεις στο πάθος της μνησικακίας.
Όταν συνομιλείς με άλλους, πρόσεχε μήπως εξαιτίας της λύπης, που διατηρείς ακόμα κρυμμένη μέσα σου, νοθεύσεις τους επαίνους σου για τον αδελφό, αναμειγνύοντας ασυναίσθητα στα λόγια σου την κατηγορία. Να χρησιμοποιείς στις συνομιλίες σου αγνό έπαινο για τον αδελφό και να προσεύχεσαι γι’ αυτόν ειλικρινά, σαν να προσεύχεσαι για τον εαυτό σου. Έτσι, πολύ σύντομα θα ελευθερωθείς από το ολέθριο μίσος.
Αν θέλεις να μην ξεπέσεις από την αγάπη του Θεού, μην αφήσεις τον αδελφό σου να κοιμηθεί λυπημένος μαζί σου ούτε κι εσύ να κοιμηθείς λυπημένος μαζί του. Πήγαινε, συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε πρόσφερε στο Χριστό το δώρο της αγάπης σου με καθαρή συνείδηση και θερμή προσευχή.
Μην αφήσεις τ’ αυτιά σου ν’ ακούνε τα λόγια όποιου καταλαλεί, ούτε και τα δικά σου λόγια να φτάνουν στ’ αυτιά του φιλοκατήγορου, μιλώντας ή ακούγοντας με ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος της αιώνιας ζωής.
Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη συκοφαντείται κάποιος είτε στη διαγωγή. Και κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος όταν συκοφαντείται, παρά μόνο εκείνος που στρέφει τα μάτια του στο Θεό, τον μόνο που μπορεί να μάς λυτρώσει από τον κίνδυνο, να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα.
Όσο εσύ προσεύχεσαι μ’ όλη σου την ψυχή για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν εξαιτίας της συκοφαντίας.
Γνήσιος φίλος είναι εκείνος που, στον καιρό του πειρασμού, συμμερίζεσαι αθόρυβα και ατάραχα τις θλίψεις, τις ανάγκες και τις συμφορές του πλησίον, σαν να είναι δικές του.
Δεν έχει ακόμα τέλεια αγάπη ούτε βαθειά γνώση της θείας πρόνοιας εκείνος που σε καιρό πειρασμού δεν κάνει υπομονή για όσα λυπηρά του συμβαίνουν, αλλ’ αποκόπτεται από την αγάπη των πνευματικών αδελφών.
Αν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δεν έχει όμως αγάπη, τίποτα δεν ωφελείται, όπως λέει ο θείος Απόστολος (α’ Κορ. 13,2), άραγε πόση προθυμία και ζήλο οφείλουμε να δείξουμε για να την αποκτήσουμε;
Πολλοί βέβαια έχουν πει πολλά για την αγάπη. Αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρεις μόνο στους μαθητές του Χριστού, γιατί μόνο αυτοί είχαν για δάσκαλό τους στην αγάπη την αληθινή Αγάπη, το Χριστό, και έλεγαν: «Αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και να γνωρίζω όλα τα μυστήρια, κι αν έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι» (α’ Κορ. 13,2).
Εκείνος λοιπόν που απέκτησε την αγάπη, απέκτησε τον ίδιο το Θεό, γιατί «ο Θεός είναι αγάπη» (α’ Ιω. 4,16). Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες. Αμήν.

Όσιος Μάξιμος Ομολογητής